«Συγγνώμη, δεν έχω πολλή μπαταρία. Την τέλειωσα βλέποντας βίντεο στο YouTube για να μάθω πώς να συναρμολογώ βάρκες», λέει ο Αμπουζάρ στους δημοσιογράφους του Guardian. Τους μιλά μέσα από κλήση βίντεο, από μια ερειπωμένη καλύβα του Καλαί, που είναι πλέον το σπίτι του. «Θέλω να υποβάλω κι εγώ αίτηση ασύλου στη Βρετανία, όπως ο αδερφός μου, όμως είμαι αναγκασμένος να δουλεύω για τους διακινητές γιατί δεν έχω αρκετά χρήματα για να πληρώσω και να φτάσω μέχρι εκεί».

«Κρύβουν τμήματα των βαρκών στις παραλίες, για να τις βρω και να τις συναρμολογήσω τη νύχτα, όμως είμαι πολύ τρομαγμένος – αν κάνω κάτι λάθος, θα μπορούσαν να πνιγούν παιδιά μέσα σε αυτή τη βάρκα».

Η υπουργός εσωτερικών της Βρετανίας, Πρίτι Πατέλ, έχει αφιερώσει 33,6 εκατ. στερλίνες για τον έλεγχο των συνόρων του Καλαί και έχει ανακοινώσει σχέδιο καταστολής των διακινητών – παρά το γεγονός ότι φιλανθρωπικές οργανώσεις και δικηγόροι αναφέρουν ότι οι συλληφθέντες συχνά είναι και οι ίδιοι ευάλωτοι μετανάστες.

Στη βόρεια ακτή της Γαλλίας, αιτούντες άσυλο λένε στον Guardian ότι οι αυστηρότεροι έλεγχοι των συνόρων απλώς αύξησαν τη δύναμη των διακινητών.

«Πιστεύω ότι οι έλεγχοι των συνόρων βοηθούν μόνο τους διακινητές και κανέναν άλλο», σημειώνει ο Μπιζάν, ένας Κούρδος αιτών άσυλο που κατέβαλε 3.500 στερλίνες στα τέλη της περσινής χρονιάς σε διακινητές, για να εξασφαλίσει μια από τις 24 θέσεις σε μια βάρκα χωρητικότητας 12 ατόμων. Οι μετανάστες στέκονταν όρθιοι για να εξοικονομούν χώρο, ενώ άλλοι συνεπιβάτες τους άδειαζαν τα νερά που συγκεντρώνονταν στην υπερφορτωμένη βάρκα.

Περιγράφει ένα σύστημα εκμετάλλευσης που δραστηριοποιείται στο Καλαί και στη Δουνκέρκη, με τους διακινητές να χρησιμοποιούν απελπισμένους μετανάστες για επικίνδυνες εργασίες με αντάλλαγμα την υπόσχεση φθηνότερων ναύλων.

«Είναι ένα είδος σκλαβιάς. Φτωχοί πρόσφυγες εργάζονται ως οικιακοί βοηθοί των διακινητών. Γυναίκες αναγκάζονται να πουλήσουν το κορμί τους. Άλλοι είναι υποχρεωμένοι να φυλάνε τσίλιες ή να κάνουν τους οδηγούς, πράγμα που σημαίνει ότι μπορεί να συλληφθούν και να καταλήξουν στη φυλακή. Όμως το κάνουν, γιατί αυτό είναι η μόνη τους πιθανότητα για μια ασφαλή ζωή. Αυτό είναι το μόνο που θέλουν οι πρόσφυγες: Γαλήνη. Είμαστε κουρασμένοι».

Φιλανθρωπικές οργανώσεις που εργάζονται με μετανάστες αναφέρουν ότι παρατηρούν το ίδιο μοτίβο: «Αυτό που βλέπουμε στο Καλαί και τη Δουνκέρκη είναι μια μετατόπιση από τα άτομα που περνούσαν μόνα τους τα σύνορα σε μια ολόκληρη δομή που περιστρέφεται πλήρως γύρω από τη διακίνηση ανθρώπων», τονίζει στον Guardian ο Τσάρλι Γουίτμπρεντ, ιδρυτής της Κινητής Υποστήριξης Προσφύγων. «Αυτό ποτέ δεν απέτρεψε τις αφίξεις ανθρώπων στο Καλαί. Έχουν περάσει πολύ μεγαλύτερα βάσανα και δεν θα σταματήσουν σε τίποτα αν υπάρχει ελπίδα να είναι ξανά ασφαλείς. Ειλικρινά, είναι απίστευτο ότι η κυβέρνηση δεν έχει συνειδητοποιήσει ακόμη ότι αυτά τα μέτρα θα τους αποτρέψουν, ενώ η πραγματικότητα είναι τόσο εμφανής σε οποιονδήποτε έχει εργαστεί στο πεδίο».

Ακόμη κι εκείνοι που ωφελούνται από αυτή την παράνομη δραστηριότητα, συμφωνούν ότι η κατάσταση έχει καταστεί ακόμη πιο ακραία. Ο Guardian μίλησε με δυο άνδρες που έχουν εργαστεί ως διακινητές, μεταφέροντας μετανάστες δια μέσω της Μάγχης έναντι όλο και μεγαλύτερων χρηματικών ανταλλαγμάτων, καθώς τα μέτρα ασφαλείας δυσκόλευαν το πέρασμα.

«Η βία γίνεται όλο και πιο έντονη, επειδή οι μαφίες γίνονται όλο και πιο ισχυρές», παρατηρεί ο Ζόραν, ένας Κούρδος διακινητής που δρούσε στη Δουνκέρκη μέχρι και πέρσι. «Η κατάσταση έγινε ανυπόφορη για εμένα».

Όμως, όπως προσθέτει με κάποια περηφάνια, τα αυξανόμενα μέτρα ασφαλείας στα σύνορα έχουν δώσει κι άλλη δύναμη στους διακινητές, ενισχύοντας το μονοπώλιό τους επί των προσφυγικών διαδρομών. «Οι διακινητές ξέρουν τα πάντα για την ασφάλεια των συνόρων, αυτή είναι η δουλειά τους. Επομένως, όταν η ασφάλεια γίνεται πιο αυστηρή, οι διακινητές γίνονται πιο έξυπνοι και ισχυροί. Ορισμένοι συνεργάζονται ακόμη και με την αστυνομία. Μπορείς να ξεφύγεις από οτιδήποτε αν συνεργάζεσαι με την αστυνομία».

Η Μάγια Κονφόρτι, γραμματέας της L’Auberge des Migrants αναφέρει στον Guardian ότι μπορεί ο Ζόραν να καυχιέται, αλλά έχει δίκιο σε αυτά που λέει. «Εδώ και χρόνια βλέπουμε την ίδια ιστορία να επαναλαμβάνεται: Ένας δρόμος κλείνει και ένας άλλος εμφανίζεται. Οι διακινητές δεν παύουν να αποδεικνύονται εξυπνότεροι από την ασφάλεια».

Ο Ζόραν εξηγεί ότι η δουλειά του έγινε ακόμη πιο επικερδής όταν αυξήθηκαν τα μέτρα ασφαλείας στη διαδρομή μεταξύ Βρετανίας και Καλαί. «Τα αφεντικά χρέωναν μόνο μερικές εκατοντάδες ευρώ το 2014, όμως όταν έφυγα από το επάγγελμα το κόστος για το ίδιο πέρασμα με βάρκα έφτανε τις τέσσερις ή πέντε χιλιάδες».

«Οι τιμές αυξάνονταν με κάθε γύρο δαπανών για την ασφάλεια», υποστηρίζει ένας άλλος άνδρας, ο Σαάντ, που δούλευε για τη μαφία του Σουδάν και των Κούρδων στο Καλαί στην κορύφωση της προσφυγικής κρίσης πριν από τέσσερα χρόνια. Στη διάρκεια της «καριέρας» του, η Βρετανία δαπάνησε 98,9 εκατ. στερλίνες για φράχτες από συρματοπλέγματα, δυνάμεις καταστολής και ελέγχους με υπέρυθρη ακτινοβολία στην περιοχή, όμως εκείνος υποστηρίζει ότι το μόνο που συνέβη μετά από όλα αυτά, ήταν ότι η διακίνηση έγινε πιο επικερδής, ενώ τότε ήταν που οι μαφίες κατάφεραν να επικρατήσουν.

«Τα αυξανόμενα εμπόδια στην πορεία για τα σύνορα σήμαιναν ότι οι μετανάστες ήταν αδύνατον να τα περάσουν μόνα τους. Αυτό προσέλκυσε μαφιόζικες ομάδες που μελέτησαν τους ελέγχους και βρήκαν τρόπους να τους προσπεράσουν, ξέροντας ότι οι απελπισμένοι θα πληρώσουν αδρά για αυτό».

«Ευχαριστούμε την κυβέρνησή σας για τις γεμάτες τσέπες μας», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Επί σειρά ετών, οι ανθρωπιστικές οργανώσεις που ασχολούνται με το προσφυγικό καλούν τη βρετανική κυβέρνηση να ελέγχει τα αιτήματα ασύλου στα εξωτερικά σύνορα της Βρετανίας και να εστιάζει στη διεύρυνση των ασφαλών διαδρομών και όχι στον αυστηρότερο έλεγχο των συνόρων. Όμως αντί για αυτό, η Βρετανία επέλεξε να κλείσει τις νόμιμες οδούς. Τον Ιανουάριο, το Brexit διέκοψε τη διαδικασία επανένωσης των προσφυγικών οικογενειών που έχουν χωριστεί σε διαφορετικές χώρες της Ευρώπης και η κυβέρνηση εγκατέλειψε τους αριθμητικούς στόχους των προγραμμάτων μετεγκατάστασης της υπηρεσίας του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες (UNHCR).

Το 2019, όταν σημειώθηκε η μεγαλύτερη προσέλευση μεταναστών επί 16 χρόνια, πριν το lockdown περιορίσει τις ροές προς την Ευρώπη, ο Αράν διέσχισε τη Μάγχη ως ασυνόδευτο ανήλικο αγόρι 15 ετών, που δραπέτευε από τον ISIS στο Ιράκ, προκειμένου να επανενωθεί με τον θείο του στη Βρετανία, μετά από έναν ολόκληρο χρόνο κατά τον οποίο ήταν μόνος του στην προσφυγιά.

Περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο ένας διακινητής στη Δουνκέρκη έβγαλε ένα μαχαίρι και απείλησε να κόψει το δάχτυλο ενός άλλου αγοριού, πριν τον χτυπήσει βάναυσα μπροστά στον Αράν. «Ήμουν τρομοκρατημένος και αβοήθητος. Όμως δεν μπορούσα να μείνω στη Γαλλία, η κατάσταση εκεί είναι φρικτή. Κάθε πρωί η αστυνομία σε κλωτσά για να ξυπνήσεις, σου σκίζουν τη σκηνή με μαχαίρια και σου λένε να κουνηθείς. Πού πρέπει να πάω; Δεν με αφήνετε καν να κοιμηθώ σε μια σκηνή!»

«Η φρικτή αλήθεια», λέει με χαμηλή φωνή ο έφηβος, «είναι ότι οι διακινητές είναι οι μοναδικοί μας σύμμαχοι».

«Η διακίνηση μπορεί να γίνει τρομακτική, βάναυση, απάνθρωπη», παραδέχεται ο Σαάντ. «Όμως είναι προνόμιο το να σε διακινήσουν. Αυτό δεν καταλαβαίνει η κυβέρνηση».

TAGS: βρετανίαγαλλίαδιακινητέςπροσφυγικόσύνορα

-