Πολλές περιοχές του πλανήτη βιώνουν κάτι που λίγους μήνες πριν θα έμοιαζε παράδοξο – ή έστω τόσο ζοφερό που οι περισσότεροι δεν θα ήθελαν να το πιστέψουν: Αν και οι πλούσιες χώρες του κόσμου διαθέτουν πια επαρκή εμβόλια για να τα χορηγήσουν σε όσους τα επιθυμούν, οι εμβολιασμοί μοιάζουν να έχουν αγγίξει ένα «ταβάνι».

Ο συνδυασμός της επιφύλαξης – ή και της πλήρους άρνησης – μεγάλης μερίδας των πληθυσμών να εμβολιαστούν, με το γεγονός ότι η παραλλαγή Δέλτα μεταδίδεται έστω και με μικρότερη συχνότητα και σε εμβολιασμένους, έχουν εκτινάξει τα νέα κρούσματα σε πολλές χώρες.

Και οι εμβολιασμένοι έχουν αρχίσει να θυμώνουν.

Στον θυμό αυτό πατούν (και σε πολλές περιπτώσεις τον καλλιεργούν σκόπιμα) πολλές κυβερνητικές πολιτικές υποχρεωτικού εμβολιασμού.

Κινήσεις προς αυτή την κατεύθυνση γίνονται αυτό το διάστημα και στις ΗΠΑ, όπου η πανδημία απειλεί να ξεφύγει και πάλι εκτός ελέγχου.

Εμβολιασμένοι πολίτες που μίλησαν στους Times της Νέας Υόρκης εξέφρασαν την οργή τους απαιτώντας ακόμη σκληρότερα μέτρα, από τη σύνδεση του στάτους εμβολιασμού με τα κόστη νοσηλείας σε περίπτωση που κάποιος προσβληθεί από κοροναϊό.

«Αν δεν επιλέξεις να γίνεις μέρος της λύσης, θα πρέπει να λογοδοτήσεις για τις συνέπειες», λέει η 46χρονη Έιμι Μακλίν, νοσηλεύτρια στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της Γιούτα στο Σολτ Λέικ Σίτι, που σημειώνει επίσης πως «όσο περνά ο καιρός χωρίς να φτάσουμε σε αυτόν τον αριθμό [τον εμβολιασμό του μισού πληθυσμού της Γιούτα], τόσο περισσότερο νιώθω ότι ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού πραγματικά δεν ενδιαφέρεται για εμάς τους επαγγελματίες υγείας».

Η 65χρονη Κάρολ Μέιερ, από την κομητεία Άλστερ στην πολιτεία της Νέας Υόρκης πιστεύει πως οι ανεμβολίαστοι δεν θα έπρεπε να λαμβάνουν επιδόματα ή φοροελαφρύνσεις εξαιτίας της πανδημίας. «Νιώθω ότι έχουμε ένα κοινωνικό συμβόλαιο με τους γείτονές μας σε αυτή τη χώρα και εκείνοι που μπορούν να εμβολιαστούν και αποφασίζουν να μην το κάνουν σπάνε αυτό το συμβόλαιο», σημείωσε.

Από την άλλη πλευρά, μιλώντας στους Times, η ανεμβολίαστη 26χρονη Σαρίζ Χάρις, υποστηρίζει ότι «απλά παίρνει λίγο χρόνο», καθώς ανησυχεί για το ενδεχόμενο μακροπρόθεσμων συνεπειών. «Δεν θα έπρεπε να κρίνομαι ή να εξαναγκάζομαι να πάρω μια απόφαση», τονίζει. «Η κοινωνία θα πρέπει να μας περιμένει».

Δεν είναι, όμως, αποκλειστικά ζήτημα δικαιωμάτων ή βιοηθικής. Όπως τονίζουν ειδικοί που μιλούν για το ζήτημα στους Times, ο θυμός των εμβολιασμένων και η αύξηση των εκβιαστικών μέτρων εκ μέρους των κυβερνήσεων, ενδέχεται όχι μόνο να μην επισπεύσει, αλλά και να σαμποτάρει την προσπάθεια εμβολιασμού μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού.

«Κάθε κίνηση που μειώνει τις ευκαιρίες για ειλικρινή διάλογο και πειθώ δεν είναι καλή», προειδοποιεί ο Στίβεν Τόμας, καθηγητής πολιτικής και διαχείρισης της υγείας στο Τμήμα Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου του Μέριλαντ. «Ήδη βρισκόμαστε σε απομονωμένα συστήματα πληροφόρησης που δεν επικοινωνούν μεταξύ τους, ο κάθε άνθρωπος είναι στον δικό του θάλαμο αντήχησης».

Η ήπια πειθώ και η διαρκής παρότρυνση ήταν, πάντως, οι τακτικές που έπεισαν την 62χρονη Ντορέτ Ντέντον από το Κουίνς να εμβολιαστεί τον Φεβρουάριο. Ο εργοδότης της της ζήτησε πολλές φορές να εμβολιαστεί, τελικά όμως ήταν η γιατρός της που κατάφερε να την πείσει.

«Μου είπε: Έρχεσαι σ’ εμένα από το 1999. Πόσες φορές σε έχω χειρουργήσει, πόσες φορές είχα τη ζωή σου στα χέρια μου; Με εμπιστεύεσαι με τη ζωή σου, έτσι δεν είναι;», θυμάται η Ντέντον.

«Της είπα: Ναι, γιατρέ. Κι εκείνη μου απάντησε: Λοιπόν, εμπιστεύσου με και σε αυτό».ΗΠΑ

TAGS: ΗΠΑκοροναϊόςυποχρεωτικός εμβολιασμός

-