Image default
Ανάλυση Πρώτο Θέμα

Η πρωτόγονη κοινωνία του THORSTEIN VEBLEN

Εκατόν είκοσι πέντε χρόνια είχαν ήδη περάσει από τότε που πρωτοκυκλοφόρησε ο Πλούτος  των εθνών το 1776 και μέσα σ’ αυτό το χρονικό διάστημα οι μεγάλοι οικονομολόγοι λες και  δεν  άφησαν  ανεξιχνίαστη  καμιά  πλευρά  του  κόσμου:  το  μεγαλείο  του  και  την  αθλιότητά  του,  την  αφέλειά  του  ή  τον  συχνά  σκοτεινό  απειλητικό  του  τόνο,  τα  εντυπωσιακά  επιτεύγματά  του  στην  τεχνολογία  ή  τις  συχνά  άθλιες  ελλείψεις  του  σε  ανθρώπινες  αξίες.  

Ωστόσο, αυτός ο πολύπλευρος κόσμος, με τις τόσο πολλές διαφορετικές ερμηνείες του, είχε  έναν κοινό παρονομαστή. Ήταν ευρωπαϊκός. Παρά το μεταβαλλόμενο κοινωνικό πρόσωπό  του,  ήταν  ακόμα  ο  Παλαιός  Κόσμος  και,  γι’  αυτό,  επέμενε  ακόμα  σε  κάποιες  ελάχιστες  τυπικότητες.  Έτσι  δεν  ήταν  άνευ  σημασίας  το  γεγονός  πως,  όταν  ο  Ντικ  Arkwright,  ο  παραγιός  του  μπαρμπέρη, έκανε περιουσία με τις κλωστικές μηχανές, μεταμορφώθηκε σε Sir Ρίτσαρντ∙ η  απειλή κατά της παραδοσιακής κυριαρχίας των ευγενών στην Αγγλία επιλύθηκε προσφυώς  με  την  άμεση  ολοκληρωτική  ένταξη  αυτών  των  νεόπλουτων  στην  αδελφότητα  με  την  ευγενή καταγωγή και τους αρχοντικούς τρόπους. Είναι αλήθεια πως οι νεόπλουτοι έφεραν  μαζί  τους  μια  σειρά  από  μεσοαστικές  αντιλήψεις  και  ίσως  και  κάποια  αντιαριστοκρατικά  συναισθήματα,  αλλά  κουβαλούσαν  επίσης  την  επίγνωση  ότι  υπήρχε  ένα  υψηλότερο  κοινωνικό στρώμα από αυτό που μπορεί κανείς να κατακτήσει μόνο με τον πλούτο. 

Όπως  επιβεβαίωναν  αμέτρητες  κωμωδίες  ηθών,  υπήρχε  διαφορά  ανάμεσα  στο  βαρόνο  της  μπίρας, με τα εκατομμύρια του και το αγορασμένο του οικόσημο, και στον βαρόνο που έχει  μεν  πτωχεύσει,  πλην  όμως  φέρει  κληρονομικό  τίτλο.  Ο  επιτυχημένος  Ευρωπαίος  νεόπλουτος  μπορεί  να  είναι  πλούσιος  σαν  Κροίσος,  αλλά  η  απόλαυση  της  ευμάρειάς  του  αμβλυνόταν κάπως από την παραδοχή ότι αυτό δεν ήταν παρά ένα μόνο ‐και σίγουρα όχι  το τελευταίο‐ σκαλί στην κοινωνική κλίμακα.  Όλα  αυτά  ήταν  τελείως  διαφορετικά  στην  Αμερική. 

 Όχι  μόνο  ιδρύθηκε  αυτή  η  χώρα  από  ανθρώπους που αντιπαθούσαν σφόδρα τις διαβαθμίσεις του ονόματος και της καταγωγής,  αλλά  επίσης  το  πνεύμα  της  ατομικής  ανεξαρτησίας  και  της  ατομικής  επιτυχίας  είχε  εμποτίσει βαθιά την ψυχή του έθνους. Στην Αμερική, ένας άνθρωπος ήταν τόσο ικανός όσο  του  επέτρεπαν  οι  δικές  του  δυνάμεις  και  μόνο  και  η  επιτυχία  του  δεν  χρειαζόταν  την  επικύρωση κανενός γενεαλόγου. Ως εκ τούτου, ενώ δεν υπήρχε μεγάλη διαφορά ανάμεσα  στα σκοτεινά και εξοντωτικά εργοστάσια της Νέας Αγγλίας και στα ζοφερά εργοστάσια της  παλαιάς  Αγγλίας,  αν  εξέταζε  κανείς  τη  συμπεριφορά  των  αφεντικών,  οι  ομοιότητες  λιγόστευαν. 

 Γιατί  ενώ  ο  Ευρωπαίος  καπιταλιστής  βρισκόταν  ακόμα  στη  σκιά  ενός  φεουδαρχικού  παρελθόντος,  ο  Αμερικανός  επιχειρηματίας  απολάμβανε  τον  ήλιο  ‐  δεν  υπήρχαν  ανασταλτικοί  παράγοντες  στην  προσπάθειά  του  να  αποκτήσει  εξουσία  ή  στην  κεφάτη απόλαυση του πλούτου του. Στο συναρπαστικό δεύτερο μισό του δέκατου ένατου  αιώνα,  το  χρήμα  ήταν  το  σκαλοπάτι  για  κοινωνική  αναγνώριση  στην  Αμερική  και,  με  το  διαβατήριο  του  επαρκούς  πλούτου,  ο  Αμερικανός  εκατομμυριούχος  δεν  χρειαζόταν  άλλη  βίζα για να γίνει δεκτός στις ανώτερες τάξεις.  Κι  έτσι  στο  Νέο  Κόσμο  το  παιχνίδι  της  απόκτησης  χρημάτων  ήταν  μια  πιο  τραχιά  και  λιγότερο  ευγενής  υπόθεση  από  τον  ανταγωνισμό  στο  εξωτερικό.  Τα  συμφέροντα  ήταν  μεγαλύτερα  και  οι  ευκαιρίες  για  επιτυχία  περισσότερες.  Αντιστοίχως,  το  φίλαθλο  πνεύμα  σπάνιζε.  Για παράδειγμα, τη δεκαετία του 1860, ο Κορνήλιος Βάντερμπιλτ, μια θρυλική ιδιοφυΐα στα  ναυτιλιακά και το εμπόριο, ανακάλυψε ότι οι συνεργάτες του απειλούσαν τα συμφέροντά  του ‐ κάτι που δεν ήταν και τόσο ασυνήθιστο. Τους έγραψε ένα γράμμα:

Κύριοι:  Επιχειρείτε να με καταστρέψετε. Δεν θα σας κάνω μήνυση, γιατί ο νόμος είναι  χρονοβόρος. Θα σας καταστρέψω.  Μετά τιμής,  ΚΟΡΝΗΛΙΟΣ ΒΑΝΤΕΡΜΠΙΛΤ222  Το είπε και το έκανε. Όπως είπε: «Τι με νοιάζει τι λέει ο νόμος; Εγώ δεν έχω τη δύναμη;»223  Αργότερα,  ο  John  Πίερποντ  Morgan  θα  εξέφραζε  το  ίδιο  συναίσθημα,  αν  και  κάπως  πιο  εξευγενισμένα. Όταν ο συνεργάτης του δικαστής Γκάρι τόλμησε ‐κάτι που γινόταν σπάνια‐  να του κάνει μια νομική υπόδειξη, ο Morgan εξερράγη: «Άκου να σου πω, δεν θέλω έναν  δικηγόρο για να μου λέει τι δεν μπορώ να κάνω. Τον πληρώνω για να μου λέει πώς να κάνω  αυτό που θέλω».  Δεν ήταν μόνο στην παράβλεψη των νομικών διαδικασιών που οι Αμερικανοί ξεπερνούσαν  τους  Ευρωπαίους  συναδέλφους  τους∙  στις  μονομαχίες  τους,  εγκατέλειπαν  το  ξίφος  των  ευγενών  και  προτιμούσαν  τις  σιδερογροθιές  των  τραμπούκων.  Ένα  τέτοιο  παράδειγμα  αποτελεί  ο  αγώνας  για  τον  έλεγχο  της  σιδηροδρομικής  γραμμής  Όλμπανι‐Σασκιχάνα,  που  αποτελούσε  ζωτικό  σύνδεσμο  σ’  ένα  σύστημα  που  μοιράζονταν  ο  Τζιμ  Φισκ  και  ο  ευπατρίδης Morgan. Ο Morgan κρατούσε σφιχτά τη μια άκρη της γραμμής και η άλλη άκρη  αποτελούσε  προπύργιο  του  Φισκ.  Πώς  επιδίωκαν  να  επιλύσουν  τη  διένεξη;  Ο  καθένας  ανέβαζε από μια ατμομηχανή στη δική του άκρη της γραμμής και έστελναν τις δυο μηχανές,  σαν  δυο  γιγάντια  παιχνίδια,  να  πέσουν  η  μια  πάνω  στην  άλλη.  Αλλά  ακόμα  και  τότε,  ο  χαμένος  δεν  το  έβαζε  κάτω,  αλλά  αποσυρόταν  όπως  όπως,  ξηλώνοντας  γραμμές  και  υποστυλώσεις στο δρόμο του.  

John D. Rockefeller

Σ’  αυτό  τον  αγώνα  για  βιομηχανική  επικράτηση,  κανένας  δεν  ζητούσε  και  κανένας  δεν  έδειχνε  οίκτο.  Ακόμα  και  ο  δυναμίτης  είχε  τη  θέση  του,  όπως,  για  παράδειγμα,  για  να  εξολοθρευτεί κάποιος ιδιαίτερα επίμονος ανταγωνιστής του συγκροτήματος της Στάνταρντ  Όιλ,  ενώ  λιγότερο  βίαια  μέσα,  όπως  οι  απαγωγές,  διακρίνονταν  περισσότερο  για  την  επινοητικότητά  τους  παρά  για  την  ανηθικότητά  τους.  Το  1881,  όταν  μια  φοβερή  χιονοθύελλα γκρέμισε τις τηλεγραφικές γραμμές στη New York, ο Τζέι Γκουλντ, ο ανηλεής  κυρίαρχος  των  χρηματαγορών,  αναγκάστηκε  να  στέλνει  τις  εντολές  του  στον  χρηματιστή  του με αγγελιοφόρο. Οι εχθροί του άδραξαν την ευκαιρία: απήγαγαν τον αγγελιοφόρο, τον  αντικατέστησαν με ένα άλλο αγόρι που του έμοιαζε και, για αρκετές εβδομάδες, ο Γκουλντ  ανακάλυπτε, προς μεγάλη του δυσαρέσκεια, ότι όλες του οι κινήσεις είχαν γίνει με κάποιον  τρόπο γνωστές από πριν στους αντιπάλους του.  Περιττό  να  πούμε  ότι  οι  πειρατές  που  δεν  δίσταζαν  να  ρίχνουν  στη  θάλασσα  ο  ένας  τον  άλλο δεν ήταν δυνατόν να φέρονται με σεβασμό στον υπόλοιπο πληθυσμό. 

Οι απάτες και η  απομύζηση  των  επενδυτών  ήταν  καθιερωμένες  πρακτικές  και  το  χρηματιστήριο  θεωρούνταν  ένα  είδος  ιδιωτικού  καζίνου  για  τους  πλούσιους,  στο  οποίο  ο  κοσμάκης  στοιχημάτιζε και οι οικονομικοί τιτάνες «έστηναν» τη ρουλέτα. Όσο για το τι θα συνέβαινε  στη  γενική  πορεία  των  στοιχημάτων  υπό  αυτές  τις  συνθήκες  ‐  ε,  αυτό  ήταν  δουλειά  του  κοσμάκη, μια στάση που ίσως να ήταν αξιέπαινη αν αυτοί οι ίδιοι τιτάνες δεν έκαναν ό,τι  περνούσε από το χέρι τους για να προσελκύσουν το κοινό να καταθέσει το περίσσευμά του.  Το  κοινό,  πρέπει  να  σημειωθεί,  ανταποκρινόταν  μ’  ενθουσιασμό∙  όταν  κυκλοφορούσε  η  είδηση πως ο Γκουλντ ή ο Ροκφέλερ αγόραζαν μετοχές σιδηροδρόμων, χαλκού ή χάλυβα, ο  κόσμος έσπευδε να μπει κι αυτός στο κόλπο. Το γεγονός ότι κάθε γερή μπάζα συνοδευόταν  κι  από  μια  γερή  χασούρα  ποτέ  δεν  επηρέασε  την  απεριόριστη  πίστη  του  κοινού  και  με  στήριγμα  αυτή  την  πίστη  γίνονταν  διάφορες  οικονομικές  ταχυδακτυλουργίες.  Ένα απίστευτο  παράδειγμα  ήταν  η  αγορά  της  Εταιρείας  Χαλκού  Ανακόντα  από  τον  Henry  Ρότζερς  και  τον  Ουίλιαμ  Ροκφέλερ,  χωρίς  να  χρειαστεί  να  ξοδέψουν  ούτε  ένα  δικό  τους  δολάριο. Ορίστε πώς έγινε:  Ο  Ρότζερς  κι  ο  Ροκφέλερ  έδωσαν  μια  επιταγή  39  εκατομμυρίων  δολαρίων  στον  Μάρκους  Ντέιλι  για  την  κυριότητα  της  Ανακόντα,  υπό  την  προϋπόθεση  ότι  θα  την  κατέθετε  στη  Νάσιοναλ Σίτι Μπανκ και δεν θα την πείραζε για μια καθορισμένη περίοδο.  Έπειτα έστησαν στα χαρτιά μια εταιρία με την ονομασία Ενωμένη Εταιρία Χαλκού, με τους  κλητήρες τους να φαίνονται ως διευθυντές, και έβαλαν την Ενωμένη Εταιρία να αγοράσει  την  Ανακόντα  ‐  όχι  με  μετρητά,  αλλά  με  μετοχές  της  Ενωμένης  αξίας  75  εκατομμυρίων  δολαρίων τις οποίες τύπωσαν αποκλειστικά γι’ αυτό το σκοπό.  

Από  τη  Νάσιοναλ  Σίτι  Μπανκ,  ο  Ρότζερς  κι  ο  Ροκφέλερ  δανείστηκαν  39  εκατομμύρια  δολάρια  για  να  καλύψουν  την  επιταγή  που  είχαν  δώσει  στον  Μάρκους  Ντέιλι,  και  σαν  εγγύηση  για  το  δάνειο  χρησιμοποίησαν  τα  75  εκατομμύρια  σε  μετοχές  της  Ενωμένης  Εταιρίας Χαλκού.  Ύστερα  πούλησαν  τις  μετοχές  αυτές  στο  χρηματιστήριο  (αφού  πρώτα  είχαν  ψαρέψει  πελάτες μέσω των χρηματιστών τους) για 75 εκατομμύρια δολάρια.  Με τα έσοδα, εξόφλησαν το δάνειο των 39 εκατομμυρίων δολαρίων από τη Νάσιοναλ Σίτι  Μπανκ και τσέπωσαν και 36 εκατομμύρια δολάρια σαν δικά τους κέρδη απ’ τη δουλειά.

Φυσικά,  αυτή  η  ελευθερία  κινήσεων  συνεπαγόταν  απίστευτη  ανεντιμότητα.  Ο  Α.  Μπ.  Στίκνεϊ,225 πρόεδρος των Σιδηροδρόμων Chicago, Σεντ Πολ και Κάνσας, παρατήρησε ότι θα  εμπιστευόταν απόλυτα τους αδελφούς προέδρους άλλων σιδηροδρόμων ως κύριους με τα  όλα τους, αλλά ως προέδρους σιδηροδρόμων δεν θα τους εμπιστευόταν ούτε το ρολόι του.  Ο κυνισμός του δεν ήταν αβάσιμος. Σε κάποια συνάντηση που συγκάλεσαν οι επικεφαλής  των  σιδηροδρόμων  για  να  συμφωνήσουν  σε  ένα  πρόγραμμα  κοινών  ναύλων  για  τα  εμπορεύματα  που  θα  γλίτωνε  τους  σιδηροδρόμους  από  το  ακατάπαυστο  αυτοκαταστροφικό  παιχνίδι  του  ανταγωνισμού  τους,  κάποιος  πρόεδρος  σ’  ένα  διάλειμμα  της  συνεδρίασης  βγήκε  κρυφά  έξω  και  τηλεγράφησε  στο  γραφείο  του  το  συμφωνημένο  πρόγραμμα ώστε η σιδηροδρομική του γραμμή να είναι η πρώτη που θα ανταγωνιζόταν τις  υπόλοιπες  με  χαμηλότερες  τιμές.  

Κατά  τύχη,  το  τηλεγράφημά  του  υποκλάπηκε  και,  όταν  συνεχίστηκε η συνεδρίαση, αποτέλεσε κατηγορηματική απόδειξη του ότι η εντιμότητα ήταν  αδύνατη ακόμα και μεταξύ κατεργαραίων.  Πρόκειται  για  μια  εποχή  την  οποία  έχουμε  συνηθίσει  να  θυμόμαστε  και  να  κοκκινίζουμε.  Σίγουρα υπήρξε γκροτέσκα στις πιο γραφικές εκδηλώσεις της (σε κάποια πάρτι, τα τσιγάρα  τυλίγονταν  με  χαρτονομίσματα  των  εκατό  δολαρίων  για  τη  συγκίνηση  της  εισπνοής  πλούτου)  και  σχεδόν  μεσαιωνική  στο  πολεμοχαρές  της  πνεύμα.  Ωστόσο,  ας  μην  παρερμηνεύσουμε  το  πνεύμα  των  καιρών.  Ενώ  οι  άρχοντες  του  πλούτου  τσαλαπατούσαν  τον  κοσμάκη,  ποδοπατούσαν  εξίσου  ανελέητα  κι  ο  ένας  τον  άλλο∙  η  ωμή  και  ανήθικη  συμπεριφορά  τους  δεν  αποτελούσε  τόσο  εσκεμμένη  κακία  ή  συνειδητό  χλευασμό  των  χριστιανικών  ιδεωδών  όσο  μια  αχαλίνωτη  ενεργητικότητα  που  δεν  γνώριζε  φραγμούς  συνείδησης ή καλών τρόπων. «Δεν χρωστάω τίποτα στον κόσμο»226, είπε κάποτε ο Morgan  κι αυτή την παρατήρηση την εννοούσε κυριολεκτικά σαν ένα πιστεύω της προσωπικής του  φιλοσοφίας  παρά  σαν  ανάλγητη  περιφρόνηση  του  κόσμου.  Στην  εποχή  των  βαρόνων  του  χρήματος, οι επιχειρήσεις ήταν βάρβαρες επιχειρήσεις και ο ηθικός είχε χαμένο το παιχνίδι  από χέρι.

  Και τι έλεγαν οι οικονομολόγοι για όλα αυτά;  Όχι  πάρα  πολλά.  Οι  Αμερικανοί  οικονομολόγοι  είχαν  ακολουθήσει  τα  βήματα  των  Ευρωπαίων δασκάλων τους και προσπάθησαν να χωρέσουν τον αμερικανικό κόσμο σ’ ένα  καλούπι που δεν ήταν ποτέ καμωμένο γι’ αυτόν. Το αδυσώπητο παιχνίδι για την απόκτηση  πλούτου  περιγράφηκε  σαν  διαδικασία  «φειδούς  και  συσσώρευσης»∙  η  ολοφάνερη  απάτη  σαν  «επιχειρηματικό  δαιμόνιο»∙  οι  εξωφρενικές  σπατάλες  της  εποχής  σαν  άχρωμη  «κατανάλωση».  Από  την  πολλή  ωραιοποίηση  ο  κόσμος  γινόταν  αγνώριστος.  Αν  διάβαζε  κανείς κορυφαία κείμενα όπως Η κατανομή του πλούτου (Distribution of Wealth) του John  Μπέιτς  Κλαρκ  δεν  θα  αντιλαμβανόταν  ποτέ  πως  η  Αμερική  ήταν  μια  χώρα  όπου  υπήρχαν  εκατομμυριούχοι∙  μπορούσε  κανείς  να  μελετήσει  τις  Αρχές  της  οικονομικής  επιστήμης  (Principles  of  Economics)  του  Φρανκ  Γ.  Τάουσιγκ  και  να  μη  συναντούσε  ποτέ  τις  στημένες  δουλειές  στο  χρηματιστήριο.  

Αν  κοίταζε  κάποιος  τα  άρθρα  του  καθηγητή  Λάφλιν  στο  Atlantic Monthly θα μάθαινε ότι οι μεγάλες περιουσίες έγιναν χάρη σε «θυσίες, μόχθο και  επιτηδειότητα» και πως ο κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα «να απολαμβάνει τα προϊόντα  των  κόπων  του  αποκλείοντας  όλους  τους  άλλους»  ‐  προφανώς  αυτό  περιλάμβανε  το  δικαίωμα όχι μόνο να αγοράζουν διαμάντια αλλά και να εξαγοράζουν νομοθετικά σώματα.  Κοντολογίς,  η  επίσημη  οικονομική  επιστήμη  ήταν  απολογητική  και  καθόλου  διορατική.  Απέστρεφε το βλέμμα της από τις υπερβολές και την αφθονία που υπήρξαν η πεμπτουσία  του  αμερικανικού  σκηνικού  και  αντ’  αυτών  ζωγράφιζε  μια  στερεότυπη  εικόνα  με  φορμαλιστικές γραμμές και μουντά χρώματα. Ενώ δεν της έλειπε η εντιμότητα, το θάρρος ή  η  πνευματική  ικανότητα,  υπέφερε  από  αυτό  που  ο  Malthus  είχε  αποκαλέσει  «τυφλή  προκατάληψη της κοινωνικής θέσης και του συμφέροντος». Οι Αμερικανοί οικονομολόγοι,  παρασυρμένοι  από  το  ρεύμα  εκείνης  της  συναρπαστικής  εποχής,  αδυνατούσαν  να  απομακρυνθούν  από  το  αντικείμενο  της  έρευνάς  τους  για  να  το  εξετάσουν  ψύχραιμα,  με  καθαρό μυαλό και αποστασιοποιημένοι.  

Αυτό που χρειαζόταν ήταν το μάτι ενός ξένου ‐ κάποιου σαν τον de Toqueville ή τον Bryce,  οι οποίοι μπόρεσαν να επισκοπήσουν το χώρο με την πρόσθετη διαύγεια και ευρύνοια που  διαθέτει  κανείς  όταν  τον  επισκέπτεται  ως  ξένος.  Στο  πρόσωπο  του  Thorstein  Μπούντεν  Veblen ‐Αμερικανού στην καταγωγή, αλλά πολίτη του πουθενά από τη φύση του‐ βρέθηκε  ένα τέτοιο μάτι.

Πολύ  περίεργος  άνθρωπος  ο  Thorstein  Veblen.  Στην  εμφάνιση  έμοιαζε  με  χωριάτη,  με  Νορβηγό αγρότη. Μια φωτογραφία δείχνει τα μαλλιά του, ίσια σαν πράσα και κολλημένα,  με χωρίστρα στη μέση μιας κακοφτιαγμένης κεφαλής, να πέφτουν σαν L πάνω στο χαμηλό,  κυρτό του μέτωπο. Μάτια χωρικού, κουτοπόνηρα και ερευνητικά, κοιτάζουν πίσω από μια  φαρδιά  μύτη.  Ένα  απεριποίητο  μουστάκι  κρύβει  το  στόμα  του,  και  μια  κοντή,  τραχιά  γενειάδα  σκεπάζει  το  σαγόνι  του.  Φορά  ένα  χοντρό  ασιδέρωτο  κουστούμι  και,  καρφιτσωμένη στο γιλέκο του, είναι μια μεγάλη παραμάνα που συγκρατεί το ρολόι του. Η  φωτογραφία δεν δείχνει τις άλλες δύο παραμάνες που είναι καρφιτσωμένες στο παντελόνι  του  και  στερεώνουν  τις  κάλτσες  του,  και  μας  δίνει  υποψία  μόνο  από  το  λεπτό,  νευρώδες  σώμα του και την αθόρυβη σαν του κυνηγού περπατησιά του με το μεγάλο διασκελισμό.  Η  περίεργη  εμφάνιση  έκρυβε  μια  ακόμα  πιο  περίεργη  προσωπικότητα.  Αυτά  τα  διαπεραστικά  μάτια  ίσως  υποδήλωναν  ένα  εξίσου  διαπεραστικό,  διερευνητικό  μυαλό,  κι αυτό  το  χωριάτικο  παρουσιαστικό  μπορεί  να  προδιέθετε  κάποιον  να  περιμένει  ωμές  ερωτήσεις.  Ωστόσο,  δεν  υπήρχε  εξωτερική  ένδειξη  για  το  κυρίαρχο  μοτίβο  στη  ζωή  του  Veblen: την αποξένωση του από την κοινωνία.  Η αποξένωση είναι συχνά σύμπτωμα των αρρώστων και, με τα δικά μας πρότυπα, ο Veblen  θα  πρέπει  όντως  να  ήταν  νευρωτικός.  Γιατί  ζούσε  σχεδόν  σε  απομόνωση  ερημίτη.  Πορευόταν  στη  ζωή  σαν  να  ‘χε  κατέβει  από  έναν  άλλο  κόσμο  και  τα  γεγονότα  που  οι  σύγχρονοί  του  θεωρούσαν  απολύτως  φυσιολογικά,  στα  μάτια  του  φάνταζαν  προκλητικά,  εξωτικά  και  παράξενα,  όπως  οι  ιεροτελεστίες  μιας  πρωτόγονης  κοινότητας  σ’  έναν  ανθρωπολόγο.  Άλλοι  οικονομολόγοι  ‐στους  οποίους  συμπεριλαμβάνονται  τόσο  ο  Adam  Smith  όσο  κι  ο  Karl  Marx‐  δεν  ζούσαν  μόνο  στην  κοινωνία  τους,  αλλά  αποτελούσαν  και  προϊόν  της:  ενίοτε  γεμάτοι  θαυμασμό  για  τον  κόσμο  που  τους  περιτριγύριζε  κι  άλλοτε  πλημμυρισμένοι απελπισία και οργή για όσα έβλεπαν.

 Όχι όμως ο Thorstein Veblen. Μέσα  στη  δραστήρια,  ακμάζουσα,  συναγελαστική  κοινότητα  στην  οποία  ζούσε,  αυτός  ξεχώριζε:  ήταν αμέτοχος, ουδέτερος, απόμακρος, αποστασιοποιημένος, αμερόληπτος, ένας ξένος.  Επειδή ήταν ξένος, ήταν αντικομφορμιστής, αλλά όχι ριζοσπάστης. Ο κόσμος για τον Veblen  ήταν  άβολος  και  αφιλόξενος.  Προσαρμόστηκε  σ’  αυτόν  όπως  ένας  ιεραπόστολος  προσαρμόζεται  σε  μια  χώρα  αγρίων,  αρνούμενος  να  γίνει  ένα  με  τους  ιθαγενείς,  αλλά  διατηρώντας τη μοναδικότητά του με κόστος την τρομακτική μοναξιά. Πολλοί τον θαύμαζαν  ή και τον αγαπούσαν, μα δεν είχε στενούς φίλους: δεν υπήρχε άντρας που να φώναζε με το  μικρό του όνομα ούτε γυναίκα που μπορούσε ν’ αγαπήσει ολοκληρωτικά.  Όπως θα περίμενε κανείς, ήταν ένα κουβάρι από εκκεντρικότητες. Αρνιόταν να αποκτήσει  τηλέφωνο, είχε τα βιβλία  του στοιβαγμένα κατά μήκος του τοίχου μέσα στην αρχική τους  συσκευασία και πίστευε ότι δεν είχε κανένα νόημα να στρώνει καθημερινά τα κρεβάτια ‐ το  πρωί πέταγε τα στρωσίδια πίσω και το βράδυ τα ξανατραβούσε. Ήταν τεμπέλης κι άφηνε τα  βρόμικα πιάτα να μαζεύονται ώσπου άδειαζε το ντουλάπι κι έπειτα τα έπλενε όλα μαζί με  το λάστιχο. Ήταν λιγόλογος, και καθόταν με τις ώρες αμίλητος ενώ όλοι του οι επισκέπτες  ανυπομονούσαν  να  ακούσουν  τις  δηλώσεις  του.  Χλευαστής  των  συμβάσεων,  έβαζε  σε  όλους τους φοιτητές του τον ίδιο βαθμό, ασχέτως της απόδοσής τους, αλλά όταν κάποιος  φοιτητής  χρειάστηκε  μεγαλύτερο  βαθμό  για  να  διεκδικήσει  κάποια  υποτροφία,  ο  Veblen  ευχαρίστως  άλλαξε  το  «μετρίως»  σε  «άριστα». 

 Τρομερό  παιδί,  που  είχε  άχτι  τη  διοίκηση  του  κολεγίου,  έπαιρνε  παρουσίες  (όποτε  το  απαιτούσαν  οι  ιθύνοντες)  με  επιτηδευμένη  προσοχή,  τοποθετώντας  προσεκτικά  σε  μια  μεριά  τις  κάρτες  των  απόντων  φοιτητών  κι  έπειτα, αφού είχε χωρίσει τα πρόβατα από τα ερίφια, μπέρδευε δήθεν από λάθος τις δύο  στοίβες  μαζί.  Περίεργα  σαδιστικός,  ήταν  ικανός  να  κάνει  τόσο  ανούσιες  φάρσες,  όπως  να  δανειστεί ένα σακί από κάποιον περαστικό αγρότη και να του το επιστρέψει έχοντας βάλει  μέσα  μια  σφηκοφωλιά.  Με  μια  ιδιότυπη  αίσθηση  του  χιούμορ,  είπε  κάποτε  σ’  ένα  κοριτσάκι που τον ρώτησε τι ήταν τα αρχικά του, ότι σήμαιναν Αρκούδος (Teddy Bear) και η  μικρή  άρχισε  να  τον  φωνάζει  έτσι,  πράγμα  που  κανένας  άλλος  δεν  αποτόλμησε.  Αινιγματικός,  αρνιόταν  να  δεσμευτεί  για  οτιδήποτε  ‐  είναι  χαρακτηριστικό  πως  όταν  του  ζητήθηκε  κάποτε  η  γνώμη  του  για  το  γραπτό  ενός  συγκεκριμένου  κοινωνιολόγου  σ’  ένα  περιοδικό  που  επιμελούνταν  ο  Veblen,  εκείνος  αποκρίθηκε:  «Ο  μέσος  αριθμός  λέξεων  σε  μια σελίδα είναι 400. Του καθηγητή… είναι 375». Και το πιο περίεργο, ίσως, απ’ όλα ήταν  πως αυτός ο ασυμπαθής σαρκαστής των πάντων διέθετε μια απροσδιόριστη ιδιότητα που  ασκούσε  έλξη  στις  γυναίκες.  Ήταν  μονίμως  μπλεγμένος  σε  κάποιο  αισθηματικό  δεσμό,  αν  και δεν έπαιρνε πάντα εκείνος την πρωτοβουλία. «Τι μπορείς να κάνεις όταν σου ρίχνεται  μια  γυναίκα;»  απόρησε  κάποτε.  Επρόκειτο  για  μια  μπερδεμένη  και  πολυσύνθετη  προσωπικότητα, κλεισμένη στον εαυτό της και με μία μόνο διέξοδο έκφρασης: έγραφε σε  κοφτερά  σαν  ξυράφι  αγγλικά,  με  ένα  στυλ  που  έμοιαζε  πολύ  με  τον  ίδιο  του  τον  εαυτό,περίπλοκο  και  παραφορτωμένο  με  εξειδικευμένες  πληροφορίες  και  ορολογία,  μ’  ένα  χειρουργικό τρόπο που άφηνε ανοιχτές και εκτεθειμένες πληγές, αλλά χωρίς στάλα αίματος  ‐  τόσο  κοφτερό  ήταν  το  νυστέρι  του.  Έγραφε  για  τη  φιλανθρωπία  αποκαλώντας  την  «δοκίμια πραγματιστικού ειδυλλίου»∙ για τη θρησκεία, χαρακτηρίζοντας την ως «χάλκευση  εμπορεύσιμων  μυστηρίων  στη  νιοστή  διάσταση». 

 Αναφερόταν  στις  κύριες  εκκλησιαστικές  οργανώσεις  ως  «αλυσίδες  καταστημάτων»  και  στις  μεμονωμένες  εκκλησίες  ως  «καταστήματα λιανικής πώλησης» ‐ σκληρές αλλά αποκαλυπτικές φράσεις.Περιέγραψε  ένα  μπαστούνι  σαν  «μια  διαφήμιση  του  γεγονότος  ότι  τα  χέρια  που  το  κρατάνε  απασχολούνται  με  κάτι  άλλο  αντί  να  κάνουν  μια  χρήσιμη  προσπάθεια»  και  παρατήρησε  επίσης  πως  ήταν  ένα  όπλο:  «Ο  χειρισμός  ενός  τόσο  χειροπιαστού  και  πρωτόγονου  επιθετικού  μέσου  είναι  μεγάλη  παρηγοριά  για  οποιονδήποτε  είναι  προικισμένος  με  έστω  και  μέτρια  δόση  αγριότητας».  Προικισμένος  με  αγριότητα!  Πόσο  άγρια  κι  όμως  πόσο  παράδοξα ψυχρή διατύπωση.  Μα  τι  σχέση  είχαν  όλα  αυτά  με  την  οικονομική  επιστήμη;  Καμία,  με  τη  συμβατική  έννοια  του όρου. 

Τα οικονομικά για τον Veblen δεν είχαν καμιά σχέση με το ευπρεπές και αυστηρό  παιχνίδι  των  βικτοριανών,  στο  οποίο  η  κατάσταση  του  κόσμου  αιτιολογούνταν  μέσω  του  διαφορικού  λογισμού,  και  ελάχιστη  σχέση  με  τις  προσπάθειες  των  προηγούμενων  οικονομολόγων  να  εξηγήσουν  πώς  τα  πράγματα  ρυθμίζονται  από  μόνα  τους.  Ο  Veblen  ήθελε  να  μάθει  κάτι  άλλο:  πρωταρχικά,  γιατί  τα  πράγματα  ήταν  όπως  ήταν.  Γι’  αυτό  η  έρευνά του ξεκίνησε όχι με το οικονομικό παιχνίδι, αλλά με τους συμμετέχοντες∙ όχι με την  πλοκή, αλλά με το όλο σύστημα ηθών και εθίμων που κατέληξαν σ’ αυτό το συγκεκριμένο  είδος παιχνιδιού που ονομάζεται «επιχειρηματικό σύστημα». Με λίγα λόγια, εμβάθυνε στη  φύση του οικονομικού ανθρώπου και των οικονομικών ιεροτελεστιών και σ’ αυτή τη σχεδόν  ανθρωπολογική προσέγγιση ήταν εξίσου σημαντικό γι’ αυτόν να προσέξει ότι οι τζέντλεμαν  κρατούσαν μπαστούνια και πήγαιναν στην εκκλησία όσο και ότι οι γαιοκτήμονες λάμβαναν  κάτι  που  η  κοινωνία  το  αποκαλούσε  γαιοπρόσοδο.  

Επιδίωκε  να  διεισδύσει  στην  αληθή  φύση της κοινωνίας στην οποία ζούσε και σ’ αυτή του την έρευνα, μέσα από ένα λαβύρινθο  από  απατηλές  και  συμβατικές  αντιλήψεις,  έπρεπε  να  εντοπίσει  τις  ενδείξεις,  όπου  κι  αν  εμφανίζονταν: στο ντύσιμο, στους τρόπους, στην ομιλία ή στην ευγενική συμπεριφορά. Σαν  τον ψυχαναλυτή, κολλούσε συχνά στην πιο ασήμαντη λεπτομέρεια όταν πίστευε ότι ήταν η  προεξέχουσα λαβή κάποιας σημαντικής αλλά θαμμένης πραγματικότητας και πάλι σαν τον  ψυχαναλυτή  αναζητούσε  ερμηνείες  που  ήταν  συχνά  αλλόκοτες  ή  και  απωθητικές  στην  κοινή λογική.  Η έρευνά του της κοινωνίας, όπως θα δούμε, είναι ανελέητη. Ωστόσο, η δριμύτητά της δεν  προέρχεται  τόσο  από  την  επιθυμία  του  να  τη  δυσφημήσει,  όσο  από  την  περίεργη  ψυχρότητα με την οποία αξιολογούνται οι πιο αγαπητές μας αντιλήψεις. Λες και τίποτα δεν  ήταν οικείο στον Veblen, τίποτα δεν ήταν τόσο τετριμμένο που να μην αξίζει την προσοχή  του  και  άρα  τίποτα  δεν  ήταν  υπεράνω  κριτικής.  Άλλωστε,  μόνο  ένα  εξαιρετικά  αποστασιοποιημένο  μυαλό  θα  έβλεπε  ένα  μπαστούνι  σαν  μια  κεκαλυμμένη  διαφήμιση  αργόσχολης ζωής και ταυτόχρονα σαν βάρβαρο όπλο.  Φαίνεται  πως  ανέκαθεν  υπήρξε  αποστασιοποιημένος.  Ο  Veblen  γεννήθηκε  το  1857,  ένα  αγροτόπαιδο  στην  παραμεθόριο,  ο  τέταρτος  γιος  και  το  έκτο  παιδί  μιας  οικογένειας  μεταναστών  απ’  τη  Νορβηγία.  

Ο  πατέρας  του,  ο  Thomas  Veblen,  ήταν  ένας  ψυχρός  κι  απόμακρος  άνθρωπος∙  αργόστροφος  κι  ανεξάρτητος∙  ο  Veblen  αργότερα  τον  περιέγραψε  σαν  το  καλύτερο  μυαλό  που  είχε  συναντήσει  ποτέ.  Η  μητέρα  του,  η  Κάρι,  ήταν  εγκάρδια,  εύστροφη  και  παθιασμένη∙  αυτή  ήταν  που  δίδαξε  στον  Thorstein  τις  παραδόσεις  της  Ισλανδίας και τα νορβηγικά έπη που τον γοήτευαν σ’ όλη του τη ζωή. Ωστόσο, από την αρχή  ήταν  παράξενο  παιδί,  νωθρό∙  προτιμούσε  να  διαβάζει  στη  σοφίτα  παρά  να  βοηθά  στις δουλειές  του  σπιτιού,  του  άρεσε  να  επινοεί  πετυχημένα  παρατσούκλια  και  διέθετε  μια  πρόωρη εξυπνάδα. Ένας μικρότερος αδελφός του παρατήρησε: «Από τότε που θυμάμαι τον  εαυτό μου νόμιζα πως ήξερε τα πάντα. Όποια ερώτηση κι αν του έκανα, θα μου απαντούσε  με  την  παραμικρή  λεπτομέρεια.  

Αργότερα  ανακάλυψα  ότι  πολλά  απ’  όσα  μου  έλεγε  ήταν  φούμαρα, αλλά ακόμα και τα ψέματά του ήταν καλά».  Σε  ό,τι  είναι  αυτό  που  δημιουργεί  μια  ασυνήθιστη  προσωπικότητα,  προστέθηκε  και  μια  ανατροφή που δημιούργησε μια απόσταση ανάμεσα σ’ αυτόν και τον κόσμο σαν ένα μέρος  που  το  παίρνει  κανείς  όπως  το  βλέπει.  Τα  παιδικά  του  χρόνια  τα  πέρασε  όπως  όλοι  οι  πιονιέροι: απλά, αυστηρά, λιτά. Τα ρούχα ήταν χειροποίητα, τα μάλλινα άγνωστα, τα παλτά  φτιαγμένα από δέρμα μοσχαριού. Ο καφές κι η ζάχαρη αποτελούσαν πολυτέλειες∙ το ίδιο κι  ένα απλό ρούχο όπως η φανέλα. Μα, το πιο σημαντικό, ήταν η παιδική ηλικία ενός ξένου.  Οι  Νορβηγοί  στην  Αμερική  σχημάτισαν  τις  δικές  τους  κλειστές  και  απομονωμένες  κοινότητες, όπου κοινή γλώσσα ήταν τα νορβηγικά και η Νορβηγία η πραγματική πατρίδα.  Ο Veblen αναγκάστηκε να μάθει τα αγγλικά σαν ξένη γλώσσα και δεν τα τελειοποίησε παρά  μόνο όταν πήγε στο πανεπιστήμιο. Είναι χαρακτηριστικό αυτής της πατριαρχικής, κλειστής  κοινότητας το ότι η πρώτη νύξη που είχε ο  Veblen  ότι θα πήγαινε στο πανεπιστήμιο ήταν  όταν τον φώναξαν από τα χωράφια και βρήκε τις βαλίτσες του έτοιμες να τον περιμένουν  στην άμαξα. Ήταν τότε δεκαεφτά χρονών και το πανεπιστήμιο που διάλεξε η οικογένειά του  ήταν το Κάρλτον Κόλετζ, ένα μικρό προκεχωρημένο φυλάκιο κουλτούρας και διαφωτισμού  της  Ανατολικής  Ακτής  κοντά  στην  πόλη  της  Μινεσότα  όπου  οι Veblen  είχαν  το  αγρόκτημά  τους. Έστειλαν εκεί τον Thorstein με την προοπτική να γίνει Λουθηρανός ιερέας κι εκείνος  βρήκε το Κάρλτον φιλόθρησκο μέχρι το μεδούλι. Μα δεν υπήρχε ελπίδα να δαμαστεί αυτό  το  ήδη  δραστήριο  και  εικονοκλαστικό  πνεύμα  ή  να  προσαρμοστεί  σε  μια  θρησκόληπτη  ατμόσφαιρα. Στην εβδομαδιαία αγόρευση, αντί για τη συμβατική διατριβή σχετικά με την  ανάγκη να προσηλυτιστούν οι άπιστοι, ο Veblen προκάλεσε σάλο στο διδακτικό προσωπικό  με την ομιλία του «Έκκληση υπέρ του κανιβαλισμού» και «Απολογία για έναν μεθύστακα».  Όταν  ρωτήθηκε  αν  συνηγορούσε  υπέρ  αυτών  των  αχρειοτήτων,  ο  Veblen  αποκρίθηκε  ατάραχα ότι απλώς ασχολούνταν με επιστημονικές παρατηρήσεις. Το διδακτικό προσωπικό  αναγνώριζε  την  ιδιοφυία  του,  αλλά  τον  φοβόταν  και  λίγο.  

Ο  δάσκαλός  του  John  Μπέιτς  Κλαρκ (ο οποίος θα γινόταν ένας από τους εξαίρετους ακαδημαϊκούς οικονομολόγους της  χώρας), τον συμπαθούσε αλλά τον θεωρούσε «απροσάρμοστο».  Αυτός ο αλλόκοτος και προικισμένος απροσάρμοστος βρήκε την πιο απίθανη ευκαιρία στο  Κάρλτον.  Ένα  ειδύλλιο  άνθισε  ανάμεσα  στον  Veblen  και  την  ανιψιά  του  προέδρου  του  πανεπιστημίου,  την  Helen  Ρόλφε.  Ήταν  μια  διανοούμενη  και  εκπληκτική  προσωπικότητα  και  η  ίδια,  και  στράφηκαν  ο  ένας  στον  άλλον  λες  και  τους  έσπρωχνε  μια  φυσική  έλξη.  Ο  Veblen  διάβαζε  Σπένσερ  στην  Helen,  την  προσηλύτισε  στον  αγνωστικισμό  και  έπεισε  τον  εαυτό του πως η καταγωγή της ήταν από τον πρώτο ήρωα των Βίκινγκ, τον Γκάντζι Ρόλφε.  Το  1888  παντρεύτηκαν,  μα  η  σχέση  τους  είχε  διαρκή  σκαμπανεβάσματα. 

 Αυτός  ο  απομονωμένος  άνθρωπος  που  δεν  είχε  παρά  ελάχιστη  αγάπη  να  χαρίσει  φαίνεται  πως  χρειαζόταν  τη  φροντίδα  μιας  γυναίκας  και  με  ελάχιστες  εξαιρέσεις  (μια  καλλονή  τον  αποκάλεσε «χιμπατζή») την έβρισκε εν αφθονία. Μα η συγκεκριμένη γυναίκα δεν φαινόταν  να  τον  ενδιαφέρει  ιδιαίτερα∙  ο  Veblen  δεν  ήταν  πολύ  πιστός  στην  Helen  κι  εκείνη  τον  εγκατέλειψε πολλές φορές, άλλοτε για τις απιστίες του, άλλοτε εξαιτίας της σκληρότητας με  την  οποία  της  φερόταν,  άλλοτε  από  σκέτη  απογοήτευση  που  προσπαθούσε  να  διαβάσει  ένα κλειστό κι ανεξιχνίαστο μυαλό. Για πολλά χρόνια, πάντως, ο Veblen θα έκανε απόπειρες  να  συμφιλιωθούν,  πηγαίνοντας  απροειδοποίητα  στο  σπίτι  της  στο  δάσος,  με  μια  μαύρη  κάλτσα να κρέμεται από το χέρι του, ρωτώντας την: «Σας ανήκει μήπως αυτό, κυρία;»

Όταν ο Veblen έφυγε από το Κάρλτον, ήταν αποφασισμένος να  ακολουθήσει ακαδημαϊκή  καριέρα.  Ωστόσο,  τότε  ξεκίνησε  η  μακριά  κι  ατέλειωτη  σειρά  από  απογοητεύσεις  που  σημάδεψαν  την  επαγγελματική  του  ζωή.  Σίγουρα  δεν  ήταν  καθόλου  επιθετικός  στην  προώθηση  των  συμφερόντων  του  αλλά  όμως  έμοιαζε  να  τον  ακολουθεί  μια  διαρκής  κακοτυχία: για παράδειγμα, ζήτησε κάποτε από έναν παλιό του φοιτητή να μάθει για χάρη  του σχετικά με μια θέση σε ένα δημοτικό οργανισμό προνοίας στη New York και ο φοιτητής  δέχθηκε  ‐  και  μετά  πήρε  αυτός  τη  θέση.  Μα  αυτό  θα  συνέβαινε  πολλά  χρόνια  αργότερα.  Τώρα  ο  Veblen  διορίστηκε  στη  μικροσκοπική  Ακαδημία  Μόνονα  στο  Wisconsin  κι  έπειτα,  όταν  η  Μόνονα  διέκοψε  οριστικά  τη  λειτουργία  της  τον  επόμενο  χρόνο,  πήγε  στο  πανεπιστήμιο Τζονς Χόπκινς ελπίζοντας να πάρει υποτροφία, για να σπουδάσει φιλοσοφία.  Παρά  τις  εξαίρετες  συστάσεις  που  είχε,  η  υποτροφία  δεν  του  δόθηκε.  Ο  Veblen  έκανε  μετεγγραφή  στο  Γέιλ  και  το  1884  αποφοίτησε  με  ένα  διδακτορικό  και  την  προφορά  της  ανατολικής ακτής, αλλά χωρίς μέλλον και χωρίς προοπτικές.  

Επέστρεψε  στο  σπίτι  του,  άρρωστος  από  ελονοσία  που  είχε  κολλήσει  στη  Βαλτιμόρη,  με  ανάγκη  για  ειδική  δίαιτα.  Δεν  ήταν  καθόλου  εύκολος  άρρωστος.  Δημιουργούσε  προβλήματα στην οικογένειά του παίρνοντας το μόνιππο όταν το χρειάζονταν οι άλλοι και  τους  έλεγε  πως  ήταν  όλοι  τους  φθισικοί  κι  ότι  ποτέ  τους  δεν  θα  γίνονταν  επιτυχημένοι  επειδή  δεν  ήταν  αρκετά  ανέντιμοι.  Ήταν  αργόσχολος  και  τεμπέλιαζε.  «Τυχερός  ήταν»,  έγραψε ένας από τους αδελφούς του, «που προερχόταν από μια φυλή και μια οικογένεια  για  την  οποία  η  οικογενειακή  αφοσίωση  και  η  αδελφότητα  ήταν  θρησκεία…  Ο  Thorstein  ήταν ο μόνος τεμπέλης σε μια εξαιρετικά ευυπόληπτη κοινότητα… Διάβαζε και τεμπέλιαζε  και μετά τεμπέλιαζε και διάβαζε».  Σίγουρα διάβαζε τα πάντα: πολιτικά φυλλάδια, οικονομικά, κοινωνιολογία, λουθηρανικούς  ύμνους,  ανθρωπολογικές  διατριβές.  Μα  η  αδράνεια  επιδείνωσε  την  απομόνωσή  του  από  την κοινωνία, κάνοντάς την ακόμα πιο πικρόχολη και βαθιά. Πού και πού έκανε διάφορες  μικροδουλειές, ασχολιόταν με ανώφελες εφευρέσεις, σχολίαζε ειρωνικά τα πιο φανταχτερά  γεγονότα της ημέρας, μελετούσε τα φυτά, κουβέντιαζε με τον πατέρα του, έγραφε κανένα  άρθρο κι έψαχνε για δουλειά. Δεν βρήκε καμία. Δεν είχε πτυχίο θεολογίας κι έτσι δεν τον  δέχονταν τα θρησκευτικά πανεπιστήμια∙ του έλειπε το λούστρο κι ο αέρας που ίσως να του  άνοιγαν  τις  πόρτες  άλλων.  Όταν  παντρεύτηκε  την  Helen,  προς  μεγάλη  απελπισία  της  οικογένειάς  της,  το  έκανε,  εν  μέρει,  για  να  βρει  δουλειά∙  ήλπιζε  ότι  θα  μπορούσε  να  εξασφαλίσει  μια  θέση  οικονομολόγου  στο  Σιδηρόδρομο  Άτσισον,  Τοπέκα  και  Σάντα  Φε,  όπου ο θείος της ήταν πρόεδρος.  

Μα η ιδιότροπη κακοτυχία του παρενέβη και πάλι. Ο σιδηρόδρομος έμπλεξε σε οικονομικές  δυσκολίες και τον ανέλαβε μια επιτροπή από τραπεζίτες με αποτέλεσμα να χαθεί η θέση.  Μια  άλλη  παρουσιάστηκε  στο  Πανεπιστήμιο  της  Iowa∙  με  το  διδακτορικό  του,  τις  συστατικές  επιστολές  του,  τις  διασυνδέσεις  της  γυναίκας  του,  ο  διορισμός  έμοιαζε  σίγουρος.  Δεν  τελεσφόρησε  ‐η  έλλειψη  δυναμισμού  και  ο  αγνωστικισμός  του  μέτρησαν  πολύ  εναντίον  του‐  κι  έπειτα  τον  απέρριψαν  την  τελευταία  στιγμή  για  μια  άλλη  θέση  στο  Σεντ  Όλαφ.  Λες  κι  η  μοίρα  συνωμοτούσε  εναντίον  του,  πιέζοντάς  τον  να  παραμείνει  στην  απομόνωσή του.  Η  απομόνωση  κράτησε  εφτά  χρόνια  και  στη  διάρκεια  των  εφτά  αυτών  χρόνων,  ο  Veblen  κυριολεκτικά  δεν  έκανε  τίποτε  άλλο  από  το  να  διαβάζει.  Στο  τέλος  συγκλήθηκε  οικογενειακό  συμβούλιο,  αφού  είχε  πια  φτάσει  τριάντα  τεσσάρων  ετών  και  δεν  είχε  δουλέψει ακόμα σε κάποια υπεύθυνη θέση. Αποφασίστηκε να συνεχίσει τις μεταπτυχιακές  του σπουδές και να κάνει άλλη μια απόπειρα να εισχωρήσει στον ακαδημαϊκό κόσμο. 

Σχετικα αρθρα

Οι τράπεζες στην μετα-COVID εποχή: Προκλήσεις και προοπτικές – Δρ.Α.Ανδρικόπουλος

admin

XA:«Τα αγαθά κόποις κτώνται»

admin

ΧΑ:”Ηλεκτροπληξία” και φόβος μεγάλης διόρθωσης

admin

Evergrande – Η Lehman Brothers της Κίνας;

admin

FED:Το τέλος του έξυπνου χρήματος πλησιάζει…

admin

Τι θα γίνει εαν σκάσει η «φούσκα» των ακινήτων στην Κίνα

admin

Τηλεπικοινωνίες: Οι ραγδαίες εξελίξεις και το θρίλερ της Vodafone

admin

Οι φόροι, η μεσαία τάξη και η καμπύλη Laffer

admin

Οικονομικός Covid χτυπά τις αγορές:Παγκόσμια διόρθωση προκαλούν Evergrande και οι τιμές του φυσικού αερίου

admin

Instagram: Το #1 τοξικό social media!

admin

Χ.Βλάδος:Το νέο λεφτόδεντρο του ΣΥΡΙΖΑ

admin

ΧΑ:Αντίρροπες δυνάμεις

admin