Image default
Ανάλυση Πρώτο Θέμα

Ο βικτοριανός κόσμος και ο υπόκοσμος των οικονομικών

Στο  Μανιφέστο  του  1848  ο  Karl  Marx  απήγγειλε  τη  θανατική  καταδίκη  του  καπιταλισμού∙  σύμφωνα με τη διάγνωσή του, το σύστημα έπασχε από ανίατη ασθένεια και, παρ’ όλο που  δεν  γινόταν  καμία  χρονική  πρόβλεψη,  θεωρήθηκε  πως  βρισκόταν  αρκετά  κοντά  στον  επιθανάτιο  ρόγχο  του,  ώστε  οι  επόμενοι  στη  σειρά  διαδοχής  ‐οι  Κομουνιστές‐  να  έχουν  στημένο το αφτί τους για ν’ ακούσουν την τελευταία του πνοή που θα σηματοδοτούσε ότι  κληρονόμησαν την εξουσία. 

Ακόμα και πριν από την έκδοση του Κεφαλαίου το 1867, είχε  ήδη  αρχίσει  η  αναμονή  και,  με  κάθε  κρίση  κερδοσκοπικού  πυρετού  ή  κάθε  ξέσπασμα  βιομηχανικής  κρίσης,  οι  μνηστήρες  της  εξουσίας  ολοένα  κοντοζύγωναν  στο  νεκροκρέβατο  και έλεγαν ο ένας στον άλλο ότι δεν θ’ αργούσε να ‘ρθει η στιγμή της Τελικής Επανάστασης.  

Το σύστημα, όμως, δεν πέθανε. Είναι αλήθεια, βέβαια, ότι πολλοί από τους νόμους κίνησης  του  Marx  επαληθεύτηκαν  στην  πορεία  των  γεγονότων:  οι  μεγάλες  επιχειρήσεις  όντως  έγιναν  μεγαλύτερες  και  οι  περιοδικές  οικονομικές  κρίσεις  μαζί  με  την  ανεργία  εξακολουθούσαν να μαστίζουν την κοινωνία. Ωστόσο, δίπλα στην επαλήθευση αυτών των  απαισιόδοξων  προβλέψεων,  ένα  άλλο  εξαιρετικά  σημαντικό  και  δυσοίωνα  διατυπωμένο  μαρξιστικό  σύμπτωμα  έλαμπε  δια  της  απουσίας  του:  η  «αυξανόμενη  δυστυχία»  του  προλεταριάτου δεν αυξήθηκε. 

 Υπάρχει μια μακροχρόνια διαμάχη μεταξύ των μαρξιστών για το τι εννοούσε ο Marx μ’ αυτή  τη  φράση.  Αν  εννοούσε  πως  όλο  και  περισσότεροι  από  την  εργατική  τάξη  θα  βίωναν  τη  «δυστυχία»  να  γίνουν  προλετάριοι  ‐μισθωτοί  εργάτες‐  τότε,  όπως  είδαμε,  είχε  δίκιο.  Αν  όμως εννοούσε ότι η καθημερινή υλική δυστυχία τους θα χειροτέρευε, τότε είχε άδικο.  Και όντως, μια Βασιλική Επιτροπή που συγκλήθηκε για να μελετήσει την οικονομική κρίση  του  1886,  εξέφρασε  ιδιαίτερη  ικανοποίηση  για  την  κατάσταση  των  εργατικών  τάξεων. 

 Κι  αυτός  δεν  ήταν  απλώς  ο  συγκαταβατικός  υποκριτικός  λόγος  των  ταξικών  απολογητών.  Οι  συνθήκες  ήταν  καλύτερες  ‐αισθητά  και  σημαντικά  καλύτερες.  Εξετάζοντας  την  κατάσταση  από  τη  δεκαετία  του  1880,  ο  Sir  Robert  Giffen  έγραφε:  «Αυτό  που  πρέπει  να  λάβουμε  υπόψη  μας  είναι  ότι  πριν  από  πενήντα  χρόνια  ο  εργάτης  με  μέσο  ημερομίσθιο  μισό  περίπου ή όχι πολύ παραπάνω από το μισό απ’ όσο παίρνει τώρα, αναγκαζόταν ενίοτε να  υποστεί  διακυμάνσεις  στην  τιμή  του  ψωμιού  οι  οποίες  συνεπάγονταν  τη  λιμοκτονία  του.  Για  την  ακρίβεια,  οι  περιοδικοί  λιμοί  αποτελούσαν  μόνιμη  κατάσταση  για  τις  μάζες  των  εργατών σε όλο το βασίλειο πριν από πενήντα χρόνια». 

Όμως, ως την εποχή στην οποία τα  έγραφε  αυτά  ο  Giffen,  παρ’  όλο  που  οι  τιμές  είχαν  αυξηθεί,  οι  μισθοί  είχαν  αυξηθεί  ταχύτερα.  Για  πρώτη  φορά,  ο  Άγγλος εργάτης  έβγαζε  αρκετά  ώστε  να  τα  κουτσοβολεύει  ‐  θλιβερό σχόλιο για το παρελθόν, αλλά ελπιδοφόρος οιωνός για το μέλλον.  Κι  όχι  μόνο  είχαν  αυξηθεί  οι  μισθοί,  αλλά  μειώθηκε  και  η  ίδια  η  πηγή  της  υπεραξίας:  οι  ώρες  εργασίας  ήταν  πολύ  λιγότερες172.  Για  παράδειγμα,  στα  Ναυπηγεία  του  Τζάροου  και  στο Χημικό Εργοστάσιο Νιου Κασλ, η εβδομάδα εργασίας είχε μειωθεί από 61 σε 54 ώρες  ενώ ακόμα και στα εξοντωτικά υφαντουργεία είχε ελαττωθεί σε 57 ώρες μόνο. Μάλιστα, οι  ιδιοκτήτες  των  υφαντουργείων  παραπονιόνταν  πως  το  κόστος  των  μισθών  είχε  αυξηθεί  περισσότερο  από  20%.  

Ενώ,  όμως,  η  πρόοδος  ήταν  δαπανηρή,  δεν  έπαυε  να  αποφέρει  άυλα  κέρδη.  Γιατί  όσο  βελτιώνονταν  οι  συνθήκες,  εξέλειπαν  οι  διαμαρτυρίες  σαν  εκείνες  του  1848.  «Δεν  θα  μπορέσεις  να  τους  κάνεις  να  μιλήσουν  για  πολιτική  εφόσον  έχουν  μια  καλή δουλειά», επιβεβαίωνε ένας βιομήχανος του Στάφορντσαϊρ αναφερόμενος στη στάση  της εργατικής του δύναμης. 

Ακόμα  κι  ο  Marx  με  τον  Engels  αναγκάστηκαν  να  αναγνωρίσουν  την  ύπαρξη  αυτής  της  τάσης.  «Στην  πραγματικότητα,  το  προλεταριάτο  της  Αγγλίας  αστικοποιείται  όλο  και  πιο  πολύ»173,  θρηνούσε  ο  Engels  σε  μια  επιστολή  του  στον  Marx,  «τόσο  που  να  φαίνεται  ότι  απώτερος σκοπός αυτού του πιο αστικού απ’ όλα τα έθνη είναι να έχει, δίπλα στην αστική  τάξη, και μια αστική αριστοκρατία κι ένα αστικό προλεταριάτο».  Προφανώς,  οι  προσδοκίες  του  Marx  γα  την  επικείμενη  καταστροφή  υπήρξαν  πρόωρες.  

Οι  πιστοί,  φυσικά,  μπόρεσαν  να  αποδεχτούν  την  ανησυχητική  τροπή  των  γεγονότων  παρηγορούμενοι  με  τη  γνώση  ότι  «αναπόφευκτο»  εξακολουθούσε  να  σημαίνει  αναπόφευκτο  και  πως  μια‐δυο  γενιές  διαφορά  δεν  είχαν  και  τόση  σημασία  στη  μεγάλη  διαδρομή της ιστορίας. Ωστόσο, για όσους μη Μαρξιστές παρακολουθούσαν τα γεγονότα, η  μεγάλη  οικονομική  άνθηση  της  βικτοριανής  εποχής  σήμαινε  κάτι  διαφορετικό;  Ο  κόσμος  φαινόταν  να  γεμίζει  πάλι  με  ελπίδες  και  υποσχέσεις,  και  τα  άσχημα  προαισθήματα  ενός  διαφωνούντος  σαν  τον  Karl  Marx  έμοιαζαν  απλώς  με  τα  παραληρήματα  ενός  δυσαρεστημένου ριζοσπάστη. Ως εκ τούτου, η πνευματική βόμβα που είχε προετοιμάσει ο  Marx εξερράγη μέσα σε σχεδόν απόλυτη σιωπή∙ αντί για έναν καταιγισμό ύβρεων, ο Marx  αντιμετώπισε την πολύ πιο συντριπτική ατίμωση της αδιαφορίας.  Αυτό συνέβη επειδή η οικονομική επιστήμη είχε πάψει να είναι η πληθώρα απόψεων για  τον  κόσμο,  που  στα  χέρια  πότε  ενός  φιλοσόφου,  πότε  κάποιου  χρηματιστή  και  πότε  κάποιου  επαναστάτη,  έμοιαζαν  να  φωτίζουν  ολόκληρη  τη  λεωφόρο  στην  οποία  βάδιζε  η  κοινωνία. 

 Αντίθετα,  έγινε  αποκλειστική  αρμοδιότητα  των  καθηγητών,  οι  έρευνες  των  οποίων  έγιναν  λεπτές  ακτίνες  φωτός  εκεί  που  πριν  υπήρχαν  οι  ισχυρές,  φαρδιές  δέσμες  από τους φάρους των πρώτων οικονομολόγων.  Υπήρχε  συγκεκριμένος  λόγος  γι’  αυτό:  όπως  είδαμε,  η  βικτοριανή  Αγγλία  είχε  νιώσει  τον  ούριο  άνεμο  της  προόδου  και  της  αισιοδοξίας  του  τέλους  του  19ου  αιώνα. 

 Διάχυτη  στην  ατμόσφαιρα ήταν η αίσθηση ότι τα πράγματα καλυτέρευαν κι έτσι ήταν απόλυτα φυσικό να  μην  υπάρχουν  πολλές  αφορμές  για  ενοχλητικά  ερωτήματα  σχετικά  με  τη  φύση  του  ταξιδιού. Κι έτσι η βικτοριανή άνθηση γέννησε μια σειρά από αποσαφηνιστές, ανθρώπους  που  θα  μελετούσαν  με  κάθε  λεπτομέρεια  τη  λειτουργία  του  συστήματος,  όχι  όμως  ανθρώπους  που  θα  εξέφραζαν  επιφυλάξεις  για  τις  βασικές  του  αξίες  ή  θα  έκαναν  ανησυχητικές  προγνώσεις  για  την  κατάληξή  του.  Μια  καινούρια  ομάδα  καθηγητών  κυριάρχησε  στην  κεντρική  ζωή  της  οικονομικής  σκέψης. 

 Η  συμβολή  τους  ήταν  συχνά  σημαντική, όχι όμως ζωτική. Γιατί στη σκέψη ανθρώπων όπως ο Alfred Marshall, ο Stanley  Jevons, ο John Μπέιτς Κλαρκ και το πολλαπλασιαζόμενο επιστημονικό προσωπικό που τους  περιστοίχιζε,  δεν  υπήρχαν  πλέον  λύκοι  στον  οικονομικό  κόσμο  και  συνεπώς  ούτε  δραστηριότητες ζωτικής σημασίας για να τις αποσαφηνίσει η οικονομική θεωρία. 

Ο κόσμος  όλος απαρτιζόταν από ευχάριστα, αν και φανταστικά, πρόβατα.    Αυτά  τα  πρόβατα  ποτέ  δεν  είχαν  περιγραφεί  πιο  ξεκάθαρα  απ’  όσο  σ’  ένα  μικρό  τόμο  με  τίτλο  Μαθηματική  ψυχολογία  (Mathematical  Psychics),  ο  οποίος  εμφανίστηκε  το  1881,  μόλις  δύο  χρόνια  πριν  πεθάνει  ο  Marx.  Δεν  γράφτηκε  από  τον  σπουδαιότερο  των  ακαδημαϊκών, αλλά ίσως από τον πιο αποκαλυπτικό ‐ έναν παράξενο, ντροπαλό καθηγητή  ονόματι  Φράνσις  Ισίντρο  Edgeworth,  ανιψιό  εκείνης  της  Μαρίας  Edgeworth  που  κάποτε  έπαιζε παντομίμες με τον Ricardo.  Ο  Edgeworth  υπήρξε  αναμφίβολα  ένας  εξαίρετος  επιστήμονας.  Στις  τελικές  του  εξετάσεις  στην  Oxford,  όταν  του  έκαναν  μια  ιδιαίτερα  δυσνόητη  ερώτηση,  ρώτησε  τους  εξεταστές του:  «Να  απαντήσω  εν  συντομία  ή  εν  εκτάσει;» κι  έπειτα  ρητόρευε  επί  μισή  ώρα,  διανθίζοντας  την  απάντησή  του  με  παρεκβάσεις  στα  ελληνικά,  ενώ  οι  εξεταστές  του  τον  παρακολουθούσαν μ’ ανοιχτό το στόμα.  

Ωστόσο,  τον  Edgeworth  δεν  τον  ενδιέφεραν  τα  οικονομικά  επειδή  αιτιολογούσαν  ή  εξηγούσαν  ή  καταδίκαζαν  τον  κόσμο,  ούτε  επειδή  άνοιγαν  καινούργιους  ορίζοντες,  λαμπερούς  ή  ζοφερούς,  στο  μέλλον.  Αυτή  η  ιδιόρρυθμη  ψυχή  γοητεύθηκε  επειδή  τα  οικονομικά ασχολούνταν με ποσότητες και γιατί ό,τι είχε σχέση με ποσότητες μπορούσε να  μεταφραστεί  σε  μαθηματικά!  Η  διαδικασία  της  μετάφρασης  απαιτούσε  την  εγκατάλειψη  εκείνου  του  γεμάτου  ένταση  κόσμου  των  προγενέστερων  οικονομολόγων,  αλλά  έδινε  σε  αντάλλαγμα  έναν  κόσμο  τέτοιας  απόλυτης  ακρίβειας  και  εξαίσιας  μεθοδικότητας  που  σε  αποζημίωνε και με το παραπάνω για την απώλεια.  

Για να φτιαχτεί ένας τέτοιος μαθηματικός καθρέφτης της πραγματικότητας, ήταν προφανές  πως  ο  κόσμος  έπρεπε  να  απλοποιηθεί.  Η  απλοποίηση  του  Edgeworth  συνοψιζόταν  στην  εξής  υπόθεση:  ο  κάθε  άνθρωπος  είναι  μια  μηχανή  απόλαυσης.  Ο  Τζέρεμι  Μπένθαμ  είχε  συλλάβει  πρώτος  αυτή  την  ιδέα  στις  αρχές  του  19ου  αιώνα  και  την  είχε  ονομάσει  «Λογισμός  δημιουργίας  ευτυχίας»  (Felicific  Calculus),  μια  φιλοσοφική  θεώρηση  της  ανθρωπότητας σαν ένα πλήθος από ζωντανές αριθμομηχανές για τον υπολογισμό κερδών  και  ζημιών,  μηχανές  που  η  καθεμιά  δεν  κάνει  τίποτα  άλλο  απ’  το  να  επιδιώκει  τη  μεγιστοποίηση της απόλαυσης. Σ’ αυτή τη γενική φιλοσοφία, ο Edgeworth πρόσθεσε τώρα  την ακρίβεια των μαθηματικών για να δημιουργήσει ένα είδος ουτοπίας κατά το πρότυπο  του Παγγλώσσου του Βολτέρου ‐ τον καλύτερο απ’ όλους τους δυνατούς κόσμους. 

 Απ’  όλους  όσοι  θα  μπορούσαν  να  υιοθετήσουν  μια  τέτοια  άποψη  της  κοινωνίας,  ο  Edgeworth  μοιάζει  η  πιο  απίθανη  περίπτωση.  Ο  ίδιος  ήταν  η  πιο  κακοφτιαγμένη  μηχανή  απόλαυσης που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Νευρωτικά συνεσταλμένος, συνήθιζε ν’  αποφεύγει  τις  χαρές  της  ανθρώπινης  συναναστροφής,  προτιμώντας  την  απομόνωση  της  λέσχης  του∙  δυστυχής  με  το  βάρος  των  υλικών  αγαθών,  απολάμβανε  ελάχιστες  από  τις  χαρές  που  δίνουν  στους  περισσότερους  ανθρώπους  τα  υπάρχοντα. 

 Τα  δωμάτια  του  ήταν  λιτά, η βιβλιοθήκη του ήταν η δημόσια βιβλιοθήκη και το απόθεμα του υλικού πλούτου του  δεν συμπεριλάμβανε πιατικά, χαρτικά ή έστω γραμματόσημα. Ίσως η μεγαλύτερη γι’ αυτόν  πηγή απόλαυσης βρισκόταν στην κατασκευή μιας υπέροχης οικονομικής ουτοπίας.  Άσχετα  όμως  από  τα  κίνητρά  του,  η  υπόθεση  του  Edgeworth  για  τη  μηχανή  απόλαυσης  απέδωσε θαυμαστούς πνευματικούς καρπούς. Γιατί, αν η οικονομική επιστήμη οριζόταν ως  η μελέτη των ανθρώπινων μηχανισμών απόλαυσης που ανταγωνίζονται για το μερίδιό τους  από το συνολικό απόθεμα απόλαυσης της κοινωνίας, τότε θα μπορούσε να καταδειχτεί ‐με  όλο  το  αδιάσειστο  βάρος  του  διαφορικού  λογισμού‐  ότι  σ’  έναν  κόσμο  τέλειου  ανταγωνισμού  κάθε  μηχανή  απόλαυσης  θα  επιτύγχανε  τη  μέγιστη  ποσότητα  απόλαυσης  που μπορεί να απονείμει η κοινωνία. 

 Με άλλα λόγια, αν αυτός δεν ήταν ακόμα ο καλύτερος απ’ όλους τους δυνατούς κόσμους,  θα μπορούσε να γίνει. Δυστυχώς, ο κόσμος δεν ήταν οργανωμένος σαν ένα παιχνίδι τέλειου  ανταγωνισμού∙  οι  άνθρωποι  είχαν  την  αξιοθρήνητη  συνήθεια  να  αλληλοϋποστηρίζονται  αγνοώντας  ηλιθιωδώς  τις  ευεργετικές  συνέπειες  που  θα  προέκυπταν  αν  ακολουθούσαν  πεισματικά αυτό που τους υπαγόρευε το ατομικό τους συμφέρον∙ τα εργατικά συνδικάτα,  για  παράδειγμα,  παραβίαζαν  την  αρχή  «ο  καθένας  για  τον  εαυτό  του»  και  το  αναμφισβήτητο γεγονός των ανισοτήτων του πλούτου και της κοινωνικής θέσης έκαναν το  σημείο εκκίνησης του παιχνιδιού κάτι λιγότερο από εντελώς ουδέτερο. 

Δεν  πειράζει  όμως,  έλεγε  ο  Edgeworth.  Το  φρόντισε  κι  αυτό  η  φύση.  Ενώ  τα  εργατικά  συνδικάτα  ίσως  κέρδιζαν  βραχυπρόθεσμα  μέσα  από  την  κοινή  δράση,  μπορούσε  να  αποδειχτεί ότι μακροπρόθεσμα σίγουρα θα έχαναν ‐ δεν ήταν παρά μια προσωρινή ατέλεια  στο  ιδεώδες  πλάνο  των  πραγμάτων.  Κι  αν  η  αριστοκρατική  καταγωγή  και  ο  μεγάλος  πλούτος έμοιαζαν στην αρχή να προδικάζουν το αποτέλεσμα του οικονομικού παιχνιδιού,  κι αυτό επίσης μπορούσε να συμφιλιωθεί με τη μαθηματική ψυχολογία. Γιατί ενώ όλα τα  άτομα  ήταν  μηχανές  απόλαυσης,  κάποιες  ήταν  καλύτερες  από  τις  άλλες. 

 Οι  άντρες,  για  παράδειγμα,  ήταν  καλύτερα  εξοπλισμένοι  από  τις  γυναίκες  να  γεμίζουν  τους  ψυχικούς  τραπεζικούς λογαριασμούς τους και οι λεπτεπίλεπτες ευαισθησίες της «αριστοκρατίας της  δεξιοτεχνίας  και  του  ταλέντου»  ήταν  πιο  δεκτικές  στις  ηδονές  του  ευ  ζην  από  τις  χοντροκομμένες μηχανές απόλαυσης των εργατικών τάξεων. Ως εκ τούτου, ο λογισμός των  ανθρώπινων  μαθηματικών  μπορούσε  ακόμα  να  λειτουργήσει  πλεονεκτικά∙  και  μάλιστα,  δικαίωνε απόλυτα τους διαχωρισμούς φύλου και κοινωνικής θέσης που παρατηρεί κανείς  στον κόσμο γύρω του.  Μα η μαθηματική ψυχολογία έκανε κάτι περισσότερο από το να εκλογικεύσει τις δοξασίες  του  συντηρητισμού.  Ο  Edgeworth  πίστευε  πραγματικά  ότι  η  αλγεβρική  του  διόραση  στις  ανθρώπινες δραστηριότητες θα μπορούσε ίσως να αποφέρει χρήσιμα αποτελέσματα στον  πραγματικό κόσμο. 

«Σκέψεις  τόσο  αφηρημένες»,  έγραφε  ο  Edgeworth,  «που  φυσικά  θα  ήταν  γελοίο  να  τις  ρίξει  κανείς  στην  πλημμυρίδα  της  πρακτικής  πολιτικής.  Ίσως  όμως  δεν  είναι  εκτός  τόπου  όταν  επανερχόμαστε  στα  μικρά  ρυάκια  του  συναισθήματος  και  στις  μυστικές  πηγές  των  κινήτρων, απ’ όπου πρέπει να προέρχεται κάθε πορεία δράσης».  «Μικρά ρυάκια συναισθήματος» ‐ αν είναι δυνατόν! Τι θα σκεφτόταν άραγε ο Adam Smith  γι’ αυτή τη μεταμόρφωση των πιεστικών εμπόρων του, των άπληστων τεχνιτών του και των  πολλαπλασιαζόμενων εργατικών του τάξεων σε όλες αυτές τις κατηγορίες αποχαυνωμένων  κυνηγών  απόλαυσης;  Μάλιστα,  ο  Henry  Sidgwick,  σύγχρονος  του  Edgeworth  και  μαθητής  του John Mill, ανακοίνωσε οργισμένος ότι έτρωγε το δείπνο του όχι επειδή είχε αθροίσει τις  ικανοποιήσεις  που  θα  απολάμβανε  από  την  τροφή,  αλλά  επειδή  πεινούσε. 

 Ωστόσο,  οι  διαμαρτυρίες  ήταν  ανώφελες:  η  θεωρία  της  μαθηματικής  ψυχολογίας  ήταν  τόσο  νοικοκυρεμένη,  τόσο  γοητευτική,  τόσο  απαλλαγμένη  από  προβληματικές  ανθρώπινες  αδιαλλαξίες και τόσο ανόθευτη από στοχασμούς περί της ανθρώπινης προσπάθειας και της  κοινωνικής σύγκρουσης, ώστε η επιτυχία της υπήρξε άμεση.  Ο  Edgeworth  δεν  ήταν  ο  μόνος  που  αποπειράθηκε  να  αφαιρέσει  το  ανθρώπινο  στοιχείο  από  την  πολιτική  οικονομία.  Ακόμα  και  όσο  ζούσε  ο  Marx,  είχε  αναπτυχθεί  μια  ολόκληρη  μαθηματική σχολή οικονομικής επιστήμης. Στη Γερμανία, ένας οικονομολόγος ονόματι φον  Τύνεν176 επινόησε έναν τύπο ο οποίος, όπως ισχυριζόταν, έδινε ακριβώς τη δίκαιη αμοιβή  της εργασίας. 

Στον φον Τύνεν άρεσε τόσο που έβαλε να τον σκαλίσουν στην ταφόπλακά του∙ δεν ξέρουμε  την  άποψη  των  εργατών  γι’  αυτό.  Στη  Γαλλία,  ένας  διακεκριμένος  οικονομολόγος,  ο  Leon  Walras,  απέδειξε  ότι  μπορούσε  κανείς,  με  τα  μαθηματικά,  να  βρει  τις  τιμές  αυτές  που  θα εκκαθάριζαν ακριβώς την αγορά∙ φυσικά, για να γίνει κάτι τέτοιο, έπρεπε να έχει κανείς την  εξίσωση  για  κάθε  οικονομικό  αγαθό  της  αγοράς  και  έπειτα  την  ικανότητα  να  επιλύει  ένα  πρόβλημα,  στο  οποίο  ο  αριθμός  των  εξισώσεων  θα  έφτανε  τις  εκατοντάδες  χιλιάδες  ‐  ή  ακόμα  και  εκατομμύρια.  

Δεν  είχαν  σημασία,  όμως,  οι  δυσκολίες:  θεωρητικά  ήταν  εφικτό.  Στο  Πανεπιστήμιο  του  Μάντσεστερ,  ένας  καθηγητής  ονόματι  W.  Stanley  Jevons177  έγραψε  μια διατριβή περί πολιτικής οικονομίας στην οποία ο αγώνας για την επιβίωση ανάγεται σε  «Λογισμό  απόλαυσης  και  πόνου».  «Η  θεωρία  μου  για  τα  Οικονομικά…  είναι  καθαρά  μαθηματικού  χαρακτήρα»,  έγραφε  ο  Jevons  και  απέκλεισε  κάθε  πλευρά  της  οικονομικής  ζωής  που  δεν  μπορούσε  να  αναχθεί  με  ακρίβεια  στο  θεωρητικό  του  σχήμα.  Μάλιστα,  κι  αυτό  είναι  ίσως  ακόμα  πιο  αξιοσημείωτο,  σκόπευε  να  γράψει  (αλλά  δεν  πρόλαβε)  ένα  βιβλίο  με  τίτλο  Αρχές  των  οικονομικών  (Principles  of  Economics):  είναι  ενδεικτικό  ότι  η  πολιτική  οικονομία  αποκαλούνταν  πλέον  «οικονομικά»  και  οι  αναλύσεις  της  γίνονταν  συγγράμματα.  Οι  περισσότερες  απ’  αυτές  ήταν  ανοησίες  ‐  όχι  όμως  όλες.  

Τα  οικονομικά,  άλλωστε,  αφορούν  όντως  τις  πράξεις  ανθρωπίνων  συνόλων  και  τα  ανθρώπινα  σύνολα,  όπως  τα  σύνολα  ατόμων  στη  φυσική,  τείνουν  να  συμπεριφέρονται  σύμφωνα  με  στατιστικούς  κανόνες  και  με  τους  νόμους  των  πιθανοτήτων.  Έτσι,  καθώς  το  καθηγητικό  κατεστημένο  έστρεψε  το  βλέμμα  του  προς  την  εξερεύνηση  της  ιδέας  της  ισορροπίας  ‐την  κατάσταση  προς την οποία θα έτεινε η αγορά σαν αποτέλεσμα των τυχαίων συγκρούσεων των ατόμων  που  όλα  επιζητούν  να  μεγιστοποιήσουν  την  ικανοποίησή  τους‐  στην  ουσία  αποσαφήνισε  κάποιες τάσεις του κοινωνικού σύμπαντος.

 Οι εξισώσεις του Leon Walras εξακολουθούν να  χρησιμοποιούνται  για  να  καταδείξουν  τα  γνωρίσματα  ενός  κοινωνικού  συστήματος  σε  στάσιμη κατάσταση.  Το  ερώτημα  είναι:  ένα  σύστημα  σε  «στάσιμη»  κατάσταση  απεικονίζει  όντως  τις  πραγματικότητες  ‐τις  θεμελιώδεις  αλήθειες‐  του  κοινωνικού  σύμπαντος;  Οι  πρώτοι  οικονομολόγοι, από τον Smith ως τον Mill και φυσικά τον Marx, είχαν στο μυαλό τους την  επιβλητική εικόνα μιας κοινωνίας που ήταν από τη φύση της επεκτατική. Μπορεί, όντως, η  επέκτασή  της  να  συναντά  φραγμούς  ή  να  εξαντλείται  η  ορμητικότητά  της  ή  να  εμφανίζει  συμπτώματα οικονομικής κάμψης, αλλά η κεντρική δύναμη του οικονομικού κόσμου ήταν,  παρ’ όλα αυτά, άρρηκτα συνδεδεμένη με μια τάση προς την ανάπτυξη.  Αυτή  η  βασική  σύλληψη  ήταν  που  απουσίαζε  από  την  καινούρια  εστίαση  του  ενδιαφέροντος  στην  ισορροπία  σαν  την  πιο  συναρπαστική,  την  πιο  αποκαλυπτική  πλευρά  του  συστήματος.  Ξαφνικά,  ο  καπιταλισμός  δεν  θεωρούνταν  πλέον  ένα  ασυγκράτητο  ιστορικό  όχημα  της  κοινωνίας,  αλλά  ως  μια  στατική,  μάλλον  χωρίς  ιστορία,  μορφή  οργάνωσης. 

Η κινητήρια ώθηση του συστήματος ‐η ώθηση που είχε γοητεύσει όλους τους  προηγούμενους  ερευνητές  της‐  είχε  τώρα  παραβλεφθεί,  αγνοηθεί,  λησμονηθεί.  Όποιες  πλευρές μιας καπιταλιστικής οικονομίας κι αν φωτίζονταν μ’ αυτή την καινούρια αντίληψη,  η ιστορική της αποστολή παρέμενε στο σκότος.   Κι έτσι, ως αντίβαρο αυτού του άχρωμου κόσμου των εξισώσεων, άνθισε ένας υπόκοσμος  της  οικονομικής  επιστήμης.  Αυτός  ο  υπόκοσμος  υπήρχε  πάντα  ‐  ένας  παράξενος  χώρος  γεμάτος  εκκεντρικούς  και  αιρετικούς,  των  οποίων  τα  δόγματα  δεν  μπόρεσαν  να  αποκτήσουν  το ηθικό ανάστημα της  ευυποληψίας. 

 Ένας απ’ αυτούς ήταν ο ασυγκράτητος  Μπέρναρντ Μάντεβιλ, που σοκάρισε το 18ο αιώνα με μια πνευματώδη επίδειξη ότι η αρετή  είναι  ανηθικότητα  και  η  ανηθικότητα  αρετή.  Ο  Μάντεβιλ  απλώς  επισήμανε  ότι  οι  έκλυτες  σπατάλες των αμαρτωλών πλουσίων  έδιναν δουλειά στους  φτωχούς, ενώ  δεν είχε το ίδιο  αποτέλεσμα  η  φιλάργυρη  χρηστότητα  των  ενάρετων  τσιγκούνηδων  ως  εκ  τούτου,  είπε  ο  Μάντεβιλ,  η  ιδιωτική  ανηθικότητα  μπορεί  να  καταλήξει  σε  δημόσιο  καλό,  ενώ  η  ιδιωτική 

αρετή ίσως αποβεί σε κοινωνικό βάρος. Το περίπλοκο και εξεζητημένο δίδαγμα στο «Μύθο  των Μελισσών» του (Fable of the Bees) ήταν πολύ βαρύ για να το καταπιεί ο 18ος αιώνας∙ το  βιβλίο  του  Μάντεβιλ  καταδικάστηκε  σαν  δημόσια  πληγή  από  ένα  σώμα  ενόρκων  στο  Μίντλσεξ το 1723 κι ο ίδιος ο Μάντεβιλ επικρίθηκε δριμύτατα από τον Adam Smith κι όλους  τους υπόλοιπους. 

 Ενώ, όμως, οι προγενέστεροι εκκεντρικοί και τσαρλατάνοι λίγο‐πολύ εκτοπίστηκαν από τις  απόψεις  των  έγκυρων  στοχαστών,  όπως  ήταν  ο  Smith  ή  ο  Ricardo,  τώρα  ο  υπόκοσμος  στελεχωνόταν  με  νέα  μέλη  για  ένα  διαφορετικό  λόγο.  Απλώς  δεν  υπήρχε  χώρος  στον  επίσημο κόσμο των οικονομικών για όσους ήθελαν να καλύψουν ολόκληρο το φάσμα της  ανθρώπινης  συμπεριφοράς,  και  ελάχιστη  ανοχή  έδειχνε  ο  πομπώδης  κόσμος  της  βικτοριανής ευπρέπειας σ’ αυτούς που η διάγνωσή τους για την κοινωνία άφηνε περιθώρια  για  ηθικές  αμφισβητήσεις  ή  έμοιαζε  να  υποδεικνύει  την  ανάγκη  για  ριζοσπαστικές  μεταρρυθμίσεις.  Κι  έτσι  ο  υπόκοσμος  απόκτησε  νέα  ζωή.  Ο  Marx  υπάχθηκε  εκεί  γιατί  το  δόγμα  του  ήταν  δυσάρεστο.  Ο  Malthus  πήγε  εκεί  γιατί  η  ιδέα  του  των  «γενικών  κορεσμών»  ήταν  ένας  αριθμητικός παραλογισμός και επειδή οι επιφυλάξεις του για τα αγαθά της αποταμίευσης  έρχονταν σε απόλυτη αντίθεση με τη βικτοριανή λατρεία της φειδούς. 

Οι Ουτοπικοί πήγαν  εκεί  γιατί  αυτά  που  έλεγαν  ήταν  σκέτες  ανοησίες  και,  ούτως  ή  άλλως,  δεν  είχαν  καμιά  σχέση με τα «οικονομικά»∙ και, τέλος, εκεί υπάχθηκαν και όσων τα δόγματα δεν ταίριαζαν  με  τον  κομψό  κόσμο  που  οικοδομούσαν  οι  ακαδημαϊκοί  μέσα  στις  αίθουσες  διδασκαλίας  τους, και πίστευαν αυτάρεσκα ότι υπήρχε και έξω απ’ αυτές.  Όμως, αυτός ο υπόκοσμος ήταν ένας πολύ πιο ενδιαφέρων χώρος από το γαλήνιο βασίλειο  που βρισκόταν από πάνω του. Εκεί κατοικούσε ένα πλήθος από υπέροχες προσωπικότητες  και  μέσα  εκεί  βλάσταινε  ένα  αλλόκοτο  και  οργιώδες  κουβάρι  ιδεών.  Υπήρχε,  για  παράδειγμα,  κάποιος  που  έχει  σχεδόν  λησμονηθεί  στην  πορεία  των  οικονομικών  ιδεών.  Είναι ο Frederic Bastiat178, ένας εκκεντρικός Γάλλος, που έζησε από το 1801 ως το 1850, και  που μέσα σ’ αυτό το σύντομο χρονικό διάστημα και στο ακόμα συντομότερο διάστημα του  συγγραφικού του βίου ‐έξι χρόνια‐ έφερε στην οικονομική επιστήμη το πιο θανατηφόρο απ’  όλα  τα  όπλα,  τον  εμπαιγμό.  

Κοιτάξτε  τι  τρελοκομείο  είναι  ο  κόσμος,  λέει  ο  Bastiat.  Κάνει  τρομερές  προσπάθειες  να  ανοίξει  μια  σήραγγα  κάτω  από  ένα  βουνό  για  να  ενώσει  δύο  χώρες.  Και  τι  γίνεται  μετά;  Ύστερα  από  τόσους  κόπους  για  να  διευκολύνει  την  ανταλλαγή  των  προϊόντων,  ορίζει  τελωνοφύλακες  στις  δυο  πλευρές  του  βουνού  και  δυσκολεύει  όσο  μπορεί περισσότερο τη διακίνηση των εμπορευμάτων μέσα από τη σήραγγα!  Ο  Bastiat  είχε  το  χάρισμα  να  εντοπίζει  τις  γελοιότητες∙  το  μικρό  του  βιβλίο  Οικονομικές  σοφιστείες  (Economic  Sophisms)  διαθέτει  τόσο  χιούμορ  όσο  θα  μπορούσαν  ποτέ  να  διαθέτουν τα οικονομικά. Όταν, για παράδειγμα, συζητιόταν στη Γαλλική Εθνοσυνέλευση η  κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής Παρίσι‐Μαδρίτη, κάποιος κύριος Σιμιό υποστήριξε  πως θα έπρεπε να διακόπτεται η γραμμή στο Μπορντό, γιατί μια διακοπή στο συγκεκριμένο  σημείο  της  γραμμής  θα  συνέτεινε  πάρα  πολύ  στην  ευημερία  των  αχθοφόρων,  των  θυρωρών,  των  ξενοδόχων,  των  μαουνιέρηδων  και  άλλων  επαγγελματιών  της  πόλης  και,  τοιουτοτρόπως,  η  ευημερία  του  Μπορντό  θα  σήμαινε  και  τον  πλουτισμό  της  Γαλλίας.  Ο  Bastiat  δεν  έχασε  την  ευκαιρία  να  ειρωνευτεί  την  ιδέα.  

Ωραία,  είπε,  αλλά  ας  μη  σταματήσουμε  μόνο  στο  Μπορντό.  «Αν  το  Μπορντό  δικαιούται  να  επωφεληθεί  από  μια  διακοπή  στη  γραμμή…  τότε  η  Ανγκουλέμ,  το  Πουατιέ,  η  Τουρ,  η  Ορλεάνη…  θα  ‘πρεπε  επίσης  να  απαιτήσουν  διακοπές  προς  όφελος  του  γενικού  συμφέροντος…  Μ’  αυτό  τον  τρόπο  θα  καταφέρουμε  να  έχουμε  μια  σιδηροδρομική  γραμμή  που  θα  απαρτίζεται  από  διαδοχικά κενά και η οποία θα μπορεί να μετονομαστεί σε Αρνητικό Σιδηρόδρομο». 

Ο  Bastiat  υπήρξε  ένας  πνευματώδης  άνθρωπος  στον  κόσμο  της  οικονομικής  επιστήμης∙  η  προσωπική  του  ζωή,  ωστόσο,  υπήρξε  τραγική.  Γεννημένος  στη  Μπαγιόν,  ορφάνεψε  από  μικρός  και  το  χειρότερο  ήταν  πως  προσεβλήθη  από  φυματίωση  στους  πνεύμονες.  Σπούδασε στο πανεπιστήμιο κι έπειτα δοκίμασε ν’ ασχοληθεί με τις επιχειρήσεις, αλλά δεν  είχε  ταλέντο  στο  εμπόριο.  Στράφηκε  στη  γεωργία,  μα  κι  εκεί  τα  πήγε  εξίσου  άσχημα∙  σαν  τον  καλοπροαίρετο  κόμη  του  Τολστόι,  όσο  ανακατευόταν  με  τη  διαχείριση  της  οικογενειακής  κτηματικής  περιουσίας,  τόσο  χειροτέρευε  η  κατάσταση.

  Ονειρευόταν  ανδραγαθήματα, μα οι στρατιωτικές του περιπέτειες πήραν μια δονκιχωτική τροπή: όταν  οι  Βουρβόνοι  εκδιώχτηκαν  απ’  τη  Γαλλία  το  1830,  ο  Bastiat  συγκέντρωσε  εξακόσιους  νεαρούς και τους οδήγησε να καταλάβουν ένα οχυρό των βασιλικών, χωρίς να υπολογίσει  το κόστος. Ο καημένος ο Bastiat! ‐ οι πολιορκημένοι κατέβασαν αδιαμαρτύρητα τη σημαία  τους και τους προσκάλεσαν όλους σ’ ένα συμπόσιο για να το γιορτάσουν.  Φαίνεται πως ήταν καταδικασμένος να απογοητεύεται. Μα η αδράνεια που του επέβαλαν  οι συνθήκες έστρεψε το ενδιαφέρον του στα οικονομικά κι έτσι άρχισε να διαβάζει και να  συζητά τα επίκαιρα ζητήματα. Ένας γείτονάς του, ευγενής της επαρχίας, τον παρότρυνε να  γράψει  τις  απόψεις  του  και  ο  Bastiat  έγραψε  ένα  άρθρο  για  το  ελεύθερο  εμπόριο  και  το  έστειλε σε μια παρισινή ημερήσια εφημερίδα. 

Οι σκέψεις του ήταν πρωτότυπες και το στιλ  του  υπέροχα  σαρκαστικό.  Το  άρθρο  δημοσιεύτηκε  και  μέσα  σε  μια  νύχτα  αυτός  ο  επαρχιώτης λόγιος έγινε διάσημος.  Πήγε  στο  Παρίσι.  «Δεν  πρόλαβε  να  επιστρατεύσει  τη  βοήθεια  κάποιου  παριζιάνου  πιλοποιού  ή  ράφτη»,  γράφει  ο  κύριος  de  Μολιναρί,  «και  με  τα  μακριά  μαλλιά  του,  το  μικροσκοπικό καπέλο, τη φαρδιά ρεντιγκότα και την οικογενειακή ομπρέλα του εύκολα θα  τον έπαιρνες για κάποιον τίμιο χωρικό που για πρώτη φορά άφηνε το χωριό του για να δει  τη μητρόπολη».  Μα  ο  επαρχιώτης  λόγιος  είχε  μια  δηκτικότατη  πένα.  Διάβαζε  καθημερινά  τις  παρισινές  εφημερίδες  όπου  οι  βουλευτές  και  οι  υπουργοί  της  Γαλλίας  υπερασπίζονταν  την  πολιτική  τους, μια πολιτική εγωισμού και τυφλών συμφερόντων κι έπειτα έγραφε μια ανταπάντηση  που έκανε όλο το Παρίσι να τραντάζεται από τα γέλια. Για παράδειγμα, όταν στη δεκαετία  του 1840 το Κοινοβούλιο νομοθέτησε υψηλότερους φόρους σε όλα τα ξένα προϊόντα ώστε  να  ωφεληθεί  η  Γαλλική  βιομηχανία,  ο  Bastiat  παρουσίασε  αυτό  το  αριστούργημα  οικονομικής σάτιρας.  ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΩΝ ΚΗΡΙΩΝ, ΦΥΤΙΛΙΩΝ, ΛΥΧΝΩΝ, ΚΗΡΟΠΗΓΙΩΝ, ΦΑΝΟΣΤΑΤΩΝ, ΚΗΡΟΨΑΛΙΔΩΝ, ΣΒΕΣΤΗΡΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΕΛΑΙΟΥ, ΣΤΕΑΤΟΣ, ΡΗΤΙΝΗΣ, ΑΛΚΟΟΛΗΣ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΩΣ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΤΩΝ ΣΧΕΤΙΖΟΜΕΝΩΝ ΜΕ ΤΟ ΦΩΤΙΣΜΟ. ΠΡΟΣ ΤΑ ΜΕΛΗ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΥΡΙΟΙ, …Υποφέρουμε από τον αβάσταχτο ανταγωνισμό ενός ξένου αντιπάλου, ευρισκομένου, κατά τα φαινόμενα, σε θέση τόσο ανώτερη από τη δική μας, ώστε να κατακλύζει ολοκληρωτικά την εθνική μας αγορά σε μια τιμή εκπληκτικά μειωμένη… …Αυτός ο αντίπαλος… δεν είναι άλλος από τον ήλιο. Παρακαλούμε να ευαρεστηθείτε να ψηφίσετε ένα νόμο που να ορίζει να κλείσουν όλα τα παράθυρα, οι φεγγίτες, οι αναφωτίδες, τα εξωτερικά και εσωτερικά παραθυρόφυλλα, οι κουρτίνες, τα παραπετάσματα, τα φινιστρίνια• με άλλα λόγια όλα τα ανοίγματα, οι οπές, οι χαραμάδες και οι ρωγμές.

…Αν κλείνατε κατά το δυνατόν κάθε πρόσβαση στο φυσικό φως και δημιουργούσατε ζήτηση για τεχνητό φως, ποιος από τους Γάλλους κατασκευαστές μας δεν θα ωφελούνταν από μια τέτοια απόφαση; … Αν καταναλώνεται περισσότερο λίπος, τότε θα πρέπει να υπάρχουν περισσότερα βόδια και πρόβατα… αν καταναλώνεται περισσότερο λάδι, τότε θα έχουμε εκτεταμένες καλλιέργειες παπαρούνας ή ελιάς… οι χερσότοποί μας θα καλύπτονταν από ρητινώδη δέντρα. Πάρτε την απόφασή σας, αλλά φανείτε λογικοί• γιατί όσο αποκλείετε, όπως κάνετε, το σίδηρο, το καλαμπόκι, τα εισαγόμενα υφάσματα, αναλογικά καθώς οι τιμές τους προσεγγίζουν το μηδέν, τι ασυνέπεια θα συνιστούσε να δέχεστε το φως του ηλίου, η τιμή του οποίου βρίσκεται ήδη στο μηδέν κατά τη διάρκεια όλης της ημέρας!

Σχετικα αρθρα

Η σχέση ΗΠΑ-Ευρώπης έχει αλλάξει για πάντα – Και ο Πούτιν το γνωρίζει καλά

admin

Ευρώπη:Θα προκαλέσει ο Covid νέα οικονομική κρίση;

admin

Ο κίνδυνος του πληθωρισμού είναι εντελώς πραγματικός

admin

XA:Άνοδος με ρευστότητα και ουσία

admin

Μετά την πανδημία κερδίζει η… Κίνα – Γιατί διαγκωνίζονται για επενδύσεις οι ευρωπαϊκοί κολοσσοί

admin

Deloitte: 8 στους 10 Έλληνες CFOs αναμένουν άνοδο εσόδων των εταιρειών τους

admin

ΕΚΤ:Ανάπτυξη αλλά …συνεχίζουμε το τύπωμα χρήματος

admin

Accenture: Η πανδημία επιτάχυνε τον ψηφιακό μετασχηματισμό της ελληνικής ασφαλιστικής αγοράς

admin

Bloomberg: Περιζήτητα τα ελληνικά ομόλογα, βρείτε τα αν μπορείτε

admin

Alpha Bank:Μετατόπιση της τροχιάς της Οικονομικής Μεγέθυνσης σε υψηλότερο επίπεδο

admin

Οι νέες αντικειμενικές αξίες των ακινήτων-Ολοι οι πίνακες

admin

Χωρίς αντίκρυσμα ξανά το δωρεάν χρήμα-John B.Taylor

admin