Θα  μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι πρόκειται για μια ισπανική ιδιαιτερότητα. Όμως, την ίδια στιγμή έρχεται να προσθέσει άλλη μια ψηφίδα σε ένα τοπίο κρίσης όλων των παραλλαγών της κεντροαριστεράς στην Ευρώπη.

Η σαρωτική νίκη της ισπανικής δεξιάς στη Μαδρίτη, όπου κατάφερε να ανεβάσει το ποσοστό της στο όριο της αυτοδυναμίας και μάλιστα σε εκλογές με άνοδο της συμμετοχής, έστειλε ένα ηχηρό μήνυμα προς την κυβερνητική συνεργασία των Σοσιαλιστών με τις Unidas Podemos, ιδίως όταν και οι δύο κυβερνητικοί εταίροι είχαν απώλειες εκλογικές, με πιο οδυνηρή την εμπειρία για τον ίδιο τον ηγέτη του Podemos Πάμπλο Ιγλέσιας που όχι μόνο δεν κατάφερε να κάνει τη διαφορά και να ανακόψει την επέλαση της δεξιάς αλλά και είδε και το Más Madrid, το σχηματισμό που στήριξαν όσοι είχαν αποχωρήσει από το Podemos, ανάμεσά τους και ο Ινίγο Ερεχόν,να γίνεται η δεύτερη δύναμη.

Και εάν στην Ισπανία η εκλογική επιτυχία της δεξιάς μπορεί να αποδοθεί στη φθορά που έχει η κυβέρνηση Σάντσεθ και τα κόμματα που τη στηρίζουν από τη διαχείριση της πανδημίας, που στην Ισπανία είχε μεγάλο κόστος, αλλά και την επένδυση της υποψήφιας δημάρχου του Λαϊκού Κόμματος στην αμφισβήτηση των περιοριστικών μέτρων, ιδίως στην εστίαση, σε άλλες χώρες η κεντροαριστερά, σε όλες τις παραλλαγές της αδυνατεί να προσφέρει μια εναλλακτική.

Οι πανευρωπαϊκοί μπελάδες της κεντροαριστεράς και της αριστεράς

Στην Ελλάδα έχουμε το παράδοξο να αποτυπώνονται ολοένα και περισσότερο στοιχεία μιας δυσαρέσκειας και φθοράς για την κυβέρνηση της ΝΔ, ως αποτέλεσμα και της πανδημίας και της ανασφάλειας για το μέλλον και αυταρχικών πρακτικών που αποξένωσαν συγκεκριμένες ηλιακές κατηγορίες, όμως την ίδια στιγμή να αποτυπώνεται και δυσαρέσκεια και φθορά και για την αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ που αδυνατεί μέχρι τώρα να κατοχυρώσει πολιτικό χώρο εναλλακτικής.

Στη Γαλλία, η άτυπη εκκίνηση της προεκλογικής εκστρατείας για τις προεδρικές του 2022 παραπέμπει σε μια αναμέτρηση ανάμεσα στον Εμανουέλ Μακρόν και την Μαρίν Λεπέν στον δεύτερο γύρο, δηλαδή σε μια αδυναμία της πολυδιασπασμένης και σε κρίση κεντροαριστεράς και αριστεράς να μπορέσει «να μπει σφήνα» σε αυτό τον διπολισμό ανάμεσα στο – ολοένα και πιο δεξιόστροφο – Κέντρο του Μακρόν και την άκρα δεξιά.

Στην Ιταλία η αρχική φαινομενική επιτυχία της κεντροαριστεράς να σπάσει την εκλογική συμμαχία ανάμεσα στα 5 Αστέρια και την ακροδεξιά Λίγκα δεν μπόρεσε να έχει συνέχεια, εφόσον η τελική κατάληξη είναι η κυβέρνηση Ντράγκι όπου το Δημοκρατικό Κόμμα συνυπάρχει με τη Λίγκα και τα 5 Αστέρια.

Στην Ολλανδία η υποχώρηση των σοσιαλδημοκρατών του Εργατικού Κόμματος, που είναι πια μια σκιά του παλαιότερου εκλογικού εαυτού τους, άφησε το περιθώριο στον πρωθυπουργό Μαρκ Ρούτε  να είναι ο νικητής των εκλογών, έστω και εάν η μακρά και δύσκολη διαπραγμάτευση για τον σχηματισμό της επόμενης κυβέρνησης έδειξε τα όρια και της επιτυχίας του αλλά και τον ιδιότυπο κατακερματισμό του ολλανδικού πολιτικού συστήματος.

Και βέβαια και το κόμμα-αρχέτυπο της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, η SPD στη Γερμανία εξακολουθεί να βρίσκεται μέσα σε μια βαθιά στρατηγική κρίση, που είχε ήδη αποτυπωθεί και στην προηγούμενη συγκυβέρνηση υπό την Άνγκελα Μέρκελ, αδυνατώντας να προσφέρει μια εναλλακτική τοποθέτηση. Και εδώ η εκπροσωπούμενη από το Die Linke αριστερά, επίσης δεν δείχνει ικανή να ξεφύγει από τα όρια ενός κόμματος αριστερής αντιπολίτευσης. Καθόλου τυχαία η άνοδος των Πράσινων που μάλιστα δείχνουν να μπορούν όχι απλώς να είναι τμήμα ενός κυβερνητικού συνασπισμού μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου αλλά και να μπορούν να διεκδικήσουν την καγκελαρία με την υποψηφία τους Αναλένα Μπέρμποκ.

Εξαίρεση σε αυτή την εικόνα δείχνει να αποτελεί η Πορτογαλία όπου ο Αντόνιο Κόστα κατάφερε στις εκλογές του 2019 να ενισχύσει ακόμη περισσότερο τη θέση των σοσιαλιστών. Βέβαια μένει και εδώ να δούμε ποια θα είναι η εκλογική επίπτωση που θα έχει η διαχείριση της πανδημίας με το σημαντικό αριθμό θυμάτων.

Η εξάντληση της σοσιαλδημοκρατίας και η αποτυχία της «ριζοσπαστικής αριστεράς»

Όλα αυτά σε μεγάλο βαθμό αποτυπώνουν και μια διπλή στρατηγική αποτυχία που σφραγίζει όλα τα ρεύματα που ερίζουν για τον χώρο «αριστερότερα του κέντρου».

Από τη μια η «κλασική» ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία εξακολουθεί να πληρώνει τον τρόπο που τις τελευταίες δεκαετίες μετατοπίστηκε σε  θέσεις που την κάνουν να μην διαφέρει πολύ από την κεντροδεξιά: προτεραιότητα της επιχειρηματικότητας, ιδιωτικοποιήσεις, δημοσιονομική πειθαρχία, περιορισμός της κρατικής παρέμβασης, έμφαση στην ανάπτυξη παρά στην αναδιανομή. Όλα αυτά την έκαναν με έναν τρόπο τμήμα ενός «κυβερνητικού συνεχούς»  και άρα στα μάτια αρκετών ανθρώπων «μέρος του προβλήματος», ενώ προφανώς και περιόριζαν και τη δυνατότητά της να μπορεί – πέραν ρητορικών εξάρσεων – να διεκδικήσει τον ρόλο του αντίπαλου δέους στη «νεοφιλελεύθερη» κεντροδεξιά.

Το γεγονός ότι π.χ. το Γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα σήμερα κινείται σε μονοψήφια δημοσκοπικά ποοστά ενώ είχε την εξουσία από το 2012 και το 2017, μαζί φυσικά με την αποδιάρθρωση του χώρου του ΠΑΣΟΚ, είναι από αυτή την άποψη ενδεικτικά.

Από την άλλη, αυτό που διεκδίκησε να είναι μια «ριζοσπαστική αριστερά» ικανή ωστόσο να διεκδικήσει ακόμη και την κυβέρνηση, επίσης περνάει κρίση. Η συνθηκολόγηση και προσαρμογή του ΣΥΡΙΖΑ στις πολιτικές της λιτότητας έστειλε ένα συνολικότερο μήνυμα στην Ευρώπη ότι – αυτή τουλάχιστον η εκδοχή αριστεράς – μπορεί να προσφέρει μια εναλλακτική λύση. Αντίστοιχα, έστω και με λιγότερο δραματικό τόνο η μετατόπιση του Podemos, ενός κόμματος που όταν εμφανίστηκε διεκδίκησε να είναι απέναντι στο σύνολο του πολιτικού συστήματος, προς την κυβερνητική συνεργασία με τους σοσιαλιστές. Αλλά και στη  Γαλλία η ρήξη ανάμεσα στον Ζαν-Λυκ Μελανσόν και το ΓΚΚ αδυνατίζει την υποψηφιότητά του και είναι ενδεικτική της των τάσεων αποσυσπείρωσης.

Το τέλος της εποχής Μέρκελ προειδοποίηση για την κεντροδεξιά

Ωστόσο, την ίδια στιγμή η κατάσταση αυτή δεν σημαίνει ότι τα πράγματα είναι εύκολα και για την κεντροδεξιά. Η κρίση στη γερμανική κεντροδεξιά και η δυσκολία να βρεθεί ένας διάδοχος της Άνγκελα Μέρκελ που να μπορέσει να διεκδικήσει με αξιώσεις την καγκελαρία είναι ενδεικτική. Ούτε είναι τυχαίο ότι πέραν των προσωπικών φιλοδοξιών των ηγετικών στελεχών, μια ενδεχόμενη ρήξη ανάμεσα στην CDU και το υποτίθεται αδελφό βαυαρικό κόμμα της CSU θα σηματοδοτεί στην πραγματικότητα και τη στρατηγική απόκλιση ανάμεσα στα διαφορετικά ρεύματα.

Ειδικά η Γερμανία δείχνει ότι η πίεση που μπορεί να δέχεται η κεντροδεξιά είναι στην πραγματικότητα από δύο κατευθύνσεις. Τόσο από μια λαϊκιστική δεξιά, φαινόμενο που το βλέπουμε σε διάφορες χώρες όσο όμως και από σχηματισμούς που μπορούν να διεκδικούν το χώρο του κέντρου, αλλά και ταυτόχρονα να εκπροσωπούν ευρύτερες περιβαλλοντικές και δημοκρατικές ευαισθησίες.

Η άνοδος των Πρασίνων δεν έχει πια να κάνει με τη μετατόπιση ενός κόμματος διαμαρτυρίες σε θέσεις πιο ρεαλιστικές – τη διαδρομή που εκπροσώπησε κατεξοχήν ο Γιόσκα Φίσερ – όσο με τον τρόπο που καταλαμβάνουν τη θέση ενός δυνάμει κόμματος εξουσίας που προσπαθεί να απαντήσει σε κάποιες από τις προκλήσεις της εποχής: ο συνδυασμός ανάμεσα στις θέσεις για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής – που ολοένα και περισσότερο αποκτά βαρύτητα στη συνείδηση μεγάλων τμημάτων των ευρωπαϊκών κοινωνιών  –, την υπεράσπιση των ατομικών ελευθεριών, την έμφαση στον ψηφιακό μετασχηματισμό των οικονομιών και μια «νεοατλαντική» εξωτερική πολιτική με επίκληση όμως κυρίως των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, φαντάζει σε αρκετούς ως μια εναλλακτική λύση για ένα σύγχρονο «κέντρο».

Ωστόσο, παρά την εικόνα ότι τα πάντα παίζονται γύρω από το «κέντρο», η απήχηση που εξακολουθούν να έχουν φωνές που δείχνουν να ξεφεύγουν από τα όρια της κυρίαρχης συναίνεσης, ακόμη και όταν το κάνουν με όρους κυνικού υπολογισμού, δείχνει ότι το πολιτικό σκηνικό και οι σχέσεις εκπροσώπησης έχουν μεγαλύτερη ρευστότητα. Και παρά την προσπάθεια της λαϊκιστικής ακροδεξιάς να καλύψει αυτό το κενό, ενδεικτική π.χ. η επένδυση κάποιων κομματιών της στη δυσαρέσκεια από τα περιοριστικά μέτρα για την πανδημία, εντούτοις εύλογα θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι κπολιτικά σχέδια με έμφαση στην κοινωνική συνοχή, την αλληλεγγύη, την αναδιανομή, τον περιορισμό της επισφάλειας, επίσης θα μπορούσαν να δώσουν διέξοδο, έστω και εάν δεν φαίνεται να υπάρχουν οι φορείς που μπορούν να ανταποκριθούν επαρκώς σε αυτή την πρόκληση.

-