Το τέλος της πανδημίας θα φανεί όταν θα έχει εμβολιαστεί το 80% του πληθυσμού, δήλωσε την Παρασκευή στο Βερολίνο ο πρόεδρος του Ινστιτούτου «Ρόμπερτ Κοχ» (RKI), Λόταρ Βίλερ, και ζήτησε από τους πολίτες να συνεχίσουν την προσπάθεια.

Παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί στο μέτωπο της καταπολέμησης της πανδημίας,  ο Βίλερ επιμένει να συνεχιστεί η υπομονή και να γίνονται προσεκτικά βήματα ανοίγματος.

«Η τωρινή εξέλιξη με τη μείωση των κρουσμάτων, την ελαφρά μείωση της πληρότητας των Μονάδων Εντατικής Θεραπείας και των ολοένα και περισσότερων εμβολιασμών δίνει την ελπίδα ότι σύντομα θα μπορούμε να ελέγξουμε την πανδημία. Ωστόσο, τα μέτρα για τη μείωση των επαφών και η συμμόρφωση με τους κανόνες παραμένουν αναγκαία», τόνισε ο Λόταρ Βίλερ.

Και ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «η πανδημία είναι σαν ένα φουσκωμένο μπαλόνι που κρατάμε όλοι μαζί κάτω από την επιφάνεια του νερού. Πρόκειται για μια κοινή προσπάθεια. Εάν όλα τα μέτρα αρθούν ξαφνικά, ο ιός θα εξαπλωθεί γρήγορα. Για να μείνουμε στην εικόνα: Εάν αφήσουμε τώρα το μπαλόνι, θα βγει πάνω από την επιφάνεια του νερού. Δεν επιτρέπεται λοιπόν να χαλαρώνουμε τα μέτρα χωρίς στόχευση», τόνισε.

«Ωστόσο, με την αύξηση των εμβολιασμών από εβδομάδα σε εβδομάδα, ορισμένα μεμονωμένα μέτρα θα μπορούσαν επίσης να αποσυρθούν σταδιακά. Το μπαλόνι, για να το πούμε παραστατικά, χάνει αργά αέρα και χρειάζεται όλο και λιγότερη δύναμη για να το συγκρατήσουμε. Το μπαλόνι όμως έχει ακόμα αρκετό αέρα. Πρέπει επομένως, να προχωρούν γρήγορα οι εμβολιασμοί και να ανοίγουμε με ελεγχόμενο τρόπο», όπως είπε.

«Το αυξανόμενο ποσοστό εμβολιασμών θα φέρει πολύ αισθητή χαλάρωση των περιοριστικών μέτρων στο άμεσο μέλλον. Έως ότου όμως μπορέσουμε να απαλλαγούμε σε μεγάλο βαθμό από μέτρα και κανόνες, το ποσοστό των ανοσοποιημένων ατόμων στον πληθυσμό πρέπει να υπερβαίνει το 80%», υπογράμμισε προσθέτοντας ωστόσο πως, ακόμα και τότε «θα εξακολουθούν να υπάρχουν κρούσματα, όχι όμως και άλλα κύματα κορονοϊού. Τότε θα έχουμε την πανδημία υπό έλεγχο», κατέληξε ο Βίλερ.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του γερμανικού υπουργείου Υγείας, μέχρι σήμερα έχει εμβολιαστεί το 31,5% του πληθυσμού τουλάχιστον με μία δόση, ενώ και τις δύο δόσεις έχει λάβει το 8,8%.

-