Image default
Ανάλυση Πρώτο Θέμα

Ο βικτοριανός κόσμος και ο υπόκοσμος των οικονομικών III

Κάτι  άλλο  όμως  συνέβαινε  στον  υπόκοσμο,  κάτι  πιο  σημαντικό  από  τους  μύδρους  που  εξαπέλυε ο Henry George κατά της γαιοπροσόδου και από το μεσσιανικό του όραμα για μια  Πόλη του Θεού που θα χτιζόταν στα θεμέλια του μοναδικού φόρου. Ένα νέο και δυναμικό  πνεύμα  σάρωνε  την  Αγγλία,  την  Ευρώπη,  ακόμα  και  τις  Ηνωμένες  Πολιτείες,  ένα  πνεύμα  που  εκδηλωνόταν  με  την  εξάπλωση  συνθημάτων  όπως  «η  αγγλοσαξονική  φυλή  προορίζεται, δίχως άλλο, να γίνει η επικυρίαρχη δύναμη στην ιστορία και τον πολιτισμό του  κόσμου»199. 

 Το  πνεύμα  αυτό  δεν  περιοριζόταν  στην  Αγγλία:  από  την  άλλη  μεριά  της  Μάγχης,  ο  Βίκτωρ  Ουγκό  δήλωνε:  «Η  Γαλλία  είναι  απαραίτητη  για  την  ανθρωπότητα»∙200  στη  Ρωσία,  ο  εκπρόσωπος  του  απολυταρχισμού  Κονσταντίν  Πομπιεντονόστσεφ  διακήρυσσε ότι η απελευθέρωση της Ρωσίας από το μίασμα της παρακμής της Δύσης τής  έδινε τον τιμητικό τίτλο της ηγεσίας στην Ανατολή∙ στη Γερμανία, ο Κάιζερ εξηγούσε ότι ο  Ύψιστος βρισκόταν με το μέρος τους∙202 και στο Νέο Κόσμο, ο Theodore Roosevelt γινόταν ο  εκφραστής μιας παρόμοιας φιλοσοφίας.  

Η εποχή του ιμπεριαλισμού είχε ξεκινήσει και οι χαρτογράφοι είχαν βαλθεί να αλλάζουν τα  χρώματα  που  καταδείκνυαν  τους  ιδιοκτήτες  των  σκοτεινότερων  ηπείρων.  Από  το  1870  ως  το 1898 η Βρετανία πρόσθεσε 10 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα και 88 εκατομμύρια  ανθρώπους στην αυτοκρατορία της∙ η Γαλλία κέρδισε σχεδόν την ίδια εδαφική έκταση και  προσάρτησε  40  εκατομμύρια  ψυχές∙  η  Γερμανία  πήρε  2,5  εκατομμύρια  τετραγωνικά  χιλιόμετρα  και  16  εκατομμύρια  κατοίκους∙  το  Βέλγιο,  2,3  τετραγωνικά  χιλιόμετρα  και  30  εκατομμύρια ανθρώπους∙ ως και η Πορτογαλία πήρε μέρος στην κούρσα, με 2 εκατομμύρια  τετραγωνικά χιλιόμετρα νέων εδαφών και 9 εκατομμύρια κατοίκους.  

Στην πραγματικότητα, τρεις γενιές ήταν αρκετές για να αλλάξουν το πρόσωπο της γης. Μα,  το πιο σημαντικό, έγιναν μάρτυρες μιας εξίσου αξιοσημείωτης αλλαγής στον τρόπο με τον  οποίο η Δύση αντιμετώπισε αυτή τη διαδικασία της αλλαγής. Θα θυμάστε ότι την εποχή του  Adam  Smith,  ο  Σκοτσέζος  φιλόσοφος  αντιμετώπιζε  με  περιφρόνηση  τις  απόπειρες  των  εμπόρων  να  παίξουν  το  ρόλο  των  βασιλιάδων  και  υποστήριζε  την  ανεξαρτησία  των  Αμερικανικών  Αποικιών.  

Την  περιφρόνηση  του  Smith  για  την  κατάκτηση  αποικιών  τη  συμμερίζονταν  πολλοί:  ο  James  Mill,  ο  πατέρας  του  John  Stuart  Mill,  αποκαλούσε  τις  αποικίες  «ένα  απέραντο  σύστημα  υπαίθριας  ανακούφισης  για  τις  ανώτερες  τάξεις».203  Ακόμα  κι  ο  Ντισραέλι  το  1852  αναφέρεται  ότι  πίστευε  πως  «αυτές  οι  αναθεματισμένες  αποικίες αποτελούν μυλόπετρες γύρω από το λαιμό μας».204  Μα τώρα όλα αυτά είχαν αλλάξει. Η Βρετανία είχε αποκτήσει την αυτοκρατορία της, όπως  συχνά  λεγόταν,  σε  ένα  «ξέσπασμα  αφηρημάδας»,  αλλά  η  αφηρημάδα  αντικαταστάθηκε  από  προσήλωση  στο  στόχο  όσο  εντεινόταν  ο  ρυθμός  του  ιμπεριαλισμού.  

Ο  λόρδος  Ρόζμπερι  συνόψισε  τα  συναισθήματα  της  εποχής  όταν  αποκάλεσε  τη  Βρετανική  Αυτοκρατορία  «τον  μεγαλύτερο  επί  γης  φορέα  του  καλού  που  έχει  γνωρίσει  ποτέ  ο  κόσμος». «Ναι», είπε ο Μαρκ Τουαίν, παρακολουθώντας κατά το Ιωβηλαίο της Βασίλισσας  Βικτορίας μια παρέλαση που περήφανα επιδείκνυε τις κτήσεις της Αγγλίας, «η Βίβλος έχει  αναφορά στους Εγγλέζους ‐ “μακάριοι οι πραείς, ότι αυτοί κληρονομήσουσιν την γην”.»205  Ο  περισσότερος  κόσμος  υποστήριζε  τον  αγώνα  για  την  αυτοκρατορία.  Στην  Αγγλία,  δαφνοστεφής  ποιητής  ήταν  ο  Κίπλινγκ  και  το  κοινό  αίσθημα  εκφραζόταν  σ’  ένα  τραγούδι  του μιούζικ χολ:  Δε θέλουμε να πολεμήσουμε,  αλλά, μα το Θεό, αν αναγκαστούμε,  Έχουμε τα πλοία, έχουμε τους άντρες,  έχουμε και τα λεφτά! 

Μια  άλλη,  πολύ  διαφορετική,  μορφή  επιδοκιμασίας  προερχόταν  από  εκείνους  που  συμφωνούσαν  με  τον  Sir  Τσαρλς  Κρόσθουεϊτ,206  πως  το  πραγματικό  ζήτημα  ανάμεσα  στη  Βρετανία  και  το  Σιάμ  ήταν  «ποιος  θα  εξασφάλιζε  το  εμπόριο  με  τη  χώρα,  πώς  θα  μπορούσαμε  να  το  εκμεταλλευτούμε  όσο  το  δυνατόν  περισσότερο,  ώστε  να  βρούμε  καινούριες αγορές για τα προϊόντα μας κι επίσης απασχόληση για τα πλεονάζοντα είδη της  εποχής μας, τους νέους μας».  Επίσης, η διαδικασία της οικοδόμησης της αυτοκρατορίας συνοδευόταν από ευημερία για  τους  οικοδόμους  της.  

Ένα  μεγάλο  μέρος  από  τη  βελτίωση  στις  συνθήκες  διαβίωσης  της  εργατικής τάξης που τόσο είχε ευχαριστήσει την Επιτροπή για την Οικονομική Κρίση ήταν  αποτέλεσμα  της  σκληρής  εργασίας  των  αποίκων:  οι  αποικίες  ήταν  τώρα  το  προλεταριάτο  του προλεταριάτου. Γι’ αυτό αποδείχτηκε τόσο δημοφιλής η ιμπεριαλιστική πολιτική.  Μέσα σε όλα αυτά, οι επίσημοι εκφραστές της πολιτικής οικονομίας στέκονταν παράμερα,  παρακολουθώντας  ατάραχοι  την  πορεία  της  οικονομικής  ανάπτυξης  και  περιορίζοντας  τις  παρατηρήσεις τους στις συνέπειες που ίσως είχαν οι καινούργιες κτήσεις στο εμπόριο. 

Για  άλλη μια φορά, οι κριτικοί του υποκόσμου των οικονομικών ήταν εκείνοι που εστίασαν την  προσοχή  σ’  αυτό  το  καινούργιο  φαινόμενο  της  ιστορίας.  Γιατί,  καθώς  παρατηρούσαν  τον  παγκόσμιο  αγώνα  για  επικυριαρχία,  είδαν  κάτι  πολύ  διαφορετικό  από  την  απλή  συναρπαστική  σύγκρουση  στο  χώρο  της  πολιτικής  ή  τα  ανεξήγητα  καπρίτσια  των  προσωπικοτήτων που βρίσκονταν στην εξουσία.  Είδαν μια τελείως καινούργια κατεύθυνση στην πορεία του καπιταλισμού∙ για την ακρίβεια,  παρατήρησαν ότι ο ιμπεριαλισμός σηματοδοτούσε  μια αλλαγή  στο θεμελιώδη χαρακτήρα  του  ίδιου  του  καπιταλισμού.  Και,  ακόμα  πιο  σημαντικό,  στη  νέα  ανεξάντλητη  διαδικασία  της  επέκτασης,  διέβλεψαν  την  πιο  επικίνδυνη  τάση  που  ο  καπιταλισμός  είχε  μέχρι  τότε  αφήσει να διαφανεί ‐ μια τάση που οδηγούσε στον πόλεμο.  Ο  πρώτος  που  διατύπωσε  αυτή  την  κατηγορία  ήταν  ένας  πράος  άνδρας  με  αιρετικές  απόψεις,  ο  οποίος  περιέγραφε  τον  εαυτό  του  σαν  προϊόν  «του  μεσαίου  στρώματος  της  μεσαίας τάξης μια πόλης μεσαίου μεγέθους της Midlands».

Ο John Α. Hobson ήταν ένας  μικρόσωμος,  ασθενικός  άντρας  που  ανησυχούσε  πολύ  για  την  υγεία  του  και  είχε  μια  δυσχέρεια  στην  ομιλία  που  τον  ταλαιπωρούσε,  ιδιαίτερα  όταν  ήταν  να  δώσει  διάλεξη.  Γεννημένος  το  1858,  προετοιμάστηκε  για  μια  ακαδημαϊκή  καριέρα  στην  Oxford∙  απ’  όσα  γνωρίζουμε  για  το  παρελθόν  και  την  προσωπικότητά  του  (και  δεν  γνωρίζουμε  πολλά,  μια  που  αυτός  ο  συνεσταλμένος  και  μονήρης  άνθρωπος  κατάφερε  επιτυχώς  να  μην  μπει  το  όνομά του στο Who’s Who), ήταν προορισμένος για την απομόνωση και την ανωνυμία της  ζωής στα αγγλικά ιδιωτικά σχολεία.  Δύο  παράγοντες  μεσολάβησαν.  Διάβασε  τα  έργα  του  Ράσκιν,  του  Βρετανού  κριτικού  και  δοκιμιογράφου  ο  οποίος  χλεύαζε  τους  αστικούς  βικτοριανούς  κανόνες  για  την  αξία  του  χρήματος και διακήρυσσε: «Πλούτος είναι η ζωή!» Από τον Ράσκιν, ο Hobson άντλησε την  ιδέα  ότι  τα  οικονομικά  είναι  μια  ανθρωπιστική  και  όχι  μια  απρόσωπη  επιστήμη∙  και  στράφηκε  από  την  ανάπτυξη  του  ορθόδοξου  δόγματος  στο  να  κηρύσσει  τις  αρετές  ενός  κόσμου  όπου  οι  συνεταιριστικές  εργατικές  συντεχνίες  θα  έδιναν  μεγαλύτερη  αξία  στην  ανθρώπινη προσωπικότητα απ’ ό,τι ο χυδαίος κόσμος των ημερομισθίων και των κερδών.  Το σχέδιό του, επέμενε ο Hobson, ήταν «τόσο ακριβές όσο ένα θεώρημα του Ευκλείδη».  

Ως Ουτοπιστής, θα μπορούσε να είναι σεβαστός∙ οι Άγγλοι συμπαθούν τους εκκεντρικούς.  Όμως, ως αιρετικός, ως πολέμιος των αρετών της παράδοσης, έγινε οικονομικός παρίας. Η  τύχη  τον  έριξε  στην  παρέα  ενός  ατόμου  ονόματι  Α.  F.  Mummery,  ο  οποίος  ήταν ανεξάρτητος στοχαστής, επιτυχημένος επιχειρηματίας και ατρόμητος ορειβάτης (έμελλε να  σκοτωθεί  το  1895  στα  υψίπεδα  του  Νάνγκα  Παρμπάτ).  «Περιττό  να  πω»208,  γράφει  ο  Hobson, «πως οι συζητήσεις μας δεν αφορούσαν αυτά τα φυσικά επίπεδα. Ήταν όμως και  πνευματικός  ορειβάτης…»  

Ο  Mummery  έκανε  υποθέσεις  για  τα  αίτια  των  περιοδικών  κάμψεων  στην  οικονομική  δραστηριότητα,  οι  οποίες  προβλημάτιζαν  την  επιχειρηματική  κοινότητα από τις αρχές του 18ου αιώνα, και είχε μια ιδέα για την προέλευσή τους, η οποία  θεωρήθηκε από το σώμα των καθηγητών, όπως το έθεσε ο Hobson, «το λογικό ισοδύναμο  μιας απόπειρας να αποδειχτεί ότι η γη είναι επίπεδη».209 Γιατί ο Mummery, έχοντας υπόψη  του τον Malthus, πίστευε ότι η οικονομική κρίση οφειλόταν στην υπέρμετρη αποταμίευση,  στη  χρόνια  ανικανότητα  του  επιχειρηματικού  συστήματος  να  διανείμει  ικανή  αγοραστική  δύναμη ώστε να μπορούν να αγοραστούν τα προϊόντα του.  

Ο Hobson στην αρχή έφερε αντιρρήσεις, αλλά έπειτα πείστηκε ότι ο Mummery είχε δίκιο.  Οι  δυο  τους  έγραψαν  τη  Φυσιολογία  της  βιομηχανίας  (The  Physiology  of  Industry),  όπου  εξέθεταν την αιρετική τους αντίληψη ότι οι αποταμιεύσεις ίσως υπέσκαπταν την ευημερία.  Αυτό  πια  δεν  μπορούσε  να  το  χωνέψει  με  τίποτα  το  οικονομικό  ιερατείο.  Μα  όλοι  οι  μεγάλοι οικονομολόγοι, από τον Adam Smith και μετά, δεν επισήμαιναν ότι η αποταμίευση  ήταν η μια από τις δύο πλευρές του χρυσού νομίσματος της συσσώρευσης; Μήπως η κάθε  πράξη  αποταμίευσης  δεν  πρόσθετε  αυτόματα  στο  απόθεμα  του  κεφαλαίου  που  χρησιμοποιούνταν για να δώσει δουλειά σε περισσότερους ανθρώπους; Το να ισχυρίζεται  κανείς πως η αποταμίευση ίσως είχε σαν συνέπεια την ανεργία, δεν ήταν μόνο απίστευτη  ανοησία, αλλά και σίγουρα επιζήμια για ένα από τα σκέλη της κοινωνικής σταθερότητας ‐  τη  φειδώ.  

Ο  οικονομικός  κόσμος  σοκαρίστηκε:  οι  Λέκτορες  του  Πανεπιστημίου  του  Λονδίνου  ανακάλυψαν  ότι  μπορούσαν  να  κάνουν  και  χωρίς  την  παρουσία  του  κυρίου  Hobson∙  η  Εταιρία  Οργάνωσης  της  Φιλανθρωπίας  απέσυρε  την  πρόσκληση  που  του  είχε  κάνει να δώσει μια διάλεξη. Ο ακαδημαϊκός είχε γίνει αιρετικός και ο αιρετικός έγινε τώρα,  αναγκαστικά, παρίας.  Όλα αυτά μοιάζουν να απέχουν πολύ από το πρόβλημα του ιμπεριαλισμού. Οι ιδέες όμως  γονιμοποιούνται  με  πλάγιους  τρόπους.  Ο  αποκλεισμός  του  Hobson  από  τον  ευυπόληπτο  κόσμο  τον  οδήγησε  στο  μονοπάτι  της  κοινωνικής  κριτικής  και  ο  κοινωνικός  κριτικός  έστρεψε τώρα την προσοχή του στο μεγάλο πολιτικό πρόβλημα των ημερών: την Αφρική.  

Το ιστορικό υπόβαθρο του αφρικανικού προβλήματος ήταν πολυσύνθετο και φορτισμένο.  Οι  Ολλανδοί  άποικοι  ίδρυσαν  τα  ανεξάρτητα  κράτη  τους  στην  περιοχή  του  Τρανσβάαλ  το  1836, δημιουργώντας ευυπόληπτες κοινότητες από αγρότες που «μελετούσαν τη Βίβλο και  μαστίγωναν τους Κάφρους». Μα η γη που διάλεξαν δεν ήταν μόνο αχανής, ηλιόλουστη και  συναρπαστική,  αλλά  έκρυβε  και  περισσότερο  πλούτο  απ’  όσο  έδειχνε.  Το  1869  ανακαλύφθηκαν  διαμάντια∙  το  1885  χρυσάφι.  Μέσα  σε  λίγα  χρόνια,  ο  ρυθμός  ενός  οικισμού  από  βοϊδάμαξες  μεταμορφώθηκε  στη  φρενιτιώδη  έξαψη  μιας  κοινότητας  σπεκουλαδόρων.  Στο  προσκήνιο  εμφανίστηκε  ο  Σέσιλ  Ρόουντς  με  τα  σχέδιά  του  για  σιδηροδρομικές γραμμές και βιομηχανία∙ σε μια στιγμή τρέλας επέτρεψε μια επιδρομή στο  Τρανσβάαλ  κι  έτσι  ξέσπασε  η  ένταση  που  σιγόβραζε  για  πολύ  καιρό  ανάμεσα  στους  Άγγλους και στους Ολλανδούς. Ο Πόλεμος των Μπόερς είχε αρχίσει.  Ο Hobson είχε ήδη επισκεφθεί την Αφρική. «Το πιο δειλό από τα πλάσματα του Θεού»210,  όπως  αποκαλούσε  τον  εαυτό  του,  ταξίδεψε  στο  Κέιπ  Τάουν  και  στο  Γιοχάνεσμπουργκ,  μίλησε  με  τον  Κρούγκερ  και  τον  Σματς  και,  τέλος,  δείπνησε  με  τον  ίδιο  τον  Ρόουντς  την  παραμονή της επιδρομής στο Τρανσβάαλ. 

Ο Ρόουντς ήταν μια πολυσύνθετη και αινιγματική  προσωπικότητα.  Δυο  χρόνια  πριν  από  την  αφρικανική  του  περιπέτεια,  είχε  πει  σ’  ένα  δημοσιογράφο:«Χτες  βρισκόμουν  στο  East  End  του  Λονδίνου  και  παρακολούθησα  μια  συγκέντρωση  ανέργων. Άκουσα φλογερούς λόγους, που δεν ήταν παρά μια κραυγή για “ψωμί”, “ψωμί”,  “ψωμί”, και γυρίζοντας στο σπίτι μου ξανασκέφτηκα αυτά που είδα… Η πιο προσφιλής μου  ιδέα  είναι  μια  λύση  για  τα  κοινωνικά  προβλήματα∙  δηλαδή,  για  να  γλιτώσουμε  τα  40.000.000 κατοίκους του Ηνωμένου Βασιλείου από έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο, εμείς  οι αποικιακοί πολιτικοί πρέπει να αποκτήσουμε νέα εδάφη στα οποία να εγκαταστήσουμε  τον  πλεονάζοντα  πληθυσμό  και  να  δημιουργήσουμε  νέες  αγορές  για  τα  προϊόντα  που  παράγουν στα εργοστάσια και στα ορυχεία. Η Αυτοκρατορία, όπως λέω πάντα, είναι θέμα  βασικών οικονομικών αγαθών ‐ ψωμιού και βουτύρου».211  Δεν ξέρουμε αν ανέπτυξε τις ίδιες απόψεις στον Hobson, αλλά είναι πολύ πιθανό. 

Ωστόσο  δεν θα άλλαζε τα πράγματα. Γιατί αυτά που είδε ο Hobson στην Αφρική ταίριαξαν με τον  πιο  απρόσμενο  τρόπο  με  την  οικονομική  αίρεση  για  την  οποία  τόσο  αυτός  όσο  κι  ο  Mummery είχαν καταδικαστεί: τη θεωρία της υπέρμετρης αποταμίευσης.  Επέστρεψε στη Βρετανία για να γράψει για το σοβινισμό και τον πόλεμο στην Αφρική και  έπειτα, το 1920, παρουσίασε στον κόσμο ένα βιβλίο στο οποίο οι παρατηρήσεις του για την  Αφρική παντρεύτηκαν αλλόκοτα με τις αιρετικές απόψεις του.  Το  βιβλίο  είχε  τίτλο  Ιμπεριαλισμός  (Imperialism)∙  ήταν  σαρωτικό.  Γιατί  περιείχε  την  πιο  σημαντική και σκληρή κριτική που είχε ποτέ διατυπωθεί κατά του συστήματος του κέρδους.  

Το  χειρότερο  που  είχε  ισχυριστεί  ο  Marx  ήταν  πως  το  σύστημα  θα  αυτοκαταστρεφόταν  αυτό  που  υποστήριζε  ο  Hobson  ήταν  ότι  θα  κατέστρεφε  τον  κόσμο.  Είδε  την  πορεία  του  ιμπεριαλισμού σαν μια αδυσώπητη και ακατάπαυστη τάση του καπιταλισμού να σωθεί από  ένα δίλημμα που επέβαλλε ο ίδιος, μια τάση που αναγκαστικά περιλάμβανε την κατάκτηση  ξένων εδαφών χάριν του εμπορίου και, άρα αναπόφευκτα, συνεπαγόταν τη διαρκή απειλή  του  πολέμου.  Ποτέ  στο  παρελθόν  δεν  είχε  διατυπωθεί  πιο  βαθιά  ηθική  καταδίκη  του  καπιταλισμού.  Ποια ήταν η ουσία του κατηγορητηρίου του Hobson;  Ήταν  μια  επιχειρηματολογία  σχεδόν  μαρξιστική  στην  απρόσωπη  αλλά  και  αμείλικτη  ανάπτυξή της (παρ’ όλο που ο Hobson δεν συμπαθούσε τους Μαρξιστές και τους στόχους  τους). Υποστήριζε ότι ο καπιταλισμός αντιμετώπιζε μια άλυτη εσωτερική δυσκολία και ότι  αναγκαζόταν  να  στραφεί  στον  ιμπεριαλισμό,  όχι  από  γνήσια  κατακτητική  βουλιμία,  αλλά  για να διασφαλίσει τη δική του οικονομική επιβίωση.  Αυτή  η  εσωτερική  καπιταλιστική  δυσκολία  ήταν  μια  πλευρά  του  συστήματος  στην  οποία,  παραδόξως,  ελάχιστη προσοχή είχε δοθεί  στο παρελθόν ‐ η άνιση κατανομή του πλούτου  στον καπιταλισμό. Το γεγονός ότι η λειτουργία του συστήματος κερδών είχε, πολύ συχνά,  σαν αποτέλεσμα μια ασύμμετρη κατανομή του πλούτου υπήρξε από παλιά ζήτημα ηθικής  ανησυχίας, αλλά ο Hobson ήταν αυτός που κατέδειξε τις οικονομικές συνέπειες.  Οι  συνέπειες,  τις  οποίες  διέκρινε  ήταν  εξαιρετικά  απρόσμενες.  Η  ανισότητα  των  εισοδημάτων οδηγούσε σε ένα από τα πιο περίεργα διλήμματα ‐ μια παράδοξη κατάσταση  στην οποία ούτε οι πλούσιοι ούτε οι φτωχοί μπορούσαν να καταναλώσουν αρκετά αγαθά:  οι  φτωχοί  επειδή  τα  εισοδήματά  τους  ήταν  πολύ  μικρά  και  οι  πλούσιοι  επειδή  τα  εισοδήματά τους ήταν πολύ μεγάλα! Με άλλα λόγια, είπε ο Hobson, για να εκκαθαρίζει μια  οικονομία  την  αγορά  της,  θα  πρέπει  να  καταναλώνει  ό,τι  παράγει:  κάθε  αγαθό  πρέπει  να  έχει  έναν  αγοραστή.  Αν  όμως  οι  φτωχοί  δεν  έχουν  την  οικονομική  δυνατότητα  να  αγοράσουν  τίποτε  περισσότερο  από  τα  απολύτως  χρειώδη,  ποιος  θα  πάρει  τα  υπόλοιπα; 

Προφανώς,  οι  πλούσιοι.  Μα  ενώ  οι  πλούσιοι  έχουν  τα  χρήματα,  τους  λείπει  η  φυσική  δυνατότητα για τόσο μεγάλη κατανάλωση: ένας άνθρωπος με εισόδημα ενός εκατομμυρίου  δολαρίων θα αναγκαζόταν να καταναλώνει αγαθά αξίας χίλιες φορές πάνω από τα αγαθά  που αγοράζει κάποιος που έχει μόνο χίλια δολάρια να ξοδέψει.  Κι έτσι, σαν αποτέλεσμα της άνισης κατανομής του πλούτου, οι πλούσιοι αναγκάζονταν να  αποταμιεύουν.  Αποταμίευαν  όχι  μόνο  επειδή  οι  περισσότεροι  το  επιθυμούσαν  ούτως  ή  άλλως, αλλά επειδή δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε άλλο ‐ τα εισοδήματά τους ήταν πολύ  μεγάλα για να ξοδευτούν.  

Αυτή η αποταμίευση ήταν που προκαλούσε τα προβλήματα. Οι αυτόματες αποταμιεύσεις  των πλούσιων στρωμάτων της κοινωνίας έπρεπε να χρησιμοποιηθούν, για να μην υποφέρει  η  οικονομία  από  τις  καταστροφικές  συνέπειες  της  ανεπαρκούς  αγοραστικής  δύναμης.  Το  ερώτημα,  ωστόσο,  ήταν  πώς  θα  μπορούσαν  να  αξιοποιηθούν  αυτές  οι  αποταμιεύσεις.  Η  κλασική  απάντηση  ήταν  να  επενδυθούν  σε  ακόμα  περισσότερα  εργοστάσια  και  περισσότερη  παραγωγή  κι  έτσι  να  ανέλθει  η  οικονομία  σε  ακόμα  υψηλότερο  επίπεδο  παραγόμενων προϊόντων και παραγωγικότητας: Smith, ο Ricardo, ο Mill, όλοι οι σπουδαίοι  οικονομολόγοι, συμφωνούσαν πως αυτή ήταν η λύση στο πρόβλημα. 

Ο Hobson όμως είδε  ένα  εμπόδιο.  Αφού  η  πλειονότητα  των  ανθρώπων  ήδη  αδυνατούσε  να  αγοράσει  όλα  τα  αγαθά  που  παράγονταν  στην  αγορά,  επειδή  τα  εισοδήματά  τους  ήταν  πολύ  μικρά,  πώς  ήταν  δυνατό,  αναρωτήθηκε,  ένας  λογικός  καπιταλιστής  να  επενδύσει  σε  εξοπλισμό  ο  οποίος  θα  παρήγαγε  ακόμη  περισσότερα  αγαθά  σε  μια  ήδη  παραφορτωμένη  αγορά;  Για  παράδειγμα,  ποιο  θα  ήταν  το  κέρδος  από  την  επένδυση  κάποιας  αποταμίευσης  σε  ένα  ακόμα  εργοστάσιο  υποδημάτων,  όταν  η  αγορά  ήταν  ήδη  πνιγμένη  από  περισσότερα  παπούτσια απ’ όσα μπορούσε να απορροφήσει αμέσως; 

imusich001p1

Τι έπρεπε να γίνει;  Η  απάντηση  του  Hobson  ήταν  διαβολικά  έξυπνη.  Οι  αυτόματες  αποταμιεύσεις  των  πλουσίων  μπορούσαν  να  επενδυθούν  μ’  ένα  τρόπο  που  θα  τις  αξιοποιούσε  χωρίς  το  συνακόλουθο  πρόβλημα  της  αυξημένης  εγχώριας  παραγωγής.  Θα  μπορούσαν  να  επενδυθούν στο εξωτερικό.  Κι  αυτή  είναι  η  γένεση  του  ιμπεριαλισμού.  Είναι,  έγραψε  Hobson,  «η  προσπάθεια  των  μεγάλων ρυθμιστών της βιομηχανίας να διευρύνουν το κανάλι για τη ροή του πλεονάζοντος  πλούτου τους, αναζητώντας αγορές και επενδύσεις στο εξωτερικό για να απομακρύνουν τα  αγαθά και το κεφάλαιο που δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν στην πατρίδα τους».212  Το  αποτέλεσμα  είναι  καταστροφικό.  Γιατί  δεν  είναι  ένα  έθνος  μόνο  που  στέλνει  στο  εξωτερικό  τον  πλεονάζοντα  πλούτο  του.  Όλα  τα  έθνη  κάνουν  το  ίδιο.  Ως  εκ  τούτου,  επακολουθεί ένας αγώνας για το μοίρασμα του κόσμου, όπου το κάθε έθνος προσπαθεί να  εξασφαλίσει  για  τους  επενδυτές  του  τις  πλουσιότερες  και  τις  πιο  προσοδοφόρες  αγορές  που  μπορεί  να  αρπάξει.  Κι  έτσι  η  Αφρική  γίνεται  μια  τεράστια  αγορά  (αλλά  και  πηγή  φτηνών  πρώτων  υλών)  που  τη  χωρίζουν  μεταξύ  τους  οι  καπιταλιστές  της  Αγγλίας,  της  Γερμανίας,  της  Ιταλίας  και  του  Βελγίου∙  η  Ασία  γίνεται  μια  πλούσια  πίτα  που  θα  τη  μοιραστούν  μεταξύ  τους  οι  Γιαπωνέζοι,  οι  Ρώσοι  και  οι  Ολλανδοί.  Η  Ινδία  γίνεται  μια  χωματερή για τη Βρετανική βιομηχανία και η Κίνα η «Ινδία» της Ιαπωνίας.  Μ’  αυτό  τον  τρόπο  ο  ιμπεριαλισμός  προετοιμάζει  το  έδαφος  για  πόλεμο  ‐  όχι  με  φανταχτερές περιπέτειες ή με φοβερές τραγωδίες, αλλά με μια χυδαία διαδικασία κατά την  οποία  τα  καπιταλιστικά  έθνη  ανταγωνίζονται  να  βρουν  τρόπους  να  διαθέσουν  τον  αχρησιμοποίητο  πλούτο  τους.  Δύσκολο  να  φανταστεί  κανείς  έναν  πιο  πεζό  σκοπό  για  να  χύσει το αίμα του. 

Περιττό να πούμε ότι μια τέτοια θεωρία βίας και αγώνων βρήκε ελάχιστη υποστήριξη στον  επίσημο  κόσμο  της  οικονομικής  επιστήμης.  Λέχθηκε  ότι  ο  Hobson  «μπέρδευε  διαρκώς  τα  οικονομικά  με  άλλα  ζητήματα»  και  μια  που  αυτά  τα  «άλλα  ζητήματα»  ελάχιστα  υποδήλωναν  έναν  κόσμο  οργανωμένο  σύμφωνα  με  την  αναζήτηση  της  απόλαυσης,  οι  εκφραστές  της  ορθοδοξίας  αντιμετώπισαν  τη  θεωρία  του  ιμπεριαλισμού  σαν  μια  ακόμα  εκδήλωση  της  άσχημης  συμπεριφοράς  που  θα  περίμενε  κανείς  από  έναν  άνθρωπο  του  οποίου οι οικονομικές θεωρίες πρόσβαλλαν δόγματα βασισμένα στην κοινή λογική, σαν την  κοινωνική ευεργεσία της φειδούς.  Ενώ  όμως  το  δόγμα  αυτό  το  απέφυγαν  σχολαστικά  όσοι  θα  μπορούσαν  να  το  είχαν  υποβάλει  σε  μια  κριτική  μεν,  αλλά  πάντως  νοήμονα,  εξέταση,  μια  άλλη  φατρία  του  υποκόσμου το υιοθέτησε ολόψυχα: οι μαρξιστές. 

Η ιδέα, άλλωστε, δεν πρωτοξεκίνησε από  τον Hobson∙ κάποιες  παραλλαγές της  είχε  ήδη διατυπώσει ένας Γερμανός οικονομολόγος,  ονόματι  Ροντμπέρτους,  και  η  Ρόζα  Λούξεμπουργκ,  μια  παθιασμένη  Γερμανίδα  επαναστάτρια. Μα η ανάλυση του Hobson ήταν ευρύτερη και βαθύτερη και στον επίσημο  μανδύα του μαρξιστικού δόγματος την κέντησε ο ίδιος ο κορυφαίος θεωρητικός τους ‐ ένας  εξόριστος ονόματι Βλαντιμίρ Ίλιτς Ουλιάνοφ, γνωστός ως Λένιν.  Η θεωρία πρόβαλε μεταλλαγμένη από τη βάφτισή της. Τον Hobson τον είχε προβληματίσει  το ερώτημα, γιατί άραγε τα καπιταλιστικά έθνη επιζητούσαν τόσο αχόρταγα να αποκτήσουν  αποικίες  ύστερα  από  τόσες  δεκαετίες  σχετικής  αδιαφορίας.  Η  θεωρία  του  για  τον  ιμπεριαλισμό  δεν  ήταν  ένα  δόγμα,  και  πολύ  λιγότερο  ήταν  μια  άκαμπτη  πρόβλεψη  ενός  τελείως  αναπόφευκτου  πόλεμου.  Εξέφρασε,  μάλιστα,  την  ελπίδα  ότι  τα  ανταγωνιστικά  ιμπεριαλιστικά  κράτη  θα  μπορούσαν  να  φτάσουν  σ’  ένα  είδος  οριστικής  διευθέτησης  του  κόσμου και να συνυπάρξουν ειρηνικά.  Ωστόσο,  περιβεβλημένη  με  μαρξιστικό  ένδυμα,  η  θεωρία  απέκτησε  πιο  απειλητική  και  αμείλικτη  μορφή.  

Ο  ιμπεριαλισμός  δεν  ήταν  μόνο  το  επιστέγασμα  της  μαρξιστικής  οικονομικής  αψίδας,  αλλά  επεκτάθηκε  σε  πλάτος  και  σε  βάθος  πέρα  από  το  πλαίσιο  του  Hobson ώσπου πλέον εξηγούσε όλο τον κοινωνικό χαρακτήρα του ύστερου καπιταλισμού.  Και πόσο τρομακτική ήταν η εικόνα που ξεπήδησε!  Ο ιμπεριαλισμός, η ανώτερη φάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης,213 αυξάνει τρομακτικά τις παραγωγικές δυνάμεις της παγκόσμιας οικονομίας, διαμορφώνει όλο τον κόσμο κατ’ εικόνα και ομοίωσή του, και παρασύρει όλες τις αποικίες, όλες τις φυλές, όλους τους λαούς στη σφαίρα της χρηματοοικονομικής καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Ταυτόχρονα, η μονοπωλιακή μορφή του κεφαλαίου εμφανίζει, ολοένα και περισσότερο, στοιχεία παρασιτικού εκφυλισμού και αποσύνθεσης… 

Ο ιμπεριαλισμός σωρεύει ανείπωτο πλούτο από τα τεράστια υπερκέρδη που απομυζά από εκατομμύρια αποικιακούς εργάτες και χωρικούς. Με αυτή τη διαδικασία, ο ιμπεριαλισμός δημιουργεί τον τύπο του αποσυντιθέμενου, παρασιτικά εκφυλιζόμενου κράτους εισοδηματία και στρώματα ολόκληρα από παράσιτα που ζουν από κουπόνια. Η εποχή του ιμπεριαλισμού, που ολοκληρώνει τη διαδικασία της δημιουργίας των υλικών προϋποθέσεων για το σοσιαλισμό (συγκέντρωση των μέσων παραγωγής, κοινωνικοποίηση της εργασίας σε γιγαντιαία κλίμακα, ενδυνάμωση των εργατικών συνδικάτων), ταυτόχρονα οξύνει τις αντιφάσεις ανάμεσα στις «Μεγάλες Δυνάμεις» και προκαλεί πολέμους, οι οποίοι καταλήγουν στη διάσπαση της ενιαίας παγκόσμιας οικονομίας. Έτσι, ο ιμπεριαλισμός είναι ο φθίνων, ο ετοιμοθάνατος καπιταλισμός. Είναι η τελευταία φάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης στο σύνολό της· είναι η έλευση της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης.

Σχετικα αρθρα

Πώς ο πληθωρισμός απειλεί την ανάκαμψη

admin

XA:Επιστροφή στα θεμελιώδη

admin

Επιβραδύνεται ο ρυθμός ανάπτυξης στις ΗΠΑ,θα ακολουθήσει η Ευρώπη;

admin

Το κύκνειο άσμα της Μέρκελ:“Έκλεισε” ο αγωγος Nord Stream 2

admin

Τεκτονικές αλλαγές στη συνδρομητική τηλεόραση- Πως αλλάζει ο χάρτης των Τηλεπικοινωνιών στην Ελλάδα

admin

Το ατύχημα στις αγορές πλησιάζει εάν η Fed δεν αλλάξει άμεσα “ρότα” -M.A.El-Erian

admin

H χειρότερη συνεδρίαση του 2021 (-3,88%) στο Χ.Α. – Μεγάλη πτώση 6,5% στις Τράπεζες

admin

Ο βικτοριανός κόσμος και ο υπόκοσμος των οικονομικών IV

admin

Γιατί οι αγορές θα πέσουν(;) πριν ξανανέβουν…

admin

Tο νέο πλαίσιο ρύθμισης φορολογικών και ασφαλιστικών οφειλών σε έως 72 δόσεις

admin

Έρευνα: Το 83% δηλώνει πως ο κατώτατος μισθός δεν επιτρέπει αξιοπρεπή διαβίωση

admin

Η μετάλλαξη Δέλτα προβληματίζει για την ανάκαμψη

admin