Ανησυχητικές ιστορίες για πολίτες της ΕΕ που κατέληξαν δεμένοι με χειροπέδες στα βρετανικά αεροδρόμια, αναγκάστηκαν να κοιμηθούν σε παρκαρισμένα αυτοκίνητα ή δεν τους χορηγήθηκαν αναγκαία φάρμακα αφού τους απαγορεύτηκε η είσοδος στη Βρετανία εξαιτίας των νέων κανόνων του Brexit είδαν το φως της δημοσιότητας.

Η Άνα Σιλβέστρε, μια 20χρονη γυναίκα με καταγωγή από την Ιταλία και τη Βραζιλία, έφτασε στο αεροδρόμιο Λούτον στις 8 Μαΐου μαζί με τον Βραζιλιάνο σύζυγό της, μόνο και μόνο για να τους αρνηθούν την είσοδο στη χώρα, σύμφωνα με τον Guardian. Στη συνέχεια την έδεσαν με χειροπέδες στο αεροδρόμιο και την άφησαν να περάσει τη νύχτα σε ένα ημιφορτηγό, πριν την μεταφέρουν στο κέντρο κράτησης Κόλνμπρουκ, όπου πέρασε επτά νύχτες πριν επιστρέψει στην Ιταλία.

Η αδερφή της, η οποία ζει στο Λίβερπουλ εδώ και δύο χρόνια, υποστηρίζει ότι δεν έλαβε «την παραμικρή πληροφορία για το αν είναι καλά ή για το πού βρίσκονται» μετά την άφιξή τους, μέχρι που η αδερφή της την κάλεσε από ένα τηλέφωνο που της δόθηκε στο κέντρο κράτησης το επόμενο πρωί.

Βάσει των πρωτοκόλλων που ακολουθούνται από τα κέντρα απέλασης μεταναστών, τα τηλέφωνα των κρατουμένων κατάσχονται για να μην μπορούν να τραβήξουν φωτογραφίες και βίντεο, ενώ συχνά δεν έχουν καν το δικαίωμα πρόσβασης στις αποσκευές τους.

«Όταν με πήρε τηλέφωνο έκλαιγε και μου έλεγε ξανά και ξανά ότι τους έκαναν να νιώσουν σαν εγκληματίες», θυμάται η αδερφή της Σιλβέστρε μιλώντας στον Guardian. «Μου είπε ότι τους ανάγκασαν να διασχίσουν ολόκληρο το αεροδρόμιο δεμένοι με χειροπέδες και ότι δεν έχει βιώσει μεγαλύτερο εξευτελισμό στη ζωή της».

Οι υπάλληλοι της υπηρεσίας μετανάστευσης στο αεροδρόμιο, αρνήθηκαν να δώσουν στη Σιλβέστρε τα αντισυλληπτικά της, τα οποία λαμβάνει για να κρατά υπό έλεγχο το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών από το οποίο πάσχει, και το ίδιο ίσχυσε και για τα φάρμακα που λαμβάνει ο σύζυγός της για την υπέρταση, υποστηρίζει η αδερφή της.

Η 20χρονη Άμπι από την Εσθονία, κατηγορήθηκε ότι σκόπευε να εργαστεί ως βρεφονηπιοκόμος και κατέληξε κλειδωμένη στο Γκάτγουικ επί 30 ώρες, πριν τελικά απελαθεί στο τέλος του περασμένου μήνα. Στη διάρκεια της κράτησής της, όπως λέει η ίδια, βίωσε πολλαπλές κρίσεις πανικού, έκανε εμετό από τον φόβο της και δεν της επετράπη να πάρει ένα ηρεμιστικό από τα χάπια που είχε στις αποσκευές της.

Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή της που ταξίδευε μόνη της για να φιλοξενηθεί από οικογενειακούς φίλους που ζουν στη Βρετανία και ζήτησε από τον Guardian να μην χρησιμοποιηθεί το πραγματικό της όνομα.

«Στην αρχή με ρώτησαν τι δουλειά είχα στη Βρετανία και τους είπα ότι ήρθα για να επισκεφθώ οικογενειακούς φίλους», εξηγεί. «Μετά επανέλαβαν την ερώτηση, λες και τους είχα δώσει λάθος απάντηση. Μετά τους είπα ότι θα τους βοηθούσα, προσέχοντας τα παιδιά τους. Κι έτσι θεώρησαν αυτομάτως ότι είχα έρθει για να εργαστώ ως βρεφονηπιοκόμος».

Αξιωματικοί της ασφάλειας των συνόρων της είπαν ότι θα καλούσαν τους φίλους της, όμως δεν το έκαναν, και όταν οι οικοδεσπότες της έσπευσαν στο Γκάτγουικ, οι αξιωματικοί αρνήθηκαν να συναντηθούν μαζί τους από κοντά.

«Είχα κρίσεις πανικού. Δεν είχα φάει και δεν είχα πιει τίποτα, επειδή το στομάχι μου πονούσε πάρα πολύ. Εξαιτίας του φόβου και του στρες με είχε πιάσει τέτοια ναυτία που τελικά έκανα εμετό», θυμάται η Άμπι. «Φοβόμουν ότι θα πάθαινα νευρική κρίση κι έτσι ζήτησα από το προσωπικό να πάρω ένα ηρεμιστικό από την τσάντα μου. Δεν μου το επέτρεψαν».

Οι αξιωματικοί υποσχέθηκαν να την μεταφέρουν κάπου για να περάσει τη νύχτα και να λάβει ιατρική περίθαλψη, όμως τελικά την ανάγκασαν να κοιμηθεί στο κρατητήριο του αεροδρομίου, μαζί με δύο άνδρες που επίσης θα απελαύνονταν, όπως εξηγεί στον Guardian.

Η 25χρονη Αναΐς Λορέτα, από τη Γαλλία, μεταφέρθηκε από το Γκάτγουικ στο Κόλμπρουκ και από εκεί στο κέντρο κράτησης του Γιάρλς Γουντ για μια ολόκληρη εβδομάδα, από τις 26 Φεβρουαρίου όταν της αρνήθηκαν την είσοδο στη χώρα και αρχικά δεν της επέτρεπαν να λάβει τα αντιβιοτικά της. «Μου τα πήραν», υποστηρίζει μιλώντας στον Guardian.

Την Παρασκευή, ως απάντηση στα δημοσιεύματα του Guardian και άλλων ευρωπαϊκών εφημερίδων για περιστατικά κράτησης πολιτών της ΕΕ, το υπουργείο εσωτερικών της Βρετανίας ανακοίνωσε μετατροπή των κανονισμών που θα επιτρέπει στους πολίτες της ΕΕ που δεν λαμβάνουν άδεια εισόδου στη χώρα, να κάνουν αίτηση για να αφεθούν υπό όρους να περάσουν κάποιο διάστημα με τους φίλους και τις οικογένειές τους στη Βρετανία, εν αναμονή της πτήσης απέλασής τους.

Εκπρόσωπος του υπουργείου δήλωσε:

«Αν και οι διεθνείς πτήσεις έχουν διαταραχθεί εξαιτίας της πανδημίας, έχουμε επικαιροποιήσει τις οδηγίες μας για να διευκρινίσουμε ότι οι ξένοι υπήκοοι, συμπεριλαμβανομένων των πολιτών της ΕΕ, στους οποίους δεν έχει επιτραπεί η είσοδος στη χώρα και αναμένουν την απέλασή τους, θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να υποβάλουν αίτηση για να αφεθούν υπό όρους, εφόσον πληρούν τις σχετικές προϋποθέσεις».

«Πλέον οι ελεύθερες μετακινήσεις αποτελούν παρελθόν, όμως οι πολίτες της ΕΕ μπορούν να συνεχίσουν να επισκέπτονται τη Βρετανία. Ωστόσο, εκείνοι που σκοπεύουν να σπουδάσουν ή να εργαστούν θα πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις εισόδου στη χώρα και τους συμβουλεύουμε να τις ελέγξουν πριν ταξιδέψουν».

Οι όροι βάσει των οποίων οι πολίτες της ΕΕ και τρίτων χωρών θα μπορούν να παραμείνουν στη χώρα μέχρι την απέλασή τους, περιλαμβάνουν για παράδειγμα την συχνή αναφορά στην υπηρεσία μετανάστευσης, τους περιορισμούς στον τόπο διαμονής τους στη χώρα, τη χρήση ηλεκτρονικών συσκευών παρακολούθησης, τους περιορισμούς στα δικαιώματά τους στην εργασία ή τις σπουδές στη χώρα, αλλά και άλλους όρους που μπορεί να ορίσει ο εκάστοτε αξιωματικός μετανάστευσης. Η μη τήρηση των όρων αυτών μπορεί να οδηγήσει σε ακόμη αυστηρότερους κανονισμούς, σε ποινική δίωξη, σε καταβολή εγγύησης ή και στην επιστροφή στο κέντρο κράτησης.

TAGS: brexitαπέλασηβρετανίαεεΤαξίδια

-