Image default
Πρώτο Θέμα

Γιατί δεν είναι όλα τα χρέη ίδια !

Γιατί δεν είναι όλα τα χρέη ίδια !

Όλοι μιλούν για το χρέος, αναφερόμενοι σε τεράστια ονομαστικά νούμερα που επηρεάζουν εξαιρετικά τις συζητήσεις δημόσιας πολιτικής σε όλον τον κόσμο. Όμως δεν είναι όλα τα χρέη ίδια.

Για αρχή, όταν μιλάμε για δημόσιο χρέος, υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ των ακαθάριστων και καθαρών αριθμών. Ενώ το ακαθάριστο δημόσιο χρέος της Ιαπωνίας, για παράδειγμα, είναι ένα τεράστιο 246% του ΑΕΠ, ο καθαρός αριθμός, υπολογίζοντας τα ενδοκυβερνητικά χρέη, είναι 127% του ΑΕΠ.

Επιπροσθέτως, αυτό που θα έπρεπε να έχει πραγματική σημασία σε ότι αφορά το βάρος του δημόσιου χρέους μιας χώρας είναι το ετήσιο κόστος της εξυπηρέτησής του. Όπως σημείωσε πρόσφατα ο Daniel Gros, το χρέος που μπορεί να αναβάλλεται επ’ αόριστον με μηδενικά επιτόκια δεν είναι καν χρέος. Αυτό είναι ένα ακραίο παράδειγμα, όμως όσο πιο κοντά στο μηδέν πλησιάζει το επιτόκιο και όσο μεγαλύτερες γίνονται οι προθεσμίες, τόσο χαμηλότερο είναι το βάρος του συνόλου του χρέους.

Παρ’ ότι το δημόσιο χρέος της Ελλάδας φτάνει περίπου στο 175% του ΑΕΠ, τα χαμηλά επιτόκια – που έχουν τοποθετηθεί σε μεγάλο μέρος του – και οι μεγάλες προθεσμίες σημαίνουν πως ίσως είναι πιο διαχειρίσιμο απ’ ότι φαίνεται. Ο λόγος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ στην Ελλάδα είναι παρόμοιος με αυτός της Πορτογαλίας και ακόμη και της Ιταλίας. Πράγματι, αυτός είναι ο λόγος που η τελευταία συμφωνία με την Ελλάδα, η οποία περιέχει ακόμα περισσότερους πόρους διάσωσης, θα μπορούσε να πιάσει, αρκεί να παρασχεθεί στη χώρα η αναδιάρθρωση χρέους που χρειάζεται για να ανατραπεί η πτώση του ΑΕΠ της, να μειώσει τα πρωτογενή της πλεονάσματα και να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις που θα ενισχύσουν τον ισολογισμό της.

Αυτές οι συνθήκες υπογραμμίζουν το γιατί είναι λάθος να εστιάζουμε μόνο στους ετήσιους προϋπολογισμούς, χωρίς τον σωστό υπολογισμό των μακροπρόθεσμων επιπτώσεων στον ισολογισμό του πώς χρησιμοποιούνται τα δανεισθέντα χρήματα. Αυτή η στενή, βραχυπρόθεσμη εστίαση διαφέρει από την προσέγγιση που χρησιμοποιούν οι εισηγμένες στο χρηματιστήριο επιχειρήσεις, για τις οποίες η δύναμη του ισολογισμού και η προοπτική της οικονομίας τονίζονται, μαζί με τις δηλώσεις ετήσιου εισοδήματος.

Φανταστείτε, για παράδειγμα, πως η Γερμανία δανείζεται με σταθερό, πραγματικό επιτόκιο 1% με προθεσμία δέκα ετών και επενδύει τα χρήματα στην επιδιόρθωση των εσωτερικών υποδομών μεταφορών. Αυτές οι επενδύσεις φέρουν μία μικρή οικονομική επιστροφή 4% μέσω τελών, διοδίων, και μακροπρόθεσμα εισπράξεων φόρων (χάρη στην αύξηση του ΑΕΠ). Αυτές οι επενδύσεις θα ενίσχυαν άμεσα τον ισολογισμό του δημόσιου τομέα της Γερμανίας. Χωρίς καν να υπολογίσουμε τα κοινωνικά κέρδη που θα προκύψουν από τη μείωση της κίνησης και την καθαρότερη ατμόσφαιρα.

Πέρα από τις υποδομές, οι δαπάνες για τη βελτίωση της παιδείας – ιδιαίτερα στην εξασφάλιση πως η επόμενη γενιά θα λάβει τις γνώσεις που χρειάζεται για να συμβάλλει στην οικονομία του 21ου αιώνα – θα είχαν επίσης ως αποτέλεσμα την ταχύτερη ανάπτυξη του ΑΕΠ. Και αυτές, επίσης, θα απόφεραν σημαντικά κοινωνικά πλεονεκτήματα.

Για κυβερνήσεις με πρόσβαση στα σημερινά εξαιρετικά χαμηλά – και συχνά αρνητικά – πραγματικά επιτόκια, μπορεί να μοιάζει παιχνιδάκι να δανειστούν και να επενδύσουν περισσότερο σε σχέδια με μακροπρόθεσμα πλεονεκτήματα. Με αυτόν τον τρόπο θα ενίσχυαν τον ισολογισμό τους, θα γέμιζαν τον δημόσιο τομέα και θα δημιουργούσαν θέσεις εργασίας. Όμως οι υπολογισμοί των ισολογισμών σπάνια βρίσκονται στο επίκεντρο του πολιτικού διαλόγου.

Αναμφισβήτητα, γίνεται κάποια πρόοδος στην προσθήκη πιο μακροπρόθεσμων υπολογισμών στους κανονισμούς του ετήσιου προϋπολογισμού. Σώματα όπως η Ευρωπαϊκή Κομισιόν ξεχωρίζουν όλο και περισσότερο τα δομικά και τα κυκλικά συστατικά ενός δημοσιονομικού ελλείμματος και συνεπώς συνυπολογίζουν την πιθανή παραγωγή, η οποία αυξάνεται με την επένδυση, στις εκτιμήσεις τους. Αυτό, ωστόσο, είναι παρά μόνον ένα μικρό βήμα στη σωστή κατεύθυνση.

Για να αποκτήσει ισχύ μία μακροπρόθεσμη, ισολογιστική προσέγγιση, οι πολιτικοί θα πρέπει να αφήσουν πίσω τους τις ιδεολογικές προκαταλήψεις που στρεβλώνουν τη δημοσιονομική πολιτική. Οι υποστηρικτές της λιτότητας αυτή τη στιγμή χρησιμοποιούν ονομαστικούς αριθμούς χρεών για να τρομάξουν τους ψηφοφόρους, ακόμη και σε χώρες με εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια και μεγάλα κέρδη στον ιδιωτικό τομέα που δε δρομολογούνται προς την επένδυση. Για να αντικρούσουν τα επιχειρήματά τους, όσοι επηρεάζουν την κοινή γνώμη θα πρέπει να τονίσουν τα αναμενόμενα, μακροπρόθεσμα κέρδη από τις σταδιακές κρατικές επενδύσεις, όχι με ιδεολογικά επιχειρήματα, αλλά με στέρεα παραδείγματα από διάφορους τομείς στο πρόσφατο παρελθόν που είχαν ένα καλό ποσοστό επιστροφών.

Φυσικά, όπως έχει εξηγήσει ο οικονομολόγος Charles Wyplosz, η ανάλυση της βιωσιμότητας του χρέους είναι εξαιρετικά αβέβαιη. Κάποιες ανάγκες, ωστόσο, μπορούν σε λογικά πλαίσια να προβλεφθούν. Μέσα στη μαζική, ακάλυπτη ζήτηση για νέες, συμβατές με το κλίμα υποδομές και για εργαζόμενους με σύγχρονες ικανότητες, οποιαδήποτε ημι-ικανή κυβέρνηση θα έπρεπε να μπορεί να αναδείξει την πιθανότητα των σημαντικών, πραγματικών κερδών από τις σταδιακές επενδύσεις.

Σε πολλές χώρες, θα μπορούσε κανείς να ρεαλιστικά να περιμένει ένα μέσο όρο επιστροφής 4% από μια επένδυση αξίας τουλάχιστον μίας ποσοστιαίας μονάδας του ΑΕΠ. Εάν το οριακό πραγματικό επιτόκιο είναι 1%, μία αύξηση στις κρατικές επενδύσεις θα μείωνε στην πραγματικότητα το μελλοντικό χρέος. Φυσικά, είναι πιθανό μια υπερβολικά μεγάλη αύξηση να ασκήσει πίεση στα πραγματικά επιτόκια, με αυτόν τον τρόπο εκδιώκοντας τις πιθανές ιδιωτικές επενδύσεις. Εάν υπάρχει σημαντικός κίνδυνος για τα επιτόκια, όπως για παράδειγμα σε χώρες χωρίς αποθεματικό νομίσματος, και αυτό θα πρέπει να ληφθεί υπόψη.

Οι σημερινές συζητήσεις για τη δημοσιονομική πολιτική δε θα πρέπει να εστιάζουν σε απλοϊκούς αριθμούς επικεφαλίδας. Για να ενισχυθούν οι δημόσιοι λογαριασμοί, τόσο οι συντηρητικοί όσο και οι προοδευτικοί θα πρέπει να ξεκινήσουν να προωθούν μια μακροπρόθεσμη προσέγγιση, προσανατολισμένη προς τον ισολογισμό, στη διαμόρφωση των πολιτικών, εξασφαλίζοντας πως οι συζητήσεις θα βασίζονται σε σχετικά στοιχεία. Σε διαφορετική περίπτωση, οι λάθος πολιτικές – και μαζί τους η αναιμική ανάπτυξη του ΑΕΠ και η αδύναμη δημιουργία θέσεων εργασίας – θα συνεχίσουν να υπερισχύουν.          

Σχετικα αρθρα

Ο βικτοριανός κόσμος και ο υπόκοσμος των οικονομικών III

admin

ΤτΕ: Η επίτευξη ενός ικανοποιητικού επιπέδου οργανικής κερδοφορίας μια από τις προκλήσεις για τις ελληνικές τράπεζες

admin

ESM: ΕΚΤ και Ταμείο Ανάκαμψης επέτρεψαν στην Ελλάδα να διατηρήσει υψηλά ταμειακά υπόλοιπα

admin

Μπάιντεν-Πούτιν: Οι χαμηλές προσδοκίες επιβεβαιώθηκαν

admin

Fed:Πότε θα αλλάξει πολιτική

admin

Πώς να εμποδίσουμε τη Γερμανία να γίνει μια ευρωσκεπτικιστική χώρα

admin

Η σχέση ΗΠΑ-Ευρώπης έχει αλλάξει για πάντα – Και ο Πούτιν το γνωρίζει καλά

admin

Ευρώπη:Θα προκαλέσει ο Covid νέα οικονομική κρίση;

admin

Ο κίνδυνος του πληθωρισμού είναι εντελώς πραγματικός

admin

XA:Άνοδος με ρευστότητα και ουσία

admin

Μετά την πανδημία κερδίζει η… Κίνα – Γιατί διαγκωνίζονται για επενδύσεις οι ευρωπαϊκοί κολοσσοί

admin

Deloitte: 8 στους 10 Έλληνες CFOs αναμένουν άνοδο εσόδων των εταιρειών τους

admin