Ετος πολλαπλών προκλήσεων θα είναι και το 2021 για τον τραπεζικό κλάδο. Με τους τέσσερις συστημικούς ομίλους να βρίσκονται στου δρόμου τα μισά για την πλήρη εξυγίανση των ισολογισμών τους, οι διοικήσεις τους ετοιμάζονται για τα επόμενα βήματα μετασχηματισμού, με στόχο τη δημιουργία ανθεκτικότερων, καθαρότερων και πιο αποτελεσματικών σχημάτων.

Αναμφίβολα, η πανδημία είναι ένας αστάθμητος παράγοντας που μπορεί να δημιουργήσει σοβαρά εμπόδια στην εκτέλεση αυτών των σχεδίων. Ενδεχομένως όμως να αποτελεί μία μοναδική ευκαιρία για να αφήσουν οριστικά πίσω τους οι ελληνικές τράπεζες την υπερδεκαετή κρίση. Κι αυτό διότι το διευκολυντικό περιβάλλον ευνοεί την ανάληψη νέων πρωτοβουλιών, ικανών να οδηγήσουν ταχύτερα τους δείκτες καθυστερήσεων στον ευρωπαϊκό μέσο όρο και να επιταχύνουν τη λειτουργική αναμόρφωση του τραπεζικού τομέα.

Από τη μία πλευρά η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) παρέχει τις κατάλληλες διευκολύνσεις για τη διαχείριση των επιπτώσεων της κρίσης του κορωνοϊού, μέσω της χαλάρωσης των εποπτικών κανόνων και της ταυτόχρονης διοχέτευσης άπλετης ρευστότητας στις αγορές. Και από την άλλη, οι πελάτες των τραπεζών επιδεικνύουν μία πρωτοφανή προσαρμοστικότητα στις νέες συνθήκες, επιλέγοντας σε μεγάλο βαθμό την ηλεκτρονική τραπεζική. Διευκολύνουν με αυτόν τον τρόπο τον επιχειρησιακό σχεδιασμό των πιστωτικών ιδρυμάτων για συρρίκνωση του δικτύου τους, χωρίς να επηρεαστούν αρνητικά τα έσοδά τους.

 

Οι αποφάσεις της κυβέρνησης

Κρίσιμες αποφάσεις για τον κλάδο καλείται να λάβει και η κυβέρνηση, καθώς μετά την αναμενόμενη ολοκλήρωση του πρώτου εμπροσθοβαρούς κύκλου μείωσης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων στο α’ τρίμηνο του 2021, οι επισφάλειες θα διαμορφωθούν λίγο πάνω από τα 35 δισ. ευρώ ή στο 20% περίπου επί του συνολικού χαρτοφυλακίου χορηγήσεων των τεσσάρων μεγάλων του συστήματος. Αυτό σημαίνει ότι θα χρειαστούν νέες προσπάθειες για τη μείωση των κόκκινων δανείων της προ COVID-19 εποχής και τη διαχείριση των παγωμένων ανοιγμάτων της πανδημίας ύψους 20 δισ. ευρώ, με στόχο την ομαλότερη επαναφορά τους σε καθεστώς κανονικών πληρωμών.

Ηδη στο υπουργείο Οικονομικών ετοιμάζονται για τον δεύτερο κύκλο του προγράμματος κρατικών εγγυήσεων «Ηρακλής», ενώ σύντομα αναμένεται να πάρει την τελική του μορφή το σχέδιο του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα για τη δημιουργία μίας εθνικής bad bank. Την ίδια στιγμή συνεχίζονται οι διεργασίες στην Φρανκφούρτη για τον σχεδιασμό μιας πανευρωπαϊκής κακής τράπεζας, ώστε να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικότερα οι επιπτώσεις από την πανδημία στην ποιότητα ενεργητικού των σημαντικότερων χρηματοπιστωτικών ομίλων της ζώνης του ευρώ.

Εξάλλου, δεν αποκλείεται, εφόσον το επιτρέψουν οι συνθήκες στις αγορές, το 2021 να αποτελέσει έτος νέων αυξήσεων κεφαλαίου. Μία νέα ένεση σε κεφάλαια θα επιτρέψει την ταχεία αποενοποίηση της πλειονότητας των κόκκινων δανείων, οδηγώντας σε καθαρές τράπεζες και θα εξασφαλίσει τα απαραίτητα καύσιμα για την ενίσχυση των εργασιών στα χρόνια της ανάκαμψης μετά το πέρας της υγειονομικής κρίσης.

Τραπεζικές πηγές σημειώνουν πως «αυτή τη στιγμή ακριβείς προβλέψεις για τις μακροοικονομικές εξελίξεις δεν μπορούν να γίνουν, όσο δεν είναι δυνατή η διατύπωση ασφαλών εκτιμήσεων για τη λήξη του κορωνο-συναγερμού». Ωστόσο πιστεύουν ότι μέχρι και το τέλος του α’ εξαμήνου θα υπάρξει σαφώς καλύτερη ορατότητα για την εξέλιξη της πανδημίας, τον χρόνο που θα γυρίσουν οι οικονομίες σε ανάπτυξη και την ταχύτητα της ανάκαμψης.

Σε εκείνη τη φάση εκτιμούν πως θα διαφανούν οι πληγές που θα αφήσει πίσω της η πανδημία, καθώς θα ξεκαθαρίσει σε μεγάλο βαθμό ποια και πόσα από τα προ COVID-19 εξυπηρετούμενα ανοίγματα θα κοκκινίσουν. Αλλες θα είναι οι δράσεις που θα πρέπει να αναληφθούν αν τα νέα κόκκινα δάνεια περιοριστούν πέριξ των 5 δισ. ευρώ και διαφορετική θα είναι η στρατηγική εάν διαμορφωθούν κοντά στα 10 δισ. ευρώ ή σε υψηλότερα επίπεδα.

 

Ο λειτουργικός μετασχηματισμός

Σε κάθε περίπτωση, μεγάλο στοίχημα για τις τράπεζες είναι η λειτουργική τους αναδιάρθρωση, που περιλαμβάνει τη μείωση των φυσικών σημείων παρουσίας τους και την αύξηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών/πωλήσεων. Μέχρι και το τέλος του 2021 οι μεγαλύτεροι όμιλοι καλούνται να κλείσουν συνολικά περί τα 500 καταστήματα ή το 30% περίπου του υπάρχοντος δικτύου, ενώ αναμένονται νέες πρωτοβουλίες για τη μείωση του αριθμού των εργαζομένων.

Ταυτόχρονα, θα συνεχιστεί με αμείωτη ένταση ο ψηφιακός μετασχηματισμός που θα επιτρέψει τη μεταφορά στο e-banking και στο mobile banking της πλειονότητας των εργασιών που σήμερα απαιτούν την παρουσία του πελάτη σε κατάστημα. Ηδη έχουν γίνει σημαντικά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση, ωστόσο ακόμη υπάρχει αρκετή απόσταση που πρέπει να διανυθεί για την ολοκλήρωση του σχετικού σχεδιασμού.

Στόχος είναι η συντριπτική πλειονότητα των συναλλαγών να γίνεται ψηφιακά, ελαχιστοποιώντας με αυτόν τον τρόπο τις επισκέψεις σε καταστήματα, και βασικά τραπεζικά προϊόντα, που πλέον θεωρούνται εμπορεύματα (commodities), όπως μικρά καταναλωτικά δάνεια, καταθετικοί λογαριασμοί και κάρτες, να διατίθενται σχεδόν αποκλειστικά από online πλατφόρμες. Με τον τρόπο αυτόν θα απελευθερωθεί προσωπικό στο δίκτυο των καταστημάτων που θα επικεντρωθεί στην προώθηση υπηρεσιών και προγραμμάτων υψηλής προστιθέμενης αξίας, συμβάλλοντας καθοριστικά στην ενίσχυση της οργανικής κερδοφορίας των τραπεζών.

-