Log in

Πώς ο Καραμανλής άνοιξε τον δρόμο στη χρεοκοπία

Πώς ο Καραμανλής άνοιξε τον δρόμο στη χρεοκοπία

Ο κ. Καραμανλής ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του στη διακυβέρνηση της χώρας με την αλήστου μνήμης «απογραφή». Ηταν μια καλοσχεδιασμένη πολιτική απάτη. Κατά την οκταετία Σημίτη η Ελλάδα προχώρησε σε μεγάλες παραγγελίες οπλικών συστημάτων. Σύμφωνα με τους ευρωπαϊκούς κανόνες η εγγραφή των εξοπλιστικών δαπανών στον προϋπολογισμό μπορεί να γίνει είτε κατά το έτος παραγγελίας είτε κατά το έτος παραλαβής των όπλων.

Με δαπάνη ύψους 2% του ΑΕΠ ετησίως «εγκλωβισμένη» στην εξυπηρέτηση αμυντικών παραγγελιών δεν περίσσευε παρά μόνο 1% για κοινωνικές παροχές προτού αγγίξει η κυβέρνηση το επιτρεπόμενο από τους ευρωπαϊκούς κανόνες όριο ελλείμματος ύψους 3% του ΑΕΠ. Κατά συνέπεια η κυβέρνηση Καραμανλή δεν θα είχε πρακτικά κανένα περιθώριο για παροχές. Θα μετατρεπόταν σε αυτό που φοβόταν ο κ. Καραμανλής και οι συνεργάτες του, δηλαδή σε μια απαξιωμένη «δεξιά παρένθεση». Για να υπερβούν το πρόβλημα αξιοποίησαν το δικαίωμα να μεταβάλουν την επιλογή του κανόνα και να εγγράψουν τις δαπάνες για οπλικά συστήματα (αλλά και αρκετές δαπάνες Υγείας) στα παρελθόντα έτη. Παρουσίασαν έτσι μια νέα «φουσκωμένη» εικόνα για τους προϋπολογισμούς των ετών 1999-2003. Στη συνέχεια άρχισαν να δανείζονται (πάνω από 10 δισ. ευρώ ως το 2008) για να πληρώνουν τα όπλα που παρελάμβαναν. Και τουλάχιστον άλλα τόσα για να χρηματοδοτήσουν παροχές. Κι έτσι κέρδισαν με άνεση τις εκλογές του 2007.

Η κυβέρνηση Σημίτη, έχοντας επωμιστεί μεταξύ άλλων και την ευθύνη διοργάνωσης των Ολυμπιακών Αγώνων, προτίμησε τη δεύτερη επιλογή. Αλλωστε το ίδιο έκαναν οι περισσότερες κυβερνήσεις της ευρωζώνης. Η κυβέρνηση Καραμανλή βρέθηκε αναγκασμένη να παραλάβει οπλικά συστήματα και να εγγράψει στους προϋπολογισμούς των ετών 2004-2007 εξοπλιστικές δαπάνες της τάξης των 10 δισ. ευρώ (πάνω από 2% του ΑΕΠ τον χρόνο).

Σε αυτό το νέο χρέος από τα Εξοπλιστικά και τις παροχές προστέθηκε νέος δανεισμός πάνω από 50 δισ. ευρώ ως τις αρχές του 2009 για να αποπληρωθούν οι τόκοι που «παρήγαγε» ένα δημόσιο χρέος το οποίο στις 31.12.2003 βρισκόταν ήδη στα 182 δισ. ευρώ.

Τέλος, προστέθηκε η ύφεση λόγω των διεθνών συνθηκών, αλλά και γιατί από τα τέλη του 2007 οι τράπεζες φρέναραν την κατανάλωση εισαγόμενων αγαθών με δανεικό χρήμα η οποία ήταν η πραγματική «ατμομηχανή» της οικονομικής ανάπτυξης. Το νέο φουσκωμένο έλλειμμα καλύφθηκε με νέο δανεισμό της τάξης των 20 δισ. ευρώ. Συνολικός λογαριασμός πενταετίας: 90 δισ. ευρώ. Κάπως έτσι στις αρχές του 2009 ο κ. Καραμανλής ξύπνησε ένα πρωί αδυνατώντας να πιστέψει ότι μέσα σε πέντε χρόνια το χρέος έφθασε κοντά στα 270 δισ. ευρώ! Ηθελε ωστόσο να κερδίσει τις ευρωεκλογές έστω και «με μία ψήφο διαφορά».

Συνέχισε λοιπόν τον δανεισμό, θυσίασε εν ψυχρώ τον κ. Αλογοσκούφη  και εγκαθίδρυσε μια νεοδημοκρατική «τρόικα», ένα «υπερδιευθυντήριο» με τον διάδοχο του Αλογοσκούφη στο υπουργείο Οικονομικών Γιάννη Παπαθανασίου, τον Γιώργο Σουφλιά και τον Κωστή Χατζηδάκη. Ελαβαν κάποια μέτρα (σε τρεις δόσεις), τα οποία όμως ήταν... απλή παρακεταμόλη μπροστά στο μέγεθος των ελλειμμάτων.

Μετά τη βαριά ήττα στις ευρωεκλογές του Ιουνίου του 2009 (όχι με μία αλλά με 223.223 ψήφους διαφορά...) ο κ. Καραμανλής κατάλαβε ότι η χώρα κυριολεκτικά θα του σκάσει στα χέρια. Σεβάστηκε τα «μπάνια του λαού» (αλλά και τα δικά του...) και στις 2 Σεπτεμβρίου 2009 προκήρυξε πρόωρες εθνικές εκλογές.

Μαυρισμένος από τις ώρες περισυλλογής που περνούσε μέσα στη βάρκα στα ανοιχτά της Ραφήνας και της Ιου υποσχέθηκε πάγωμα μισθών και συντάξεων. Too little, too late. Βεβαίως ο κ. Καραμανλής έχει ένα μεγάλο ελαφρυντικό. Κανένας ηγέτης δεν μπορεί να ελέγξει κανέναν λαό σε εποχές πρόσβασης σε φθηνό και άφθονο δανεισμό. Το φθηνό χρήμα εξαχρειώνει τις κοινωνίες και τις κάνει να νομίζουν ότι ακόμα και οι συνθήκες ευημερίας ισοδυναμούν με καιρούς αδικίας. Κάπως έτσι έφθασε να ανεχθεί ακόμα και την πυρπόληση της Αθήνας τον Δεκέμβρη του 2008. Εκείνες τις νύχτες του Δεκέμβρη ο κ. Καραμανλής έχασε οριστικά τον σεβασμό της κοινής γνώμης.

Τέλος, ο κ. Καραμανλής εξελέγη το 2004 με το σύνθημα «επανίδρυση του κράτους». Ευκαιρία να σκεφθούμε ποιες ήταν οι «καθαρές» ετήσιες δαπάνες μισθών και συντάξεων το 2004 και ποιες ήταν το 2009. Είχαν σχεδόν διπλασιαστεί! Πρόκειται για το περίφημο διάγραμμα που ανέμιζε ο τότε διοικητής της ΕΚΤ Ζαν-Κλοντ Τρισέ στις διασκέψεις κορυφής και στα Eurogroup την περίοδο 2009-2011. Και δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Η επανίδρυση του κράτους συμπυκνώθηκε σε αυτό το διάγραμμα που ανέμιζε ο κ. Τρισέ.

Ο Γ. Παπανδρέου

Στις 4 Οκτωβρίου 2009 ο κ. Γ. Παπανδρέου κερδίζει τις εκλογές με 43,92%. Αναφέρουν πολλοί την πολυσημία, το «λεφτά υπάρχουν» και τη νέα πολύμηνη καθυστέρηση στη λήψη περιοριστικών μέτρων ως αυτό που τελικά οδήγησε τη χώρα στο Μνημόνιο. Η ερμηνεία αυτή όλους μάς έχει γοητεύσει κατά καιρούς. Είναι όμως έτσι; Η κρίση σε πραγματικούς αριθμούς ήταν χειρότερη από την κρίση του 1985 και του 1994 γιατί αυτή τη φορά το δημόσιο χρέος είχε πραγματικά εκραγεί, ενώ το παράδοξο είναι ότι δεν το αντιλαμβανόμασταν γιατί λειτουργούσαμε στο προστατευμένο περιβάλλον του ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι οι ιμάντες δανεισμού λειτουργούσαν θαυμάσια σαν να ήμασταν Γερμανία, την ίδια ώρα που τα ελλείμματα είχαν εκραγεί πέρα από κάθε προηγούμενο. Με άλλα λόγια, η οικονομία είχε καταρρεύσει πολύ καιρό προτού στερέψουν τα κεφάλαια που μας προστάτευαν από τις συνέπειες της κατάρρευσης. Αν ο κ. Παπανδρέου ελάμβανε αμέσως αυστηρά μέτρα περιορισμού μισθών και συντάξεων, αυτά με μαθηματική ακρίβεια αποκλείεται να ήταν ηπιότερα του Μνημονίου. Ο στόχος των μέτρων θα ήταν να «πειστούν» οι αγορές να χρηματοδοτήσουν ένα μικρότερο έλλειμμα του προϋπολογισμού για το 2010. Κατά συνέπεια, τα μέτρα ήταν εξασφαλισμένα.

Γιατί δεν τα έλαβε αμέσως; Γιατί, όπως τεκμηριώνουν στελέχη που συμμετείχαν στην κυβέρνηση Παπανδρέου, στο τέλος του 2009, με το δημόσιο χρέος στα 298 δισ. ευρώ να παράγει τόκους πιο γρήγορα από ποτέ, με το ετήσιο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών (διαφορά εισαγωγών - εξαγωγών) να αγγίζει τα αστρονομικά για τα δεδομένα της χώρας 30 δισ. και με αρνητικό ρυθμό ανάπτυξης (-2,3%), οι αγορές ούτως ή άλλως δεν θα χρηματοδοτούσαν τη χώρα παρά μόνο με απαγορευτικά επιτόκια. Ο Γ. Παπακωνσταντίνου έχει καταγράψει στέρεα επιχειρήματα για όλα τα παραπάνω στο πρόσφατο βιβλίο του «Game Over» (εκδόσεις Παπαδόπουλος) που έγινε best seller. Ακόμα λοιπόν κι αν λαμβάνονταν τα σκληρότερα δημοσιονομικά μέτρα υπό συνθήκες σουηδικής κοινωνικής ειρήνης, ο λογαριασμός δεν θα έβγαινε. Με ένα χρέος τόσο εκρηκτικό κανένα πακέτο μέτρων δεν ήταν αρκετό χωρίς εξωτερική στήριξη που θα εξασφάλιζε την κάλυψη των νέων (μικρότερων) ελλειμμάτων και την εξυπηρέτηση των τόκων που το χρέος αυτό διαρκώς παρήγε.

Ακόμα και ύστερα από μέτρα λιτότητας που η κυβέρνηση Παπανδρέου γρήγορα θα επέβαλλε μόνη της (για παράδειγμα, αν μείωνε μισθούς και συντάξεις κατά 20% ήδη την πρώτη ημέρα σχηματισμού κυβέρνησης), η χώρα θα χρειαζόταν τεράστια κεφάλαια για να χρηματοδοτήσει και να συνεχίσει να καταβάλλει το υπόλοιπο 80% - συν τους τόκους. Δεν αρκούσε λοιπόν μια περικοπή 20% για να αποφύγουμε το ΔΝΤ. Θα αρκούσε, ίσως, κάτι περισσότερο; Ας υποθέσουμε ότι θα μπορούσε να αποφασιστεί εν μια νυκτί περικοπή 60%-70%. Ακόμα κι αν αυτό γινόταν χωρίς κοινωνικό πόλεμο και χωρίς να καταρρεύσει η οικονομία από το απότομο σοκ, το πρόβλημα πάλι δεν θα είχε λυθεί γιατί θα έπρεπε επιπλέον να εξασφαλιστούν δεκάδες δισεκατομμύρια για να αποπληρωθούν τόκοι και να αναχρηματοδοτηθεί το χρέος. Η μοναδική λύση λοιπόν ήταν η σταδιακή προσαρμογή με περικοπές της τάξης του 20% και η αναζήτηση εξωτερικής στήριξης πάνω από 100 δισ. ευρώ για τρία χρόνια. Και εφόσον αυτά τα κεφάλαια οι αγορές δεν θα τα εμπιστεύονταν στην Ελλάδα, τότε αυτά έπρεπε να αναζητηθούν στους διεθνείς θεσμούς.

Ούτε όμως το ΔΝΤ διέθετε αυτά τα κεφάλαια (το μερίδιο στήριξης που αναλογούσε στη χώρα μας έφθανε μόλις και μετά βίας τα 20 δισ.). Γι' αυτό ο κ. Παπανδρέου, παρά την πολιτική αμφισημία του, επέμενε να διεκδικεί ευρωπαϊκή στήριξη και πρώτος μίλησε για την αναγκαιότητα δημιουργίας ευρωπαϊκού μηχανισμού. Ωστόσο η άποψή του ότι έπρεπε να προετοιμάσει σταδιακά τον λαό προτού ληφθούν τα πρώτα σκληρά μέτρα παραμένει αμφιλεγόμενη.

Το εμπόριο της αυταπάτης

Οσο για την περίφημη αναδιάρθρωση του χρέους, αυτή δεν μπορούσε να γίνει αμέσως χωρίς να χάσουμε όλοι οι Ελληνες 50%-70% των καταθέσεών μας και ασφαλώς χωρίς να πληγούν τραπεζικά συστήματα της ευρωζώνης θέτοντας έτσι σε κίνδυνο ολόκληρη την ευρωπαϊκή, την παγκόσμια και φυσικά  την ελληνική οικονομία. Οι μεγαλύτεροι δανειστές του ελληνικού κράτους ήταν οι ελληνικές τράπεζες χρησιμοποιώντας τις καταθέσεις μας. Αν η ελληνική κυβέρνηση «κούρευε» μονομερώς τους δανειστές της τότε αυτό θα ισοδυναμούσε με «κούρεμα» των λογαριασμών μας. Το ΔΝΤ μπορεί με βάση τους οικονομικούς κανόνες να έπρεπε να επιμείνει σε μια άμεση αναδιάρθρωση χρέους, ωστόσο στην πράξη κανένας δεν διέθετε ένα τέτοιο ασφαλές σχέδιο περικοπής κρατικού χρέους για να εφαρμοστεί σε οποιαδήποτε χώρα στο σύγχρονο διεθνές διασυνδεδεμένο χρηματοοικονομικό περιβάλλον υπό συνθήκες κατεπείγοντος. Η αναδιάρθρωση είναι βέβαιο ότι μεθοδευόταν για να πραγματοποιηθεί αργότερα, προγραμματισμένα και με τους λιγότερους κραδασμούς. Γι' αυτό σχεδιάστηκε, αποφασίστηκε και ανακοινώθηκε 16 μήνες μετά, πριν από το τέλος του 2011, κυριολεκτικά στις τελευταίες ημέρες της κυβέρνησης Παπανδρέου. Ηταν η μεγαλύτερη περικοπή χρέους στην ιστορία (PSI), που επιβλήθηκε χάρη στην επιμονή της κυρίας Ανγκελα Μέρκελ και του κ. Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και υλοποιήθηκε το 2012 από την κυβέρνηση Παπαδήμου με τη στήριξη του ΠαΣοΚ και της ΝΔ και με υπουργό Οικονομικών τον κ. Ευ. Βενιζέλο.

Κατά συνέπεια, όπως έχει αποδειχθεί, το Μνημόνιο ήταν η μοναδική λύση. Ας αφήσουν λοιπόν ήσυχο τον τεχνοκράτη κ. Γεωργίου, προτού εγκαταλείψουν πια όλοι οι ικανοί Ελληνες την Ελλάδα. Και είναι βέβαιο ότι θα το κάνουν αν πειστούν οριστικά πως η χώρα μας έχει περάσει πλέον στην κατηγορία των κρατών όπου επιπόλαιοι πολιτικοί αστέρες που συμμετέχουν «με το ζόρι» σε προβληματικά πολιτικά συστήματα δεσπόζουν ανενόχλητοι και διασύρουν τους ικανούς προκειμένου να συγκαλύπτουν τη δική τους ανεπάρκεια, να ρυθμίζουν εσωκομματικούς λογαριασμούς και να συντηρούν ελπίδες ότι θα κερδίζουν εκλογές «έστω και με μία ψήφο διαφορά».

Στο τέλος του 2009, με το δημόσιο χρέος στα 298 δισ. ευρώ να παράγει τόκους πιο γρήγορα από ποτέ, με το ετήσιο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών να αγγίζει τα αστρονομικά για τα δεδομένα της χώρας 30 δισ. και με αρνητικό ρυθμό ανάπτυξης (-2,3%), οι αγορές ούτως ή άλλως δεν θα χρηματοδοτούσαν τη χώρα παρά μόνο με απαγορευτικά επιτόκια. Ακόμα και με τα σκληρότερα δημοσιονομικά μέτρα ο λογαριασμός δεν έβγαινε. Με ένα χρέος τόσο εκρηκτικό κανένα πακέτο μέτρων δεν ήταν αρκετό χωρίς εξωτερική στήριξη που θα εξασφάλιζε την κάλυψη των νέων (μικρότερων) ελλειμμάτων και την εξυπηρέτηση των τόκων που το χρέος αυτό διαρκώς παρήγε.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ