Log in

Δικαιοσύνη και ελεύθερο εμπόριο

Δικαιοσύνη και ελεύθερο εμπόριο

Το παγκόσμιο σύστημα εμπορίου θα βρεθεί αντιμέτωπο με ένα σημαντικό σημείο καμπής στο τέλος αυτού του έτους, ένα που αναβλήθηκε όταν η Κίνα εντάχθηκε στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου σχεδόν 15 χρόνια πριν. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να αποφασίσουν εάν θα αρχίσουν να αντιμετωπίζουν την Κίνα ως «οικονομία αγοράς» στις εμπορικές τους πολιτικές. Δυστυχώς, ακόμη κι ενώ η μάχη κλιμακώνεται κατά τη διάρκεια του έτους, οι όροι της επιλογής διασφαλίζουν πως δε θα γίνει τίποτα για να αντιμετωπιστούν οι βαθύτερες ατέλειες του παγκόσμιου εμπορικού καθεστώτος.

Η συμφωνία για την ένταξη της Κίνας στον ΠΟΕ, η οποία υπογράφηκε τον Δεκέμβριο του 2001, επέτρεπε στους εμπορικούς εταίρους της Κίνας να την αντιμετωπίζουν ως «μη οικονομία αγοράς» (NME) για μια περίοδο 15 ετών. Η κατάστασή της ως NME διευκόλυνε τις εισαγωγικές χώρες να επιβάλουν ειδικούς δασμούς στις κινεζικές εξαγωγές, υπό τη μορφή δασμών αντιντάμπινγκ. Συγκεκριμένα, μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τα κόστη παραγωγής σε πιο ακριβές χώρες στη θέση του πραγματικού κόστους της Κίνας, αυξάνοντας τόσο την πιθανότητα εύρεσης ντάμπινγκ όσο και το υπολογισμένο οριακό ντάμπινγκ.

Σήμερα, παρ’ ότι πολλές χώρες, όπως η Αργεντινή, η Βραζιλία, η Χιλή και η Νότιος Κορέα, έχουν ήδη επιβραβεύσει την Κίνα με βαθμό οικονομίας αγοράς, οι δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου, οι ΗΠΑ και η ΕΕ, δεν το έχουν κάνει. Ωστόσο, είτε το κάνουν είτε όχι, τα μέτρα αντιντάμπινγκ δεν είναι καλή επιλογή για την αντιμετώπιση των ανησυχιών περί αθέμιτου εμπορίου – όχι επειδή αυτές οι ανησυχίες είναι αβάσιμες, αλλά επειδή ξεπερνούν κατά πολύ το ντάμπινγκ. Το αντιντάμπινγκ διευκολύνει το χειρότερο είδος προστατευτισμού, χωρίς να κάνει τίποτα για τις χώρες που χρειάζονται θεμιτό περιθώριο πολιτικής.

Οι οικονομολόγοι δε συμπαθούσαν ποτέ ιδιαίτερα τους κανόνες αντιντάμπινγκ του ΠΟΕ. Από αυστηρά οικονομική άποψη, η τιμολόγηση κάτω του κόστους δεν είναι πρόβλημα για την εισαγωγική οικονομία εφόσον οι επιχειρήσεις που εμπλέκονται σε αυτήν τη στρατηγική δεν έχουν πολλές προοπτικές μονοπωλίου στην αγορά. Για αυτόν τον λόγο οι πολιτικές εγχώριου ανταγωνισμού συνήθως απαιτούν αποδείξεις αντι-ανταγωνιστικών πρακτικών ή την πιθανότητα επιτυχούς θήρευσης. Υπό τους κανόνες του ΠΟΕ, ωστόσο, η τιμολόγηση κάτω του κόστους από την πλευρά των εξαγωγών είναι επαρκής για την επιβολή εισαγωγικών δασμών, ακόμη κι όταν αποτελεί τυπική ανταγωνιστική πρακτική – για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια οικονομικών πτώσεων.

Αυτή και άλλες διαδικαστικές θεωρήσεις κάνουν το αντιντάμπινγκ την προτιμώμενη μέθοδο των εταιρειών θέλουν να αποκτήσουν προστασία έναντι των ξένων αντιπάλων τους όταν τα πράγματα είναι δύσκολα. Ο ΠΟΕ έχει έναν συγκεκριμένο μηχανισμό «ασφαλείας» που επιτρέπει στις χώρες να αυξήσουν προσωρινά τους δασμούς όταν οι εισαγωγές δημιουργούν «σημαντική ζημιά» στις εγχώριες εταιρείες. Όμως τα διαδικαστικά εμπόδια είναι υψηλότερα για τους μηχανισμούς ασφαλείας, και οι χώρες που τους χρησιμοποιούν αναγκάζονται να αποζημιώσουν τους αρνητικά επηρεαζόμενους εξαγωγείς.

Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους. Από τη στιγμή που δημιουργήθηκε ο ΠΟΕ το 1995, περισσότεροι από 3.000 δασμοί αντιντάμπινγκ έχουν τεθεί σε ισχύ (με την Ινδία, τις ΗΠΑ και την ΕΕ να είναι από τους πιο τακτικούς χρήστες). Ο αντίστοιχος αριθμός των μέτρων ασφαλείας είναι μόλις 155 (με τις αναπτυσσόμενες χώρες να τα χρησιμοποιούν συχνότερα). Προφανώς, το αντιντάμπινγκ είναι η προτιμώμενη εμπορική συνταγή.

Ωστόσο, το παγκόσμιο εμπορικό καθεστώς θα πρέπει να ασχοληθεί με τα ζητήματα της δικαιοσύνης, εκτός από την οικονομική αποδοτικότητα. Όταν οι εγχώριες επιχειρήσεις πρέπει να ανταγωνιστούμε, ας πούμε, κινέζικες εταιρείες που στηρίζονται οικονομικά από μια κυβέρνηση με βαθιές τσέπες, το γήπεδο γέρνει με έναν τρόπο που οι περισσότεροι θα θεωρούσαν απαράδεκτο. Κάποια είδη ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος υπονομεύουν τη νομιμότητα του διεθνούς εμπορίου, ακόμη και όταν (όπως σε αυτό το παράδειγμα) μπορεί να σημαίνουν συνολικά οικονομικά οφέλη για τη χώρα-εισαγωγέα. Συνεπώς, το καθεστώς του αντιντάμπινγκ έχει πολιτική λογική.

Οι εμπορικοί πολιτικοί παράγοντες γνωρίζουν πολύ καλά αυτή τη λογική, και γι’ αυτόν τον λόγο το καθεστώς αντιντάμπινγκ υπάρχει υπό την παρούσα του μορφή, επιτρέποντας τη σχετικά εύκολη προστασία. Αυτό που οι εμπορικοί αξιωματούχοι δεν έχουν λάβει ποτέ υπόψιν, είναι πως το επιχείρημα της δικαιοσύνης εκτείνεται πέραν του πεδίου του ντάμπινγκ.

Εάν είναι άδικο για τις εγχώριες επιχειρήσεις να ανταγωνίζονται ξένες οντότητες που επιδοτούνται ή προωθούνται από τις κυβερνήσεις τους, δεν είναι παρομοίως άδικο για τους εγχώριους εργαζομένους να ανταγωνίζονται ξένους εργαζομένους που δεν έχουν θεμελιώδη δικαιώματα, όπως συλλογική διαπραγμάτευση ή προστασία κατά της κακοποίησης στον εργασιακό χώρο; Δεν είναι και οι εταιρείες που καταστρέφουν το περιβάλλον, χρησιμοποιούν παιδική εργασία ή παρέχουν επικίνδυνο περιβάλλον εργασίας επίσης πηγή αθέμιτου ανταγωνισμού;

Αυτού του είδους οι ανησυχίες για τον αθέμιτο ανταγωνισμό βρίσκονται στην καρδιά της αντίδρασης κατά της παγκοσμιοποίησης. Ωστόσο, οι λύσεις του νόμιμου εμπορίου αφήνουν ελάχιστο περιθώριο για αυτές πέραν της στενής εμπορικής σφαίρας της τιμολόγησης κάτω του κόστους. Τα εργατικά συνδικάτα, οι ΜΚΟ ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι ομάδες των καταναλωτών, ή οι περιβαλλοντικές οργανώσεις δεν έχουν άμεση πρόσβαση στην προστασία που τον τρόπο που την έχουν οι επιχειρήσεις.

Οι εμπειρογνώμονες του εμπορίου διστάζουν εδώ και καιρό να διευρύνουν το καθεστώς του ΠΟΕ σε ερωτήματα εργασίας και περιβαλλοντικών προτύπων ή ανθρωπίνων δικαιωμάτων, φοβούμενοι τον μονόδρομο προς τον προστατευτισμό. Όμως γίνεται ολοένα και πιο ξεκάθαρο πως ο αποκλεισμός αυτών των ζητημάτων δημιουργεί μεγαλύτερο πρόβλημα. Το εμπόριο με χώρες που έχουν διαφορετικά οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά μοντέλα δημιουργούν γνήσιες ανησυχίες για τη νομιμότητα. Η άρνηση αναγνώρισης αυτών των ανησυχιών όχι μόνο υπονομεύει αυτές τις εμπορικές σχέσεις, αλλά θέτει και σε κίνδυνο τη νομιμότητα ολόκληρου του καθεστώτος του παγκοσμίου εμπορίου.

Τίποτα από αυτά δε σημαίνει ότι οι δημοκρατίες δε θα πρέπει να εμπορεύονται με μη δημοκρατίες. Το ζήτημα είναι πως η εμπορική λογική δεν είναι η μόνη άποψη που θα πρέπει να καθορίζει τις οικονομικές σχέσεις. Δεν μπορούμε να ξεφύγουμε – και συνεπώς πρέπει να αντιμετωπίσουμε – από το δίλημμα πως τα κέρδη από το εμπόριο έρχονται συχνά με τίμημα την επιβάρυνση των εγχώριων κοινωνικών ρυθμίσεων.

Ο δημόσιος διάλογος είναι ο μόνος τρόπος με τον οποίο οι δημοκρατίες μπορούν να ξεκαθαρίσουν τις συγκρουόμενες αξίες και συμβιβασμούς. Οι εμπορικές διαφωνίες με την Κίνα και άλλες χώρες είναι μια ευκαιρία να γίνουν γνωστά – και όχι να παραγκωνιστούν – αυτά τα ζητήματα, κάνοντας έτσι ένα σημαντικό βήμα προς τον εκδημοκρατισμό του παγκόσμιου εμπορικού καθεστώτος.    

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ