Με έναν τρόπο για την Ιταλία είναι «μία από τα ίδια». Ας μην ξεχνάμε ότι η χώρα τις τελευταίες δεκαετίες έχει αρκετές «κυβερνήσεις τεχνοκρατών», όποτε δεν μπορούσε να διαμορφωθεί συσχετισμός υπέρ μιας πολιτικής κυβέρνησης, κυβερνήσεις στις οποίες ηγήθηκαν τραπεζίτες.

Η πρώτη τέτοια περίπτωση ήταν αυτή του Κάρλο Ατσέλιο Τσάμπι το 1993-1994. Ο διοικητής της Τράπεζας της Ιταλίας έγινε πρωθυπουργός διαδεχόμενος τον Τζουλιάνο Αμάτο και θα συνεχίσει την πολιτική καριέρα συμμετέχοντας στις κυβερνήσεις Πρόντι και Ντ’Αλέμα, έχοντας μάλιστα και την ευθύνη της ιταλικής εισόδου στο ευρώ, το 1999 θα εκλεγεί και πρόεδρος της δημοκρατίας με ευρεία πλειοψηφία.

Έναν χρόνο μετά το 1995 η κατάρρευση της κυβέρνησης Μπερλουσκόνι θα οδηγήσει στην κυβέρνηση του Λαμπέρτο Ντίνι, πρώην στελέχους του ΔΝΤ πριν γίνει ανώτατο στέλεχος της Τράπεζας της Ιταλίας. Και αυτός θα συνεχίσει την πολιτική του καριέρα ως υπουργός Εξωτερικών στις κυβερνήσεις Πρόντι, Ντ’ Αλέμα και Αμάτο.

Το 2011 στην κορύφωση της ευρωπαϊκής κρίσης θα είναι η σειρά του Μάριο Μόντι. Ο καθηγητής  και πρόεδρος του Πανεπιστημίου Μποκόνι, ενός ιδιωτικού πανεπιστημίου με πολύ μεγάλο κύρος, θα περάσει και από το διοικητικό συμβούλιο της Banca Commerciale Italiana, ενώ θα είναι Ευρωπαίος Επίτροπος για την Εσωτερική Αγορά (1995-1999) και για τον Ανταγωνισμό (1999-2004).

Στην κορύφωση της οικονομικής κρίσης και μετά την παραίτηση της κυβέρνησης Μπερλουσκόνι, ο πρόεδρος Ναπολιτάνο του έδωσε την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στις 13 Νοεμβρίου 2011. Ο Μόντι, που θα λάβει από την Βουλή την μεγαλύτερη πλειοψηφία που είχε λάβει μέχρι τότε ιταλική κυβέρνηση, θα αναλάβει να διαχειριστεί την πιο κρίσιμη φάση της αναμέτρησης της Ιταλίας με την κρίση χρέους και ουσιαστικά την κρίση του ευρώ.

Η ώρα του Μάριο Ντράγκι

Ο Μάριο Ντράγκι δεν είναι ένας απλός τραπεζίτης. Ως επικεφαλής της ΕΚΤ πιστώνεται το περίφημο whatever it takes και την έστω και καθυστερημένη εκκίνηση του προγράμματος χαλάρωσης στην ΕΕ, που από πολλούς θεωρείται ότι απέτρεψε μια συνολικότερη κρίση της ευρωζώνης.

Ταυτόχρονα, η θέση του επικεφαλής της ΕΚΤ είναι στην πραγματικότητα μια πολιτική θέση και με αυτόν τον τρόπο άλλωστε κινήθηκε ο Ντράγκι εκμεταλλευόμενος τη σχετική αυτονομία της ΕΚΤ αλλά και την ικανότητά του να συνομιλεί με τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εκ της θέσεώς του.

Σε μια Ιταλία που τα τελευταία χρόνια βιώνει και μια ορισμένη κρίση ως προς την ικανότητα παραγωγής ηγετικών φυσιογνωμιών, το όνομα του Ντράγκι είχε ακουστεί πολλές φορές τα προηγούμενα χρόνια ως του πολιτικού που θα μπορούσε να συνενώσει ένα ευρύτερο φάσμα συστημικών πολιτικών δυνάμεων. Άλλωστε, απολαμβάνει ένα διεθνές κύρος που δεν το είχε π.χ. ο Μόντι, παρά τις δύο του θητείες στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Άλλωστε, δεν είναι λίγοι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι η όλη εξέλιξη της κρίση της δεύτερης κυβέρνησης Κόντε και η πρωτοβουλία Ρέντσι να αποσύρει την εμπιστοσύνη του, ήταν τμήμα ενός χειρισμού που ορίζοντα είχε ακριβώς μια κυβέρνηση Ντράγκι.

Ο λόγος είναι ότι παρότι ήταν ο Κόντε που διαπραγματεύτηκε το «Ταμείο Ανάκαμψης» εξασφαλίζοντας σημαντικούς πόρους για την Ιταλία και υποσχόμενος την αξιοποίησή του, υπήρχε πίεση ώστε αυτά τα χρήματα να αξιοποιηθούν ως μοχλός ευρύτερων αναδιαρθρώσεων και αναμέτρησης με το ερώτημα του χρέους και δεν υπήρχε εμπιστοσύνη ότι αυτό θα το έκανε ο συνασπισμός ανάμεσα στο Κίνημα των 5 Αστεριών και το Δημοκρατικό Κόμμα.

Ταυτόχρονα, είναι η σαφές ότι η προσπάθεια να διαμορφωθεί ένας ευρύτερος συσχετισμός γύρω από την πρωθυπουργία Ντράγκι παραπέμπει και μια προσπάθεια αναδιάρθρωσης και του ιταλικού πολιτικού σκηνικού και ακύρωσης της τρέχουσας εκδοχής «διπολισμού» ανάμεσα στη δεξιά και την κεντροαριστερά.

Φυσικά το εάν θα ευοδωθεί η προσπάθεια, που προς το παρόν απολαμβάνει έντονης μηντιακής υποστήριξης, θα εξαρτηθεί και από τους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς και το πώς θα εξελιχθούν οι εσωτερικές διαιρέσεις των κομμάτων (ενδεικτικές οι πολώσεις εντός των 5 Αστεριών αλλά και του Δημοκρατικού Κόμματος) αλλά τελικά και από την κατάσταση στην κοινωνία. Ας μην ξεχνάμε ότι ήταν η κυβέρνηση Μόντι που θα δώσει μια ώθηση στην εμφάνιση του κινήματος των 5 Αστεριών.

 

Το προηγούμενο της κυβέρνησης Παπαδήμου

Αξίζει να σημειωθεί ότι η χώρα μας ήταν η πρώτη που επέλεξε στην Ευρώπη έναν πρώην κεντρικό τραπεζίτη για πρωθυπουργό. Ήταν ο Ξενοφών Ζολώτας στην βραχύβια Οικουμενική Κυβέρνηση το 1989-1990. Βέβαια, τότε η έμφαση ήταν κυρίως στην αναγκαστική συγκυβέρνηση και των τριών κομμάτων παρά στο πρόσωπο του πρωθυπουργού, με τον Ζολώτα ούτως ή άλλως να απολαμβάνει σημαντικού κύρους.

Αντίθετα, τον Νοέμβριο του 2011 ο πρώην Διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος και στη συνέχεια Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ανέλαβε την πρωθυπουργία, σε μια συνθήκη βαθιάς κοινωνικής και πολιτικής κρίσης.

Είχαν προηγηθεί οι μεγάλες κινητοποιήσεις ενάντια στις πολιτικές των Μνημονίων, με αποκορύφωμα τις «Πλατείες» το καλοκαίρι του 2011, ο νέος γύρος κινητοποιήσεων το φθινόπωρο και η πρόταση του πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου για δημοψήφισμα που θα προκαλέσει την οργισμένη αντίδραση των ευρωπαίων ηγετών και θα πυροδοτήσει πρωτοβουλίες εντός και εκτός ΠΑΣΟΚ που θα οδηγήσουν στο να καμφθούν οι αντιρρήσεις του Αντώνη Σαμαρά, αρχηγού τότε της ΝΔ σε «μνημονιακή κυβέρνηση».

Η κυβέρνηση Παπαδήμου, ορισμένη ως κατεξοχήν μεταβατική, θα αναμετρηθεί και αυτή με μεγάλες κινητοποιήσεις στις 12 Φεβρουαρίου 2012 και δεν θα αντιστρέψει την πολιτική κρίση που θα αποτυπωθεί στην ιδιότυπη «εκλογική εξέγερση» του Μαΐου του 2012 όταν θα καταγραφεί η πιο τιμωρητική ψήφος για τα κόμματα του παλαιού δικομματισμού στη νεώτερη ιστορία.

Η όλη εξέλιξη, σε συνδυασμό με την περίπου ταυτόχρονη συγκρότηση της κυβέρνησης Μόντι στην Ιταλία, θα πυροδοτήσει έναν ευρύτερο ευρωπαϊκό προβληματισμό για το εάν η ΕΕ «ωθεί» τα πράγματα προς τέτοιες κυβερνήσεις, ακόμη και εάν αυτές δεν στηρίζονται ακριβώς στην εκπεφρασμένη λαϊκή βούληση.

 

Πολιτική κρίση και αναζήτηση κυβερνητικών λύσεων

Εάν οι ιταλικές «τεχνοκρατικές κυβερνήσεις» της δεκαετίας του 1990 κυρίως αποτύπωναν μια μεταβατική βάση του ιταλικού πολιτικού συστήματος, είναι σαφές ότι από τη κυβέρνηση Μόντι και Παπαδήμου και μετά δεν μιλάμε απλώς για «μεμονωμένα» φαινόμενα.

Ο συνδυασμός ανάμεσα στην εθνική διακυβέρνηση και την αυξημένη βαρύτητα του ευρωπαϊκού πλαισίου, στο φόντο του τρόπου που και μετά το 2008 και τώρα με την πανδημία η Ευρώπη δείχνει να είναι πιο αναποτελεσματική σε σχέση με τους ανταγωνιστές στο οικονομικό επίπεδο να αντιστρέψει υφεσιακές και κρισιακές τάσεις, γεννά το έδαφος όχι μόνο κοινωνικών και πολιτικών κρίσεων αλλά και προβλημάτων ως προς την άσκηση της λαϊκής κυριαρχίας.

Το ίδιο το γεγονός ότι η «ευρωπαϊκή διακυβέρνηση» καταλήγει τελικά να προκρίνει τα μη αιρετά όργανα σε βάρος του Ευρωκοινοβουλίου μάλλον δεν κάνει τα πράγματα καλύτερα.

Σε αυτό το φόντο δεν είναι παράλογο ότι οι κυβερνήσεις τεχνοκρατών ή τραπεζιτών αντιμετωπίζονται ως άρνηση σεβασμού της λαϊκής βούλησης, στο βαθμό που συνήθως συνδυάζονται με την αναγκαστική συνεργασία κομμάτων που μέχρι τότε ήταν αντίπαλα.

Ωστόσο, υπάρχει ο αντίλογος που επισημαίνει ότι η εμφάνιση τέτοιων κυβερνήσεων είναι ακριβώς το αποτέλεσμα της αδυναμίας των πολιτικών κομμάτων να συγκροτήσουν κυβερνήσεις ικανές να διαχειριστούν την οικονομική κρίση και να έχουν ένα συνεκτικό πρόβλημα.

Ο τρόπος που τα κόμματα μετατοπίζονται από την πολιτική στην επικοινωνία και από τα προγράμματα στην αισθητική, όπως και ένας ορισμένος εγγενής καιροσκοπισμός που αναπτύσσεται σε εποχής που οι πραγματικές προγραμματικές αποστάσεις μειώνονται, ανεξαρτήτως φραστικών πολώσεων, στην πραγματικότητα προλειαίνει το έδαφος για τέτοιες κυβερνήσεις, που συχνά φαντάζουν και ως σανίδα πολιτικής σωτηρίας κομμάτων που αδυνατούν να διαχειριστούν αλλιώς την οικονομική κρίση.

Το αποτέλεσμα είναι ένας ιδιότυπος «καισαρισμός», που μπορεί να μην έχει τις άμεσα αυταρχικές πλευρές ανάλογων εμπειριών του 20ου αιώνα και να στηρίζεται σε μια σαφή κοινοβουλευτική νομιμοποίηση, δεν παύει όμως να αναπαράγει το ίδιο μοτίβο της ηγετικής προσωπικότητας που ερχόμενη έξω από την πολιτική σκηνή θα επιφορτιστεί με την «σωτηρία» μιας χώρας σε καιρό κρίσης.

-