Image default
Οικονομία Πρώτο Θέμα

Ανησυχία του δημοσιονομικού συμβουλίου για την επανεμφάνιση των “δίδυμων” ελλειμμάτων

  • Μεγάλη πτώση του ΑΕΠ το γ’ τρίµηνο του 2020 κατά 11,7%, οφειλόµενη κατά βάση στη µείωση των τουριστικών εισπράξεων. 
  • Θετική µεταβολή σε ιδιωτική (1%) και δηµόσια (4,4%) κατανάλωση, καθώς και στον ακαθάριστο σχηµατισµό κεφαλαίου (31,5%), η οποία ωστόσο οφείλεται στην αύξηση των αποθεµάτων. 
  • Μείωση της απασχόλησης στο οκτάµηνο κατά 81,6 χιλιάδες άτοµα. 
  • Διατηρούνται οι αντιπληθωριστικές πιέσεις, µε τον Εν.ΤΚ να µειώνεται τον Οκτώβριο του 2020 κατά 2% σε σχέση µε πέρυσι. 
  • Προβληµατισµός για την εµφάνιση υψηλού «δίδυµου ελλείµµατος» το 2020: Έλλειµµα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών κατά περίπου €8,6 δισ. στο εννεάµηνο, κυρίως, λόγω πτώσης των τουριστικών εισπράξεων. 
  • Ταµειακό έλλειµµα Γενικής Κυβέρνησης της τάξης των €10,5 δισ. στο δεκάµηνο Μεγάλη και συνεχής η πτώση του δείκτη καταναλωτικής εµπιστοσύνης, προοιωνίζεται πιθανή κάµψη της κατανάλωσης το δ’ τρίµηνο του έτους. 
  • Το ύψος των ληξιπρόθεσµων υποχρεώσεων του ∆ηµοσίου παραµένει επίµονα υψηλό και διαµορφώθηκε στα €2,5 δισ., στο δεκάµηνο του 2020. 
  • Διατηρείται η τάση αύξησης των καταθέσεων νοικοκυριών και επιχειρήσεων, η οποία πιθανώς να συνδέεται µε γενικευµένο κλίµα οικονοµικής ανασφάλειας. 
  • Οι αποδόσεις των ελληνικών οµολόγων εξακολουθούν να βρίσκονται σε ιστορικά χαµηλά επίπεδα, λόγω της στήριξης που παρέχει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. 

Το γ’ τρίµηνο του έτους, το ΑΕΠ κατέγραψε σηµαντική επιβράδυνση, σε ετήσια βάση, για δεύτερο συνεχόµενο τρίµηνο, η οποία διαµορφώθηκε στο 11,7% (∆ιάγραµµα 1). Η εξέλιξη αυτή οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στο πολύ υψηλό έλλειµµα του ισοζυγίου αγαθών και υπηρεσιών. Το εν λόγω έλλειµµα διαµορφώθηκε το γ’ τρίµηνο του 2020 σε €6.732 εκατ., έναντι πλεονάσµατος της τάξης των €392 εκατ., το γ’ τρίµηνο του 2019. Κατά το γ’ τρίµηνο το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,3% σε σχέση µε το αµέσως προηγούµενο τρίµηνο, κυρίως, λόγω της (αναµενοµένης) ενίσχυσης της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά 15,3%.

Ειδικότερα, το γ’ τρίµηνο του 2020 οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών συρρικνώθηκαν κατά 44,9%. Το αποτέλεσµα αυτό προήλθε αποκλειστικά από τη µείωση των εξαγωγών υπηρεσιών κατά 80% ή σε απόλυτο µέγεθος κατά €8.273 εκατ., λόγω της σηµαντικής µείωσης των τουριστικών εισπράξεων, σε σχέση µε πέρυσι. Οι εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών κατέγραψαν επίσης κάµψη, η οποία ωστόσο ήταν σαφώς µικρότερη από αυτή των εξαγωγών και διαµορφώθηκε σε 6,4%. Η κάµψη των εισαγωγών οφείλεται, κυρίως, στη µείωση της αξίας των υπηρεσιών κατά 18,1% ή €883 εκατ., σε σχέση µε το γ’ τρίµηνο του 2019. Αναφορικά µε τις υπόλοιπες συνιστώσες του ΑΕΠ, η ιδιωτική και η δηµόσια κατανάλωση κατέγραψαν αύξηση της τάξης του 1% και 4,4% αντίστοιχα. Ο ακαθάριστος σχηµατισµός κεφαλαίου κατέγραψε αύξηση κατά 31,5%, αποκλειστικά λόγω της αύξησης των αποθεµάτων, ενώ ο ακαθάριστος σχηµατισµός παγίου κεφαλαίου (ΑΣΠΚ) µειώθηκε οριακά κατά 0,3%. Η πτώση αυτή οφείλεται αποκλειστικά στη µείωση της αξίας των επενδύσεων σε µεταφορικό εξοπλισµό, κατά 53,1%. Η αξία των υπόλοιπων κατηγοριών επενδύσεων αυξήθηκε µε την πιο ισχυρή αύξηση να καταγράφεται στην κατηγορία «Εξοπλισµός Τεχνολογίας Πληροφορικής και Επικοινωνίας» (+15,3%).

Σύµφωνα µε τα τελευταία διαθέσιµα στοιχεία (Αύγουστος 2020), η απασχόληση δέχεται πλήγµα ως αποτέλεσµα της οικονοµικής κρίσης που προκάλεσε η πανδηµία, µε αποτέλεσµα να αντιστραφεί η πορεία βελτίωσης που παρατηρούνταν τα προηγούµενα έτη. Ειδικότερα, την περίοδο Μαρτίου-Αυγούστου 2020, η απασχόληση µειώθηκε κατά 81,6 χιλιάδες άτοµα, ενώ οι άνεργοι αυξήθηκαν κατά 50,7 χιλιάδες άτοµα φτάνοντας τα 771,3 χιλιάδες άτοµα. Ωστόσο, το ποσοστό ανεργίας εµφανίζεται σταθερό, καθώς τον Αύγουστο του 2020 διαµορφώθηκε σε 16,8% έναντι 16,9% τον αντίστοιχο µήνα πέρυσι. Επισηµαίνεται, ότι η σταθεροποίηση αυτή οφείλεται στη µείωση του εργατικού δυναµικού. Σε ετήσια βάση, ο αριθµός των απασχολούµενων τον Αύγουστο του 2020 ήταν µειωµένος κατά 99,1 χιλιάδες άτοµα, ενώ ο το µέγεθος του εργατικού δυναµικού ήταν µειωµένο κατά 127,9 χιλιάδες άτοµα. Η επιδείνωση της κατάστασης στην αγορά εργασίας αποτυπώνεται στα στοιχεία του πληροφοριακού συστήµατος Εργάνη. Το ισοζύγιο των ροών µισθωτής απασχόλησης της περιόδου Ιανουαρίου – Οκτωβρίου διαµορφώθηκε σε 120.820 θέσεις εργασίας έναντι 161.869 πέρσι. Αυτό είναι το χειρότερο αποτέλεσµα από το 2016 και µετά.

Σταθερά σε αρνητικό έδαφος παραµένει ο πληθωρισµός από τον Απρίλιο, κυρίως λόγω του περιορισµού της ζήτησης που προκλήθηκε από την πανδηµία και δευτερευόντως λόγω της µείωσης του ΦΠΑ (από 1/6/20) από το 24% στο 13% σε διάφορες κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών. Η µεταβολή του Εναρµονισµένου ∆είκτη Τιµών Καταναλωτή (Εν.∆ΤΚ) σε σχέση µε τον αντίστοιχο δείκτη του προηγούµενου έτους κυµαίνεται πέριξ του -2% τους τελευταίους πέντε µήνες. Αφαιρουµένης της επίδρασης από τη µείωση των φόρων, η µεταβολή του Εν.∆ΤΚ διαµορφώθηκε σε -1,1% τον Οκτώβριο του 2020. Κατά το µήνα αυτό, οι µεγαλύτερες µειώσεις του Εν.∆ΤΚ παρατηρήθηκαν στους κλάδους των µεταφορών (-6,8%), της στέγασης/ενέργειας (-4,7%) και των ξενοδοχείων-καφέ-εστιατορίων (-2,8%). Από την άλλη πλευρά, αύξηση καταγράφηκε στον κλάδο της διατροφής (+2%). Αντίστοιχες αντιπληθωριστικές τάσεις, αλλά σε µικρότερο βαθµό, παρατηρούνται επίσης σε επίπεδο ευρωζώνης, µε τη µεταβολή του Εν.∆ΤΚ τον Οκτώβριο του 2020 να διαµορφώνεται σε -0,3%. Στην Ευρωζώνη υψηλότερος αντιπληθωρισµός, εκτός από την Ελλάδα, σηµειώθηκε στην Εσθονία (-1,7%), την Ιρλανδία (-1,5%) και την Κύπρο (-1,4%). Η εκδήλωση της πανδηµίας, και ιδίως οι επιπτώσεις που προκάλεσε στην τουριστική κίνηση, οδήγησε σε σηµαντική επιδείνωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών κατά το εννεάµηνο Ιανουαρίου-Σεπτεµβρίου 2020. Συγκεκριµένα, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών εµφάνισε έλλειµµα ύψους €8.612 εκατ. έναντι ελλείµµατος µόλις €90 εκατ. την αντίστοιχη περυσινή περίοδο. Η επιδείνωση αυτή οφείλεται στην υποχώρηση του πλεονάσµατος του ισοζυγίου υπηρεσιών κατά €12.780 εκατ. (-69,4%), η οποία ήταν πολλαπλάσια από τη µείωση του ελλείµµατος του ισοζυγίου αγαθών κατά €3.343 εκατ. (-19,1%) και τη βελτίωση των ισοζυγίων πρωτογενών και δευτερογενών εισοδηµάτων κατά €753 και €161 εκατ. αντίστοιχα. 

Ειδικότερα, το έλλειµµα του ισοζυγίου αγαθών διαµορφώθηκε στα €14.125 εκατ., µε τις εισαγωγές να υποχωρούν σε σχέση µε πέρυσι κατά ποσό διπλάσιο εκείνου των εξαγωγών (-€6.522 εκατ. έναντι -€3.178 εκατ.), συντελώντας έτσι στη συρρίκνωση του ελλείµµατος. Σε µεγάλο βαθµό, η µείωση αυτή τόσο των εξαγωγών όσο και των εισαγωγών αντανακλά τη µείωση της αξίας των εξαγωγών και εισαγωγών καυσίµων, λόγω της πτώσης των διεθνών τιµών του πετρελαίου. Από την άλλη πλευρά, η µείωση των πλεονασµάτων κυρίως του ταξιδιωτικού ισοζυγίου κατά €11.226 εκατ. (-79,6%) και δευτερευόντως του ισοζυγίου µεταφορών κατά €1.468 εκατ. (-32,3%) οδήγησαν στον περιορισµό του πλεονάσµατος του ισοζυγίου υπηρεσιών το οποίο ανήλθε σε €5.641 εκατ. έναντι €18.421 εκατ. την αντίστοιχη περυσινή περίοδο (-69,4%). 

Η προαναφερθείσα επιδείνωση του ταξιδιωτικού ισοζυγίου από τα €14.095 στα €2.868 εκατ. οφείλεται στη µεγάλη µείωση της εισερχόµενης ταξιδιωτικής κίνησης κατά 20,8 εκατ. άτοµα (-77,2%), ενώ η µέση δαπάνη ανά ταξίδι εµφάνισε µικρή µόνο υποχώρηση κατά 2,2% και διαµορφώθηκε στα €570,5. Μετά τον Φεβρουάριο του 2020, οπότε και ξεκίνησαν να διαφαίνονται οι αρνητικές επιπτώσεις της πανδηµίας στην ελληνική οικονοµία, τόσο ο δείκτης οικονοµικής συγκυρίας όσο και η καταναλωτική εµπιστοσύνη παρουσίασαν µεγάλη κάµψη. Η εξέλιξη των δύο δεικτών χαρακτηρίστηκε από σχετική σταθεροποίηση στις αρχές του καλοκαιριού. 

Ο δείκτης οικονοµικής συγκυρίας διατηρήθηκε σχεδόν αµετάβλητος µέχρι και το Νοέµβριο, οπότε κατέγραψε τιµή 91 µονάδων, επίπεδο υψηλότερο από τον µέσο όρο των χωρών της ευρωζώνης. Παραµένει πάντως, σε σηµαντικά χαµηλότερο επίπεδο σε σχέση µε τις αρχές του έτους, όταν είχε διαµορφωθεί σε 109,5 µονάδες. Ο δείκτης καταναλωτικής εµπιστοσύνης, από την πλευρά του, βρίσκεται σε συνεχή πτώση τους τελευταίους τέσσερις µήνες µε αποτέλεσµα τον Νοέµβριο να φθάσει στις -48,3 µονάδες, δηλαδή κατά 10 µονάδες χαµηλότερα σε σχέση µε τις αρχές του έτους, ενώ χαµηλότερα επίσης ήταν σε σχέση µε τον µέσο όρο των χωρών της ευρωζώνης, όπου τον ίδιο µήνα έφθασε τις -17,6 µονάδες.

Ο δείκτης βιοµηχανικής παραγωγής εµφανίζεται σταθεροποιηµένος τόσο σε Ελλάδα όσο και στην Ευρωπαϊκή Ένωση κατά τους τελευταίους τρεις µήνες για τους οποίους διαθέτουµε στοιχεία (Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέµβριο), µετά την ανάκαµψη που σηµειώθηκε σταδιακά µετά τον Απρίλιο και το πρώτο κύµα της πανδηµίας. Το επίπεδο του δείκτη στην Ελλάδα (106,8) προσεγγίζει εκείνο πριν από την υγειονοµική κρίση, ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση φαίνεται ότι υπολείπεται ακόµη σηµαντικά. Η πορεία του κύκλου εργασιών στην αγορά βιοµηχανικών προϊόντων φαίνεται επίσης να σταθεροποιείται τόσο σε Ελλάδα όσο και σε Ευρώπη, αλλά σε επίπεδα χαµηλότερα εκείνων πριν από την κρίση, µε αποτέλεσµα ο δείκτης κύκλου εργασιών τον Σεπτέµβριο να διαµορφώνεται στο 100 και στο 103,3 για την Ελλάδα και την Ευρώπη, αντίστοιχα. 

O δείκτης «υπευθύνων προµηθειών στη µεταποίηση» PMI για την Ελλάδα, βρέθηκε το µήνα Νοέµβριο αρκετά χαµηλότερα από τις πενήντα µονάδες, επίπεδο που σηµατοδοτεί µεταβολή των εκτιµήσεων των υπευθύνων προµηθειών από ουδέτερες σε δυσµενείς. Το χαµηλό αυτό επίπεδο του ελληνικού δείκτη (42,3 µονάδες) ενδεχοµένως αντανακλά τις δυσµενείς προβλέψεις των υπευθύνων του κλάδου για την εξέλιξη του δεύτερου κύµατος της πανδηµίας και τις συνέπειες στην οικονοµία και την αγορά της µεταποίησης. Η επιδείνωση αυτή έρχεται µετά από πέντε συνεχόµενους µήνες σταθεροποίησης σε ουδέτερα επίπεδα (περί τις 50 µονάδες) µετά από την ανάκαµψη των εκτιµήσεων από το πρώτο κύµα της πανδηµίας. Η πορεία του δείκτη για τις χώρες της Ευρωζώνης εµφανίζεται σαφώς βελτιωµένη στις 53,8 µονάδες. Τους τελευταίους επτά µήνες καταγράφει µια θετική δυναµική, η οποία έχει ξεπεράσει τα επίπεδα προ της έναρξης της πανδηµίας και κινείται σταθερά σε τροχιά άνω των πενήντα µονάδων. 

Η εκτέλεση του Κρατικού Προϋπολογισµού στους δέκα µήνες του έτους (Ιανουάριος–Οκτώβριος) αποτυπώνει ανάγλυφα τις επιπτώσεις της πανδηµίας στη δηµοσιονοµική διαχείριση, τόσο στο σκέλος των εσόδων όσο και των δαπανών. Το συνολικό αποτέλεσµα του κρατικού προϋπολογισµού παρουσιάζει, ένα πρωτοφανές για τα τελευταία χρόνια, ταµειακό έλλειµµα ύψους €13,4 δισ., ενώ το πρωτογενές έλλειµµα διαµορφώνεται στα €9 δισ., περίπου. Η µείωση της οικονοµικής δραστηριότητας οδήγησε αναπόφευκτα σε µείωση των φορολογικών εσόδων το δεκάµηνο που εκτιµάται σε €5,7 δισ. σε σύγκριση µε την περυσινή περίοδο (Πίνακας 1). 

Αυτή η µείωση οφείλεται κατά €2 δισ. στους φόρους εισοδήµατος, €3,5 δισ. στους φόρους κατανάλωσης και €200 εκ. στους φόρους περιουσίας. Αξίζει να αναφερθεί ότι το 45% της µείωσης των εσόδων από φόρους κατανάλωσης επικεντρώνεται σε δύο µόνο µήνες, τον Μάρτιο, κατά €600 εκ. και τον Μάϊο, κατά €1 δισ. Οι ανελαστικές δαπάνες, όπως το µισθολογικό κόστος παρέµειναν σχεδόν αµετάβλητες. 

Οι µεταβιβάσεις αυξήθηκαν σηµαντικά κατά €5,7 δισ. Η αύξηση αυτή οφείλεται στις µεταβιβάσεις προς τους ΟΚΑ για επιδότηση ασφαλιστικών εισφορών και στις δαπάνες που έγιναν για την αντιµετώπιση της πανδηµίας. ∆απάνες για αυτόν τον σκοπό περιλαµβάνονται επίσης στο σύνολο των “δαπανών Π∆Ε” γεγονός που εξηγεί τη µεγάλη αύξησή των τελευταίων σε σχέση µε πέρυσι. Σε επίπεδο Γενικής Κυβέρνησης το ταµειακό αποτέλεσµα κατά την περίοδο Ιανουαρίου–Οκτωβρίου 2020, είναι ελλειµµατικό κατά €10,5 δισ., ενώ το πρωτογενές έλλειµµα διαµορφώνεται €6,8 δισ. Η επιβολή νέων περιοριστικών µέτρων στην οικονοµική και κοινωνική δραστηριότητα τον Νοέµβριο και τον ∆εκέµβριο προµηνύει περαιτέρω  επιδείνωση του δηµοσιονοµικού αποτελέσµατος. 

Τον Οκτώβριο του 2020, οι συνολικές ληξιπρόθεσµες υποχρεώσεις (συµπεριλαµβανοµένων των εκκρεµών επιστροφών φόρων) ανήλθαν σε €2.484 εκατ., οριακά αυξηµένες σε σχέση µε την αντίστοιχη περίοδο του 2019 (€2.457 εκατ.). Από τις αρχές του έτους, τόσο οι ληξιπρόθεσµες υποχρεώσεις των φορέων της ΓΚ, όσο και οι εκκρεµείς επιστροφές φόρων , κατέγραψαν σηµαντική αύξηση κατά €321 εκατ. και €171 εκατ. αντίστοιχα. Η µείωση που παρατηρήθηκε στο συσσωρευµένο απόθεµα ληξιπρόθεσµων υποχρεώσεων των υποτοµέων ΟΤΑ και ΟΚΑ της ΓΚ από την αρχή του έτους, αντισταθµίστηκε από τη σηµαντική αύξηση που καταγράφτηκε στις ληξιπρόθεσµες υποχρεώσεις των νοσοκοµείων, γεγονός που αποδίδεται στις αυξηµένες δαπάνες για την αντιµετώπιση της πανδηµίας, καθώς και στις δυσµενείς επιπτώσεις για την υλοποίηση του προγράµµατος εκκαθάρισης των ληξιπρόθεσµων υποχρεώσεων, λόγω των µέτρων περιορισµού των µετακινήσεων. Η εκ νέου επιβολή περιοριστικών µέτρων, καθιστά αδύνατη την πλήρη εκκαθάριση των ληξιπρόθεσµων υποχρεώσεων στο τέλος του έτους.

 Στην υιοθέτηση ενός νέου χρονοδιαγράµµατος για την εκκαθάριση του συνόλου των ληξιπρόθεσµων υποχρεώσεων, πρόκληση θα αποτελέσει η επιτάχυνση των διαδικασιών για την επεξεργασία αιτήσεων συνταξιοδότησης, κατηγορία στην οποία εντοπίζονται ακόµα σηµαντικές χρονικές καθυστερήσεις. Από την αρχή του έτους, το απόθεµα των ληξιπρόθεσµων υποχρεώσεων που αφορούν εκκρεµείς συντάξεις κατέγραψε σηµαντική αύξηση κατά €300 εκατ. και πλέον η ηµεροµηνία για την πλήρη εκκαθάρισή τους µετατέθηκε για το τέλος του 2021. Την περίοδο Ιανουαρίου- Σεπτεµβρίου 2020, οι συνολικές εισπράξεις έναντι ληξιπρόθεσµων απαιτήσεων του ελληνικού ∆ηµοσίου ανήλθαν σε €2.961 εκατ., παρουσιάζοντας σηµαντική µείωση σε σχέση µε την αντίστοιχη περίοδο των ετών 2016-2019, όταν κατά µέσο όρο έφταναν τα €3.695 εκατ. Επισηµαίνεται όµως, ότι η µείωση αυτή οφείλεται σε ένα βαθµό στα µέτρα για την αντιµετώπιση των επιπτώσεων της πανδηµίας, που αφορούν στην αναστολή είσπραξης βεβαιωµένων και ληξιπρόθεσµων οφειλών. Θετική εξέλιξη αποτελεί η συνέχιση της παρατηρούµενης πτώσης των τελευταίων ετών στις νέες ληξιπρόθεσµες οφειλές (σωρευτικό υπόλοιπο νέων ληξιπρόθεσµων απαιτήσεων), η οποία συνεπικουρήθηκε από την παράταση της προθεσµίας καταβολής βεβαιωµένων οφειλών και δόσεων ρυθµίσεων. Συγκεκριµένα, το νέο ληξιπρόθεσµο υπόλοιπο που συσσωρεύτηκε από την αρχή του έτους έφτασε τα €3.599 εκατ., έναντι €4.957 εκατ. το τρίτο τρίµηνο του 2019 και €6.165 εκατ. το 2018. 

Καθ’ όλη την διάρκεια του έτους και ιδιαίτερα µετά τον Μάρτιο του 2020, η αποταµίευση του ιδιωτικού τοµέα παρουσιάζει µια ιδιαίτερα αυξητική τάση. Τα υπόλοιπα των καταθέσεων του ιδιωτικού τοµέα (επιχειρήσεις και νοικοκυριά) αυξήθηκαν κατά περίπου €14,5 δισ. από τον Ιανουάριο του 2020 έως τον Οκτώβριο του ίδιου έτους. Αναλυτικότερα, τον Οκτώβριο του 2020, το σύνολο των καταθέσεων των νοικοκυριών έφτασε τα €119,6 δισ. αυξηµένα κατά €1,5 δισ. σε σύγκριση µε τον προηγούµενο µήνα και €5,9 δισ. σε σύγκριση µε την αρχή του έτους. Η αύξηση αυτή, εν µέσω πανδηµίας και βαθιάς ύφεσης, πέρα από το γεγονός ότι αποτελεί κατά βάση µια ιδιότυπη αναγκαστική αποταµίευση που πηγάζει από τον αντικειµενικό περιορισµό των περιθωρίων και των ευκαιριών κατανάλωσης λόγω του εγκλεισµού, υποδηλώνει πιθανόν ένα αυξηµένο αίσθηµα οικονοµικής ανασφάλειας. 

Αντίστοιχα, για τις επιχειρήσεις, η αυξητική τάση για τις καταθέσεις συνεχίστηκε και εντάθηκε ιδιαίτερα µετά το ξέσπασµα της κρίσης του Covid-19 µε το υπόλοιπο των καταθέσεών τους να αγγίζει τον Οκτώβριο 2020 τα €34 δισ. αυξηµένα κατά €1 δισ. σε σύγκριση µε τον προηγούµενο µήνα και €8,5 δισ. σε σχέση µε τον Ιανουάριο του 2020 αντίστοιχα. Η αύξηση αυτή πιθανά υποδηλώνει ότι µέρος των ενισχύσεων και µεταβιβάσεων εκ µέρους της κυβέρνησης τελικά κατευθύνθηκε σε αποταµιεύσεις, γεγονός το οποίο, κατά την τρέχουσα συγκυρία, δεν αποτελεί θετική εξέλιξη. Ο ετήσιος ρυθµός µεταβολής της χρηµατοδότησης των µη χρηµατοπιστωτικών επιχειρήσεων ακολουθεί µια συνεχή θετική πορεία καθ’ όλη την διάρκεια του έτους και διαµορφώθηκε στο 8,6% τον Οκτώβριο έναντι 1,6% που ήταν στις αρχές του έτους. Στην αύξηση του ρυθµού χρηµατοδοτήσεων έχει συµβάλει σηµαντικά η παροχή χρηµατοδότησης µε κρατικές εγγυήσεις, αλλά και η επιδότηση επιτοκίου στο πλαίσιο των κυβερνητικών µέτρων στήριξης των ελληνικών επιχειρήσεων για την άµβλυνση των συνεπειών της πανδηµικής κρίσης. Αντίθετα, ο ετήσιος ρυθµός µεταβολής της χρηµατοδότησης για στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια συνεχίζει να κινείται σε αρνητικά επίπεδα και κυµαίνεται περί το -1,5% και περί το -3% για την καταναλωτική και στεγαστική πίστη αντίστοιχα.

Το κόστος δανεισµού του ελληνικού δηµοσίου διαµορφώθηκε σε ιστορικά χαµηλά επίπεδα. Η απόδοση των δεκαετών οµολόγων στη δευτερογενή αγορά παρουσίασε πτωτική τάση και στις αρχές ∆εκεµβρίου, διαµορφώθηκε περί το 0,62%. Η απόφαση της ΕΚΤ να εντάξει τα ελληνικά οµόλογα στο ειδικό πρόγραµµα αντιµετώπισης της πανδηµίας (PEPP) και οι µετέπειτα παρεµβάσεις στην αγορά οµολόγων έχουν επιδράσει καταλυτικά στην πτώση των αποδόσεων. Επιπρόσθετα, ο οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης Moody’s αναβάθµισε κατά µία βαθµίδα την πιστοληπτική διαβάθµιση της Ελλάδας από B1 σε Ba3, – επίπεδο που παραµένει δύο βαθµίδες κάτω από την επενδυτική αξιολόγηση.

Σχετικα αρθρα

Εφορία: Εξόφληση σε 60-72 δόσεις και αναβίωση των 120 για τα κορονοχρέη

admin

G7: Συναίνεση για το ντάμπινγκ στην Κίνα και τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων

admin

G7: Εριστικός ο Τζόνσον για Brexit και Bόρεια Ιρλανδία

admin

Βουλή: Τη Δευτέρα η τροπολογία επέκτασης απαλλαγής καταβολής μισθώματος και τον Ιούνιο

admin

Τουρκία: Πού είναι οι Γερμανοί τουρίστες;

admin

e-ΕΦΚΑ: Σε λειτουργία 10 σύγχρονες και άμεσα προσβάσιμες ηλεκτρονικές υπηρεσίες για τους αγρότες

admin

Οφειλές προς δήμους: Έως 31 Οκτωβρίου η αίτηση για τις 100 δόσεις

admin

Θεοχάρης από Θεσσαλονίκη: Εδώ ο τουρισμός χτίζεται με δουλειά- Ασφαλής χώρα η Ελλάδα

admin

Ούζο και τσίπουρο ισχυροποιούνται στις διεθνείς αγορές

admin

G7: «Ναι» στον παγκόσμιο φορολογικό συντελεστή 15% για πολυεθνικές

admin

Μνημόνια συνεργασίας με άλλους τέσσερις φορείς για το digital hub της Cisco

admin

ΕΛΣΤΑΤ: Στο 16,3% – με ανοδική τάση – η ανεργία

admin