Image default
Ανάλυση Πρώτο Θέμα

Η πρωτόγονη κοινωνία του THORSTEIN VEBLEN (II)

Διάλεξε το Κορνέλ και το 1891 μπήκε στο γραφείο του Τζ. Λόρενς Λάφλιν και ανακοίνωσε,  «Είμαι  ο  Thorstein  Veblen».  Ο  Λάφλιν,  ένας  στυλοβάτης  της  συντηρητικής  οικονομικής  επιστήμης,  θα  πρέπει  να  ξαφνιάστηκε∙  αυτός  που  του  μιλούσε  φορούσε  κασκέτο  από  γούνα ρακούν και κοτλέ παντελόνι. Μα είχε κάτι που εντυπωσίασε τον πρεσβύτερο άντρα.  Πήγε  στον  πρόεδρο  του  πανεπιστημίου  και  εξασφάλισε  μια  ειδική  επιχορήγηση  για  να  πάρει τον Veblen σαν υπότροφο βοηθό και, την επόμενη χρονιά, όταν το Πανεπιστήμιο του  Chicago  άνοιξε  τις  πόρτες  του  και  ο  Λάφλιν  ανέλαβε  επικεφαλής  της  οικονομικής  σχολής,  πήρε μαζί του τον Veblen με ετήσιο μισθό 520 δολαρίων. Πρέπει να προσθέσουμε ότι, όταν  πέθανε  ο  Λάφλιν,  κρίθηκε  ότι  η  κύρια  συμβολή  του  στην  οικονομική  επιστήμη  ήταν  πως  εξασφάλισε τον Veblen για το Chicago.

  Το  Πανεπιστήμιο  του  Chicago  δεν  ήταν  μόνο  η  πρώτη  δουλειά  του  Veblen  ‐σε  ηλικία  τριάντα  πέντε  ετών‐  αλλά  κι  ένας  θεσμός  που  καθρέφτιζε  ιδιόμορφα  την  κοινωνία  που  εκείνος  επρόκειτο  να  εξετάσει.  Το  είχε  ιδρύσει  ο  Ροκφέλερ  κι  ένα  δημοφιλές  φοιτητικό  τραγουδάκι έλεγε:  Ο John Ντ. Ροκφέλερ  είναι θαυμάσιος άνθρωπος.  Δίνει όλα τα περίσσια ψιλά του  στο Πανεπιστήμιο του Chicago.  Το πανεπιστήμιο δεν ακολουθούσε, όπως ίσως θα περίμενε κανείς, μια πολιτική άτεγκτου  συντηρητισμού.  Αποτελούσε  μάλλον  την  ενσάρκωση,  στους  εκπαιδευτικούς  κύκλους,  της  πολιτικής  της  οικοδόμησης  της  αυτοκρατορίας  που  κυοφόρησε  το  συντηρητισμό  στον  επιχειρηματικό κόσμο. Πρόεδρος του ήταν ο William Ρέινι Χάρπερ, ένας φιλόδοξος άντρας  μόλις τριάντα έξι χρόνων, τον οποίο περιέγραψε γεμάτος θαυμασμό ο Γουόλτερ Χάινς Πέιτζ  σαν ένα τύπο μεγαλοβιομήχανου. 

Ήταν ένας επιχειρηματίας πρόεδρος πανεπιστημίου, που  δεν  δίσταζε  να  κλέβει  από  τα  άλλα  πανεπιστήμια  τους  καλύτερους  καθηγητές  τους  δελεάζοντάς  τους  με  χρήματα  και,  σαν  το  συγκρότημα  της  Standard  Oil  που  υπήρξε  ο  γεννήτοράς του, το Πανεπιστήμιο του Chicago πέτυχε, λόγω της τεράστιας οικονομικής του  δύναμης,  να  μονοπωλήσει  ένα  μεγάλο  μέρος  του  αμερικανικού  πνευματικού  κεφαλαίου.  Όλα αυτά θα τα περιέγραφε αργότερα με καυστικό τρόπο η πένα του Veblen, αλλά προς το  παρόν  τού  παρείχε  ένα  ικανοποιητικό  περιβάλλον  διανοούμενων.  Εκεί  ήταν  ο  Άλμπερτ  Μάικλσον, ο οποίος θα καθόριζε την ταχύτητα του φωτός με μια ακρίβεια άγνωστη ως τότε∙  ο  φυσιολόγος  Ζακ  Λεμπ∙  ο  Lloyd  Morgan  στην  κοινωνιολογία∙  υπήρχε  μια  τεράστια  βιβλιοθήκη και ένα καινούργιο οικονομικό περιοδικό που χρειαζόταν επιμέλεια.  

Ο  Veblen  άρχισε  να  διακρίνεται.  Οι  απέραντες  γνώσεις  του  βοήθησαν  να  εδραιώσουν  τη  φήμη  του.  «Να  ο  δόκτωρ  Veblen,  ο  οποίος  μιλάει  είκοσι  έξι  γλώσσες»,  είπε  κάποιος  φοιτητής. Ο Τζέιμς Χέιντεν Ταφτς, ένας διακεκριμένος λόγιος, έτυχε να τον συναντήσει σε  μια αίθουσα εξετάσεων και αναφέρει: «Όταν μπήκα στην αίθουσα, η εξέταση είχε αρχίσει  και κάποιος που δεν γνώριζα έκανε ερωτήσεις. Σκέφτηκα πως η ομιλία του ήταν η πιο αργή  που είχα ακούσει ποτέ μου ‐ δυσκολευόμουν να θυμηθώ την αρχή της ερώτησης ώσπου να  φτάσει στο τέλος της. Όμως, ύστερα από λίγο, συνειδητοποίησα, ότι είχα μπροστά μου ένα  διεισδυτικό μυαλό που εισχωρούσε στα θεμελιώδη θέματα χωρίς να αποκαλύπτει τις δικές  του  απόψεις  παρά  μόνο  την  αποφασιστικότητά  του  να  φτάσει  στην  ουσία  των  πραγμάτων».233  Ωστόσο, η κλειστή προσωπικότητά του ήταν αδιαπέραστη. Κανένας δεν ήξερε τι σκεφτόταν  ο Veblen για τίποτε. Διάφοροι άνθρωποι ρωτούσαν τη γυναίκα του αν στην πραγματικότητα  ήταν  σοσιαλιστής∙  εκείνη  αναγκαζόταν  να  τους  πει  πως  δεν  ήξερε  ούτε  η  ίδια.  

Δεν κυκλοφορούσε  ποτέ  χωρίς  την  πανοπλία  του∙  μια  ευγενική,  συγκροτημένη  αντικειμενικότητα που απογύμνωνε τον κόσμο από το συναισθηματικό του περιεχόμενο και  κρατούσε  σε  απόσταση  όσους  θα  ήθελαν  να  διαπεράσουν  την  προσωπική  του  θωράκιση.  «Πείτε  μου,  καθηγητά  Veblen»,  τον  ρώτησε  κάποτε  ένας  φοιτητής,  «παίρνετε  τίποτα  στα  σοβαρά;» «Ναι», του ψιθύρισε εκείνος συνωμοτικά, «αλλά μην το πείτε σε κανέναν».  Στην  τάξη  ‐αυτό  το  επεισόδιο  έγινε  πολύ  αργότερα,  αλλά  χρησιμεύει  γα  να  φωτίσει  την  προσωπικότητά  του‐  έμπαινε  χλομός  και  καταβεβλημένος  από  τις  ολονύχτιες  μελέτες  του  και, πετώντας έναν ογκώδη γερμανικό τόμο πάνω στην έδρα, γύριζε τις σελίδες με νευρικά  δάχτυλα,  κιτρινισμένα  από  τη  μοναδική  του  ματαιοδοξία  ‐  μια  προτίμηση  στα  ακριβά  τσιγάρα.  

Ο  αιδεσιμότατος  Χάουαρντ  Γούλστον,  που  υπήρξε  φοιτητής  του,  περιέγραψε  τη  σκηνή  ως  εξής:  «Με  σιγανή,  τρεμάμενη  φωνή  άρχισε  να  εξιστορεί  την  οικονομία  των  πρώτων γερμανικών χωριών. Μετά από λίγο έφτασε σε κάποιο άδικο πλάσμα δικαίου που  επέβαλαν οι ανερχόμενοι ευγενείς με τη συγκατάθεση του κλήρου. Ένα σαρδόνιο χαμόγελο  παραμόρφωσε  τα  χείλη  του∙  γαλάζιοι  διάβολοι  ξεπήδησαν  στο  βλέμμα  του.  Με  δηκτικό  σαρκασμό, διαμέλισε την ανυπόφορη υπόθεση ότι η επιθυμία των αριστοκρατών αποτελεί  τη  βούληση  του  Θεού.  Κατέδειξε  παρόμοιες  αντιστοιχίες  σε  σύγχρονους  θεσμούς.  Χασκογέλασε ήσυχα. Κι έπειτα ξαναγύρισε στην αφήγησή του».

Ωστόσο, δεν εκτιμούσαν όλοι τις μεθόδους διδασκαλίας τους. Η ειλικρινής του άποψη για  τους  φοιτητές  ήταν  όσο  λιγότερο,  τόσο  το  καλύτερο  και  δεν  έκανε  καμιά  απόπειρα  να  ζωντανέψει τη συζήτηση∙ το αντίθετο, μάλιστα ‐ απολάμβανε να διώχνει φοιτητές. Κάποτε  ζήτησε  από  μια  θρήσκα  φοιτήτρια  να  υπολογίσει  την  αξία  της  εκκλησίας  της  σε  βαρέλια  μπίρας και όταν κάποιος φοιτητής, ο οποίος κρατούσε σχολαστικά σημειώσεις, θέλησε να  ξανακούσει  μια  πρόταση,  εκείνος  του  είπε  πως  δεν  πίστευε  ότι  άξιζε  να  την  επαναλάβει.  

Μασούσε  τα  λόγια  του,  πολυλογούσε,  ξέφευγε  από  το  θέμα  του.  Οι  τάξεις  του  είχαν  διαρκώς λιγότερους φοιτητές∙ κάποια απ’ αυτές απόμεινε μόνο με έναν, και αργότερα, σε  κάποιο άλλο πανεπιστήμιο, η κάρτα στην πόρτα του που έγραφε «Thorstein Veblen, 10 έως  11,  Δευτέρες,  Τετάρτες  και  Παρασκευές»  κατέληξε  σταδιακά  να  λέει:  «Δευτέρες:  10  έως  10:05».  Μα,  για  τους  λίγους  φοιτητές  που  άκουγαν  προσεκτικά  αυτή  τη  γεμάτη  πλήξη,  μονότονη  φωνή,  η  ανταμοιβή  δικαίωνε  όλες  τις  ιδιορρυθμίες.  Ένας  φοιτητής  έφερε  στην  τάξη  έναν  καλεσμένο, ο οποίος αργότερα είπε: «Ήταν ανατριχιαστικό. Θα μπορούσε να είναι η φωνή  ενός νεκρού που μιλούσε έτσι αργά κι αν το φως έσβηνε πίσω από τα πεσμένα ματόκλαδα,  θα  είχε  καμιά  διαφορά;  

Όμως»,  πρόσθεσε  ο  φοιτητής,  «εμείς  που  τον  ακούγαμε  καθημερινά,  θεωρούσαμε  ότι  ο  ασυνήθιστος  τρόπος  του  ταίριαζε  απόλυτα  για  να  μεταφέρει  την  αποστασιοποιημένη  και  κάπως  σαρκαστική  του  διάνοια  που  πλανιόταν  πάνω  από  την  επιφάνεια  των  πραγμάτων.  Η  ανεξάρτητη,  αδέσμευτη  ευφυΐα  του  έλκυε  κι  όμως  έμοιαζε  με  σακατεμένη  προσωπικότητα.  Η  εμβρίθεια  του  μυαλού  του  ήταν  συγκλονιστική  κι  απολαυστική.  Διατηρούσε  στη  μνήμη  του  λεπτομέρειες  που  θα  ξεπερνούσαν  τα  περισσότερα  μυαλά  και  θα  μπορούσαν  να  γίνουν  αυτοσκοπός  και  όμως  ποτέ  δεν  έχανε  τη  μεγαλειώδη  χαρτογράφηση  του  γενικότερου  στόχου…  Αυτή  η  ήσυχη  φωνή μπορεί τη μια στιγμή να χρησιμοποιήσει με εξαιρετική ευστοχία τη σύγχρονη αργκό ή  κάποιο  δημοφιλές  στιχούργημα  για  να  υπογραμμίσει  μια  γνώμη  κι  αμέσως  μετά  να  απαγγείλει ένα μεσαιωνικό λατινικό ύμνο, στροφή προς στροφή».235  Η  οικιακή  του  οικονομία  ήταν  τόσο  μπλεγμένη  όσο  κι  η  πολιτική  οικονομία  την  οποία  προσπαθούσε να διαλευκάνει. Ζούσε στο Chicago με τη γυναίκα του την Helen, μα αυτό δεν  τον  εμπόδιζε  να  συνεχίζει  τους  περιβόητους  δεσμούς  του,  προς  μεγάλη  δυσαρέσκεια  του  προέδρου Χάρπερ. Όταν παρατράβηξε το σχοινί, ταξιδεύοντας στο εξωτερικό με μια άλλη γυναίκα,  η  θέση  του  στην  πανεπιστημιούπολη  έγινε  αφόρητη. 

 Άρχισε  να  αναζητά  απελπισμένα αλλού δουλειά.  Είχε  περάσει  δεκατέσσερα  χρόνια  στο  Chicago,  φτάνοντας  στον  εξαίσιο  μισθό  των  χιλίων  δολαρίων  το  1903.  Μα  τα  χρόνια  αυτά  δεν  πήγαν  καθόλου  χαμένα,  γιατί  το  αχόρταγα  ερευνητικό,  λαίμαργα  αποθησαυριστικό  μυαλό  του  άρχισε  επιτέλους  να  καρποφορεί.  Με  μια σειρά από εκπληκτικά δοκίμια και δύο αξιοθαύμαστα βιβλία εδραίωσε τη φήμη του στη  χώρα ‐ αν και περισσότερο λόγω της εκκεντρικότητας του, ίσως, παρά για οτιδήποτε άλλο. 

Το πρώτο του βιβλίο γράφτηκε όταν ο Veblen ήταν σαράντα δύο ετών. Εξακολουθούσε να  είναι ένας ασήμαντος καθηγητής και εκείνη τη χρονιά είχε πάει στον πρόεδρο Χάρπερ και  του  ζήτησε  τη  συνηθισμένη  αύξηση  μερικών  εκατοντάδων  δολαρίων.  Ο  Χάρπερ  τού  απάντησε ότι δεν διαφήμιζε επαρκώς το πανεπιστήμιο κι ο Veblen αποκρίθηκε πως δεν είχε  σκοπό να κάνει κάτι τέτοιο. Αν δεν παρενέβαινε ο Λάφλιν, ο Veblen θα είχε φύγει∙ και τότε,  ο  πρόεδρος  Χάρπερ  θα  έχανε  μια  εξαιρετικά  σημαντική  διαφήμιση.  Γιατί  ο  Veblen  ετοιμαζόταν να εκδώσει τη Θεωρία της αργόσχολης τάξης (The Theory of the Leisure Class).  

Δεν υπήρχε καμιά ένδειξη ότι περίμενε να κάνει το βιβλίο κάποια ιδιαίτερη εντύπωση∙ το  είχε διαβάσει σε μερικούς από τους φοιτητές του, παρατηρώντας ξερά ότι θα το έβρισκαν  πολυσύλλαβο και είχε αναγκαστεί να το ξαναγράψει αρκετές φορές προτού γίνει αποδεκτό  από  τους  εκδότες.  Ωστόσο,  παραδόξως  προκάλεσε  μεγάλη  αίσθηση.  Ο  William  Ντιν  Χάουελς του αφιέρωσε δυο μακροσκελείς κριτικές και μέσα σε μια νύχτα το βιβλίο έγινε το  εγχειρίδιο της ιντελιγκέντσιας εκείνης της εποχής: όπως είπε στον Veblen ένας διαπρεπής  κοινωνιολόγος, «Έφερε αναστάτωση στους περιστερώνες της ανατολικής ακτής».

 Δεν  ήταν  ν’  απορεί  κανείς  που  προκάλεσε  εντύπωση,  γιατί  ποτέ  ένα  βιβλίο  σοβαρής  ανάλυσης  δεν  είχε  γραφτεί  με  τόση  καυστικότητα.  Το  έπαιρνε  κάποιος  κατά  τύχη  και  χασκογελούσε  με  την  πονηρή  του  διορατικότητα,  τις  αιχμηρές  φράσεις  του  και  τη  διαβρωτική  του  άποψη  για  την  κοινωνία  στην  οποία  τα  στοιχεία  της  γελοιότητας,  της  σκληρότητας και της βαρβαρότητας φώλιαζαν σε στενή αντιπαράθεση με καταστάσεις που  λαμβάνονταν  ως  δεδομένες  και  είχαν  εξομαλυνθεί  από  τη  συνήθεια  και  την  απερίσκεπτη  αντιμετώπιση.  Το  αποτέλεσμα  ήταν  συγκλονιστικό,  γκροτέσκο,  σκανδαλιστικό  και  διασκεδαστικό, και η επιλογή των λέξεων τίποτα λιγότερο από εξαίσια. 

Παραθέτουμε ένα  μικρό απόσπασμα:  … Κάποιος βασιλιάς της Γαλλίας… λέγεται πως έχασε τη ζωή του από την κατάχρηση του ηθικού σθένους κατά την τήρηση της σωστής εθιμοτυπίας. Κατά την απουσία του αξιωματούχου που καθήκον του ήταν να μετακινεί την καρέκλα του κυρίου του, ο βασιλιάς καθόταν μπροστά στη φωτιά και υπέμεινε αδιαμαρτύρητα το γεγονός ότι καψαλίστηκε ανεπανόρθωτα. Ωστόσο, με αυτή τη συμπεριφορά του έσωσε τη Χριστιανική του Μεγαλειότητα από το μίασμα της χειρονακτικής εργασίας.

Για τους περισσότερους ανθρώπους το βιβλίο δεν έμοιαζε να είναι τίποτα περισσότερο από  μια  παρόμοια  σάτιρα  για  τη  συμπεριφορά  της  αριστοκρατικής  τάξης  και  μια  εύστοχη  επίθεση στις ανοησίες και τις ματαιοδοξίες των πλουσίων. Κι έτσι έδειχνε επιφανειακά. Ο  Veblen,  με  την  περίτεχνη  πρόζα  του,  υποστήριξε  την  άποψη  ότι  η  αργόσχολη  τάξη  διαφήμιζε την ανωτερότητά της με υπερβολικές δαπάνες ‐κραυγαλέες ή διακριτικές‐ και ότι  το  σήμα  κατατεθέν  της  ‐η  ίδια  η  σχόλη‐  αποτελούσε  ακόμα  μεγαλύτερη  απόλαυση  όταν  επιδεικνυόταν  προκλητικά  στα  μάτια  του  κόσμου.  Με  χίλια  παραδείγματα  διερεύνησε  εξαντλητικά  τη  στάση  ότι  το  «πιο  ακριβό»  σήμαινε  αναγκαστικά  «καλύτερο».  Κι  έτσι,  για  παράδειγμα:

 Όλοι αισθανόμαστε, με κάθε ειλικρίνεια και χωρίς αναστολές, ότι το πνεύμα μας έχει αναταθεί όταν, ακόμα και στις ιδιωτικές στιγμές του νοικοκυριού μας, τρώμε το καθημερινό μας φαγητό με χειροποίητα ασημένια μαχαιροπίρουνα, από πορσελάνες ζωγραφισμένες στο χέρι (που η καλλιτεχνική τους αξία είναι συχνά αμφίβολη) πάνω σε ακριβά λινά τραπεζομάντιλα. Οποιαδήποτε οπισθοδρόμηση από την ποιότητα ζωής την οποία έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε ότι αξίζουμε σ’ αυτό το θέμα, την αισθανόμαστε σαν οδυνηρή παραβίαση της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς μας. 

Ένα  μεγάλο  μέρος  του  βιβλίου  ασχολείται  με  τέτοιου  είδους  ενδελεχή  εξέταση  της  οικονομικής  ψυχοπαθολογίας  της  καθημερινής  μας  ζωής:  οι  κανόνες  της  χρηματικής  ευπρέπειας εξηγούνται τόσο ολοκληρωμένα και κάτω από ένα τόσο απόκοσμο φως, λες και  είναι ένα αρχαιολογικό εύρημα που ξεθάφτηκε πρόσφατα. Αυτό το κομμάτι του βιβλίου το  απόλαυσαν  όλοι∙  η  κοινωνία  των  διαφημίσεων  και  του  μιμητισμού  ήταν  αδύνατο  να  μην  αναγνωρίσει, με κάποια θλίψη, την προσωπογραφία της.  Μα οι περιγραφές της τάσης μας για επίδειξη, όσο διασκεδαστικές ή εύστοχες κι αν είναι,  δεν  αποτελούσαν  παρά  το  επεξηγηματικό  υλικό  του  βιβλίου.  

Γιατί,  όπως  φανέρωνε  ο  τίτλος, επρόκειτο για μια έρευνα σχετικά με τη θεωρία της αργόσχολης τάξης. Παρ’ όλο που  ο  Veblen  μπορεί  να  σταματούσε  κάθε  τόσο  στην  πορεία  για  να  σχολιάσει  τα  πιο  εντυπωσιακά  τοπία  του  περιβάλλοντος,  το  ενδιαφέρον  του  βρισκόταν  στο  τέρμα  του  ταξιδιού  του,  σε  ερωτήσεις  όπως:  Ποια  είναι  η  φύση  του  οικονομικού  ανθρώπου;  Πώς  συμβαίνει να οικοδομεί έτσι την κοινότητα του ώστε να έχει αργόσχολη τάξη; Ποια είναι η  οικονομική σημασία της ίδιας της σχόλης;  Για τους κλασικούς οικονομολόγους, αυτές οι ερωτήσεις θα μπορούσαν να απαντηθούν με  βάση  την  κοινή  λογική. 

 Έβλεπαν  τον  κόσμο  σαν  άτομα  που,  με  ορθολογικό  τρόπο,  επιζητούσαν να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντά τους. Καμιά φορά, όπως με τις απελπιστικά  πολλαπλασιαζόμενες  εργατικές  τάξεις  του  Malthus,  υπερίσχυε  η  βίαιη  ανθρώπινη  φύση,  αλλά  γενικά  η  ανθρωπότητα  παρουσιαζόταν  σαν  ένα  άθροισμα  λογικών  όντων.  Στη  μάχη  του ανταγωνισμού, κάποιοι υψώνονταν στην κορυφή και κάποιοι παρέμεναν στον πάτο, και  όσοι  ήταν  αρκετά  τυχεροί  ή  οξυδερκείς  και  ευημερούσαν  ήταν  πολύ  φυσικό  να  εκμεταλλευτούν  την  καλή  τους  τύχη  για  να  ελαχιστοποιήσουν  το  μόχθο  τους.  Ήταν  όλα  πολύ απλά και τελείως λογικά.  Ωστόσο, μια τέτοια άποψη της ανθρωπότητας δεν γινόταν αποδεκτή στον Veblen. Δεν ήταν  καθόλου  σίγουρος  ότι  η  δύναμη  που  συνέχει  την  κοινωνία  είναι  η  αλληλεπίδραση  ορθολογικά υπολογισμένων «ατομικών συμφερόντων» και δεν είχε καν πεισθεί εντελώς ότι  η  σχόλη  είναι  από  μόνη  της  προτιμότερη  από  την  εργασία.  Είχε  γνωρίσει  μέσα  από  τις  μελέτες του  τον τρόπο ζωής κάποιων  σχεδόν άγνωστων λαών: των Ινδιάνων  της Αμερικής  και  των  Άινους  της  Ιαπωνίας,  των  Τόντας  των  λόφων  Νιλγκίρι  και  των  ιθαγενών  της  Αυστραλίας.

Και  στα  απλά  οικονομικά  συστήματα  αυτών  των  φυλών  μοιάζει  να  λείπει  τελείως η αργόσχολη τάξη. Ακόμα πιο εντυπωσιακό ήταν ότι σε τέτοιες κοινότητες, όπου το  κόστος  της  επιβίωσης  είναι  η  εργασία,  είναι  το  γεγονός  πως  όλοι  εργάζονταν  χωρίς  να  νιώθουν ταπεινωμένοι γι’ αυτό, ασχέτως των καθηκόντων τους. Δεν ήταν ο παράγοντας του  κέρδους  και  της  ζημίας  αυτό  που  παρείχε  τη  θετική  κινητήρια  δύναμη  αυτών  των  οικονομιών, αλλά μια φυσική περηφάνια για τη σπουδαιότητα της εργασίας και μια γονική  αίσθηση ενδιαφέροντος για τις μέλλουσες γενεές. Οι άνθρωποι πάσχιζαν να ξεπεράσουν ο  ένας  τον  άλλον  στην  εκτέλεση  των  καθημερινών  τους  καθηκόντων  και  μπορεί  να  συγχωρούνταν η αποχή από την εργασία ‐η σχόλη‐ αλλά σίγουρα δεν γινόταν σεβαστή.  Όμως ένα άλλο είδος κοινότητας ανοίχτηκε επίσης στο βλέμμα του Veblen. 

Οι Πολυνήσιοι,  οι  αρχαίοι  Ισλανδοί  και  οι  στρατιωτικές  περιφέρειες  της  φεουδαρχικής  Ιαπωνίας  υπήρξαν ένα  διαφορετικό  είδος  προβιομηχανικής  κοινωνίας:  είχαν  αυστηρά  καθορισμένες  αργόσχολες τάξεις. Πρέπει να σημειωθεί πως αυτές οι τάξεις δεν αποτελούνταν από άτομα  που  δεν  έκαναν  τίποτε.  Αντιθέτως,  τα  μέλη  τους  ήταν  από  τα  πιο  πολυάσχολα  της  κοινότητας. Μόνο που η «εργασία» τους ήταν καθαρά ληστρική∙ άρπαζαν τα πλούτη τους  με τη βία ή την πανουργία και δεν συμμετείχαν καθόλου στην πραγματική παραγωγή του  πλούτου με τον ιδρώτα ή την τέχνη τους.  Παρ’  όλο  όμως  που  οι  αργόσχολες  τάξεις  έπαιρναν  χωρίς  να  παρέχουν  σε  αντάλλαγμα  κάποια παραγωγική υπηρεσία, το έκαναν αυτό με την πλήρη έγκριση της κοινότητας. Γιατί  αυτές  οι  κοινωνίες  όχι  μόνο  ήταν  αρκετά  πλούσιες  ώστε  να  έχουν  τη  δυνατότητα  να  συντηρούν μια μη παραγωγική τάξη, αλλά και τόσο επιθετικές ώστε να τις θαυμάζουν αντί  να  θεωρούνται  χαραμοφάηδες  ή  κακομαθημένοι,  όσοι  ανέρχονταν  στις  τάξεις  των  αργόσχολων ήταν αξιοσέβαστοι ως άτομα ισχυρά και ικανά.  

Σαν  αποτέλεσμα,  σημειώθηκε  μια  θεμελιώδης  αλλαγή  στη  στάση  απέναντι  στην  εργασία.  Οι δραστηριότητες της αργόσχολης τάξης ‐η δια της βίας κατάκτηση του πλούτου‐ κατέληξε  να  θεωρείται  τιμητική  και  αξιοπρεπής.  Ως  εκ  τούτου,  η  καθαρή  εργασία  κηλιδώθηκε,  αντιθέτως,  από  την  ταπείνωση.  Το  μόχθο  της  εργασίας,  που  οι  κλασικοί  οικονομολόγοι  πίστευαν ότι είναι έμφυτος στον άνθρωπο, ο Veblen τον είδε σαν υποβάθμιση ενός κάποτε  τιμημένου τρόπου ζωής κάτω από την επίδραση ενός αρπακτικού πνεύματος∙ μια κοινότητα  που θαυμάζει και εξυψώνει τη βία  και την κτηνώδη ανδρεία δεν μπορεί να  μακαρίζει τον  ανθρώπινο μόχθο.  Μα  τι  σχέση  είχαν  όλα  αυτά  με  την  Αμερική  ή  την  Ευρώπη;  Μεγάλη  σχέση.  Γιατί  ο  σύγχρονος  άνθρωπος,  στα  μάτια  του  Veblen,  δεν  απείχε  παρά  μια  σκιά  μόλις  από  τους  βάρβαρους προγόνους του. Ο καημένος ο Edgeworth θα ανατρίχιαζε ακούγοντας αυτή την  άποψη,  γιατί  συνεπαγόταν  την  αντικατάσταση  των  δικών  του  μηχανών  απόλαυσης  με  πολέμαρχους,  φύλαρχους,  μάγους,  πολεμιστές  και  κάτω  απ’  αυτούς  έναν  ταπεινό,  θαμπωμένο  λαουτζίκο.  «Η  πειθαρχία  της  πρωτόγονης  ζωής»,239  έγραψε  ο  Veblen  σε  ένα  μεταγενέστερο  δοκίμιο,  «υπήρξε  ασυγκρίτως  η  πιο  παρατεταμένη  και  ίσως  η  πιο  απαιτητική από κάθε άλλη φάση του πολιτισμού σε ολόκληρη την ιστορία της ανθρώπινης  φυλής∙  κι  έτσι,  λόγω  κληρονομικότητας,  η  ανθρώπινη  φύση  εξακολουθεί  να  είναι  και  θα  πρέπει να συνεχίσει επ’ αόριστον να είναι μια πρωτόγονη ανθρώπινη φύση».  Έτσι στη σύγχρονη ζωή ο Veblen είδε την κληρονομιά του παρελθόντος. Η αργόσχολη τάξη  είχε αλλάξει ασχολίες, είχε εξευγενίσει τις μεθόδους της, αλλά ο στόχος της εξακολουθούσε  να  είναι  ο  ίδιος  ‐  η  ληστρική  αρπαγή  αγαθών  χωρίς  εργασία.  

Φυσικά,  δεν  γύρευε  πια  λάφυρα ή γυναίκες∙ δεν ήταν τόσο βάρβαρη. Ήθελε όμως χρήματα και η συσσώρευση των  χρημάτων  και  η  επιδεικτική  ή  διακριτική  τους  προβολή  έγινε  το  σύγχρονο  αντίστοιχο  των  κρανίων  που  κρέμονταν  από  τις  σκηνές.  Το  παλιό  ληστρικό  μοτίβο  όχι  μόνο  το  ακολουθούσε  ακόμα  η  αργόσχολη  τάξη,  αλλά  το  υποστήριζαν  και  οι  παλιές  αντιλήψεις  θαυμασμού για την προσωπική δύναμη. Στα μάτια της κοινωνίας, τα μέλη της αργόσχολης  τάξης  εξακολουθούσαν  να  είναι  τα  πιο  πολεμοχαρή  και  φοβερά  μέλη  της  κοινωνίας  και,  κατ’  αντιστοιχία,  ο  απλός  λαός  επιδίωκε  να  μιμηθεί  τους  καλυτέρους  του.  

Όλοι,  από  τον  εργάτη  και  τον  μεσοαστό  ως  τον  καπιταλιστή,  ήθελαν  με  την  επιδεικτική  κατανάλωση  χρημάτων  ‐και  μάλιστα  με  την  επιδεικτική  σπατάλη‐  να  καταδείξουν  την  ληστρική  τους  δύναμη.  «Για  να  σταθεί  κανείς  στα  μάτια  της  κοινωνίας»240,  εξήγησε  ο  Veblen,  «είναι  αναγκαίο  να  ανέλθει  σ’  ένα  ορισμένο,  κάπως  ακαθόριστο,  συμβατικό  επίπεδο  πλούτου∙  ακριβώς  όπως  στο  προηγούμενο  ληστρικό  στάδιο  είναι  αναγκαίο  για  τον  βάρβαρο  να  φτάσει  στα  πρότυπα  που  έχει  καθορίσει  η  φυλή  του  για  φυσική  αντοχή,  πονηριά  και  δεξιότητα  στα όπλα». Αντιστοίχως, στη σύγχρονη κοινωνία, όχι  μόνο όλοι συναγωνίζονται να  υπερέχουν  σαφώς  στα  μάτια  των  συνανθρώπων  τους,  αλλά  σαν  μέρος  της  ίδιας  διαδικασίας,  όλοι  αισθάνονται  «ενστικτωδώς»  την  ταπείνωση  που  συνοδεύει  τα  μη  ληστρικά μέσα επιβίωσης, όπως είναι η δουλειά.  

Ακούγεται παρατραβηγμένο; Δεν έχουμε συνηθίσει να σκεφτόμαστε τους εαυτούς μας ως  βαρβάρους και αντιδρούμε σ’ αυτή τη σύγκριση ή τη χλευάζουμε. Μα όσο παράξενη κι αν  ακούγεται,  υπάρχει  ένας  πυρήνας  αλήθειας  στις  παρατηρήσεις  του  Veblen.  Υπάρχει  ένας  κοινωνικός  υποβιβασμός  της  χειρωνακτικής  εργασίας  σε  αντίθεση  με  την  πιο  ευγενή  απασχόληση  της  δουλειάς  γραφείου.  Είναι  γεγονός  ότι  η  συσσώρευση  του  πλούτου  προχωρά συνήθως ‐τουλάχιστον στην περίπτωση ενός επιτυχημένου στελέχους‐ πολύ πέρα  από  το  σημείο  των  λογικών  αναγκών  και  επιθυμιών.  Δεν  χρειάζεται  να  αποδεχτούμε  τις  ανθρωπολογικές  εξηγήσεις  του  Veblen  (κάποιες  από  τις  οποίες,  όπως  η  υποτιθέμενη  «πειθαρχία»  της  «πρωτόγονης  ζωής»,  εμφανίζουν  αδυναμίες  υπό  το  φως  της  σύγχρονης  έρευνας για τις πρωτόγονες κοινότητες) για να επωφεληθούμε από την κύρια ανακάλυψή  του ‐ ότι τα κίνητρα της οικονομικής συμπεριφοράς μπορεί να γίνουν πολύ πιο κατανοητά  ως βαθιά ριζωμένοι ανορθολογισμοί παρά μέσα από τον εξωραϊσμό της συμπεριφοράς σε  ορθολογισμό και κοινή λογική, που επιχείρησε ο 19ος αιώνας.

  Δεν  χρειάζεται  να  μας  απασχολήσει  εδώ  τι  ακριβώς  είναι  αυτοί  οι  ανορθολογισμοί  ‐  ψυχολογικοί  ή  ανθρωπολογικοί.  Αρκεί  να  πούμε  πως  όταν  αναζητούμε  την  πηγή  των  πράξεών μας, βρισκόμαστε σ’ ένα υπόστρωμα που είναι θαμμένο πολύ πιο βαθιά από τις  ωραίες  εξηγήσεις  της  γλυκιάς  εκλογίκευσης.  Για  παράδειγμα,  στην  κλασική  τους  μελέτη  Middletown, ο Robert και η Helen Λυντ βρήκαν ότι στη διάρκεια της Μεγάλης Οικονομικής  Κρίσης όλοι, εκτός από το φτωχότερο κομμάτι της εργατικής τάξης, έκαναν περικοπές στο  φαγητό και τα ρούχα προτού εγκαταλείψουν κάποιες «απαραίτητες» πολυτέλειες∙ ενώ στη  συμπεριφορά της σύγχρονης μεσαίας και ανώτερης τάξης, το πρότυπο της επίδειξης χάριν  της  επίδειξης  πιστοποιείται  πλατιά  στις  σελίδες  διαφημίσεων  οποιουδήποτε  περιοδικού.  Κανένας  δεν  εξαιρείται  από  τον  ιό  της  ανταγωνιστικής  μίμησης  και  η  συμπεριφορά  των  ληστρικών βαρβάρων του Veblen μάς βοηθά να καταλάβουμε τη δική μας, έστω και μόνο  μέσα από λογοτεχνικές διατυπώσεις.  Μένει  ακόμα  να  βγάλουμε  το  τελικό  συμπέρασμα.  Η  αντίληψη  του  ανθρώπου  ως  ενός  επιφανειακά  πολιτισμένου  βάρβαρου  δεν  εξηγεί  απλώς  την  παρουσία  μιας  αργόσχολης  τάξης και την αποδοχή της επίδειξης ως καταναλωτικού προτύπου. Δίνει επίσης μια ένδειξη  για  τη  φύση  της  ίδιας  της  κοινωνικής  συνοχής.  Οι  προγενέστεροι  οικονομολόγοι  δεν  κατάφεραν ακριβώς να εξηγήσουν τι είναι αυτό που συνέχει την κοινωνία παρά τα ισχυρά  αποκλίνοντα  συμφέροντα  των  τάξεων  που  την  απαρτίζουν.

Αν,  για  παράδειγμα,  η  άποψη  του Marx ήταν η σωστή και το προλεταριάτο ήταν ασυμφιλίωτα και διαμετρικά αντίθετο με  τους καπιταλιστές, τι εμπόδισε την επανάσταση να ξεσπάσει επί τόπου; Ο Veblen δίνει μια  απάντηση. Οι κατώτερες τάξεις δεν βρίσκονται στα μαχαίρια με τις ανώτερες: τις ενώνουν  οι άυλοι αλλά γεροί σαν ατσάλι δεσμοί των κοινών αντιλήψεων. Οι εργάτες δεν επιζητούν  να  εκτοπίσουν  τα  αφεντικά  τους,  αλλά  να  τα  μιμηθούν.  Συμμερίζονται  κι  αυτοί  τη  γενική  αντίληψη ότι η δουλειά που κάνουν είναι κατά κάποιο τρόπο λιγότερο «αξιοπρεπής» από  τη δουλειά των ανωτέρων τους και ο στόχος τους δεν είναι να ξεφορτωθούν μια ανώτερη  τάξη, αλλά να ανέλθουν σ’ αυτήν. Στη θεωρία της αργόσχολης τάξης βρίσκεται ο πυρήνας  μιας θεωρίας της κοινωνικής σταθερότητας.  Μετά από τη δημοσίευση της Αργόσχολης τάξης το 1899, ο Veblen έγινε διάσημος ‐ αν και  περισσότερο σαν σατιριστής παρά σαν οικονομολόγος. Οι ριζοσπάστες και οι διανοούμενοι  τον  λάτρευαν,  εκείνος  όμως  αντιμετώπιζε  τους  επαίνους  τους  με  περιφρόνηση. 

Οι  συνάδελφοί του οικονομολόγοι εξακολουθούσαν ν’ αναρωτιούνται αν ήταν σοσιαλιστής κι αν έπρεπε να τον πάρουν στα σοβαρά ή όχι. Δικαιολογημένα απορούσαν: στη μια πρόταση  επαινούσε τον Marx και στην αμέσως επόμενη τον επέκρινε ενώ οι πιο σοβαρές κοινωνικές  του παρατηρήσεις συχνά καλύπτονταν από ένα μανδύα διανοουμενίστικων αστεϊσμών που  μπορούσαν  να  εκληφθούν  και  σαν  μακάβριο  χιούμορ  αλλά  και  σαν  απολύτως  σοβαρές  προτάσεις.  Στο  μεταξύ,  όμως,  ο  Veblen  ετοίμαζε  ένα  δεύτερο  βιβλίο  ‐  το  δικό  του  ορισμό  του  επιχειρηματικού  συστήματος.  «Το  βιβλίο,  όπως  μου  είπαν  πολύ  αξιόπιστα  άτομα»,241  έγραψε σε μια γνωστή του, την κυρία Γκρέγκορι, «είναι ακόμα πιο “προχωρημένο” ή, όπως  μου  λένε  οι  φίλοι  μου  που  το  έχουν  διαβάσει,  άσχετο  με  το  ζήτημα.  Ο  τίτλος  του  είναι  Η  θεωρία της επιχειρηματικής πρωτοβουλίας (The Theory of Business Enterprise) ‐ ένα ζήτημα  στο οποίο είμαι ελεύθερος να θεωρητικολογήσω με όλη την ασυδοσία που προέρχεται από  την ασυλία, την απαλλαγή από τα γεγονότα».  Το  καινούργιο  βιβλίο  εκδόθηκε  το  1904.  Πιστό  στα  γεγονότα  ή  όχι,  ήταν  ακόμα  πιο  σπινθηροβόλο  κι  ακόμα  πιο  περίεργο  από  το  πρώτο  του.  Γιατί  η  άποψη  που  υποστήριζε  έμοιαζε να έρχεται σε αντίθεση με την ίδια την κοινή λογική.  Όλοι οι οικονομολόγοι από την εποχή του Adam Smith θεωρούσαν τον καπιταλιστή ως την  κινητήρια φυσιογνωμία του οικονομικού κόσμου∙ είτε ήταν για το καλύτερο ή το χειρότερο,  επικρατούσε  γενικά  η  αντίληψη  πως  ήταν  ο  κεντρικός  δημιουργός  της  οικονομικής  προόδου.  

Ο  Veblen  όμως  αντέστρεψε  αυτή  την  άποψη.  Ο  επιχειρηματίας  εξακολουθούσε  να είναι η κεντρική φιγούρα, αλλά όχι πια η κινητήρια δύναμη. Τώρα τον παρουσίαζε σαν  δολιοφθορέα του συστήματος!  Περιττό  να πούμε ότι ήταν μια πολύ  περίεργη αντίληψη για την κοινωνία  που προκάλεσε  μια  τόσο  ανατρεπτική  άποψη.  Ο  Veblen  δεν  ξεκίνησε,  όπως  ο  Ricardo,  ο  Marx  ή  οι  Βικτοριανοί,  με  τη  σύγκρουση  των  ανθρώπινων  συμφερόντων  άρχισε  από  ένα  επίπεδο  παρακάτω, από το μη ανθρώπινο υπόστρωμα της τεχνολογίας. Αυτό που τον γοήτευε ήταν  η  μηχανή.  Έβλεπε  την  κοινωνία  εξουσιασμένη  από  τη  μηχανή,  παγιδευμένη  στην  τυποποίησή  της,  συγχρονισμένη  στον  ομαλό  κύκλο  της  λειτουργίας  της,  προσαρμοσμένη  στην επιμονή της για ορθότητα και ακρίβεια. Επιπλέον, θεωρούσε ότι η ίδια η οικονομική  διαδικασία  είχε  βασικά  μηχανικό  χαρακτήρα.  Η  οικονομική  επιστήμη  σήμαινε  παραγωγή  και παραγωγή σήμαινε την εμπλοκή της κοινωνίας στα γρανάζια της μηχανής καθώς αυτή  παρήγαγε αγαθά.

 Μια τέτοια κοινωνική μηχανή χρειάζεται, φυσικά, φροντιστές ‐ τεχνικούς  και  μηχανικούς  για  να  εκτελούν  όσες  προσαρμογές  είναι  απαραίτητες  ώστε  να  εξασφαλίζεται η πιο αποδοτική συνεργασία των διάφορων εξαρτημάτων της. Ωστόσο, από  μια γενικότερη άποψη, η κοινωνία μπορεί να παρουσιαστεί καλύτερα σαν ένας γιγαντιαίος  μηχανισμός, χωρίς καθόλου φαντασία, ένας ιδιαίτερα εξειδικευμένος, καλοσυγχρονισμένος  ανθρώπινος ωρολογιακός μηχανισμός.  Ποια  είναι  όμως  η  θέση  του  επιχειρηματία  σ’  ένα  τέτοιο  σύστημα;  Ο  επιχειρηματίας  ενδιαφερόταν  να  βγάλει  χρήματα,  ενώ  η  μηχανή  και  οι  φροντιστές  της  δεν  είχαν  άλλο  σκοπό  εκτός  από  την  παραγωγή  αγαθών.  Αν  η  μηχανή  λειτουργούσε  καλά  και  όλα  της  τα  μέρη  ήταν  καλοταιριασμένα,  πού  υπήρχε  θέση  για  έναν  άνθρωπο  που  ο  μοναδικός  του  στόχος ήταν το κέρδος;  Υπό  ιδανικές  συνθήκες,  δεν  είχε  καμιά  θέση.  Η  μηχανή  δεν  ενδιαφερόταν  για  αξίες  και  κέρδη∙  παρήγαγε  αγαθά.  Ως  εκ  τούτου,  ο  επιχειρηματίας  δεν  είχε  να  επιτελέσει  καμιά  λειτουργία ‐ εκτός κι αν γινόταν μηχανικός. Σαν μέλος όμως της αργόσχολης τάξης δεν τον  ενδιέφερε η μηχανική∙ εκείνος επιζητούσε τη συσσώρευση πλούτου.

 Κι η μηχανή δεν ήτανπρογραμματισμένη να κάνει τίποτα τέτοιο. Κι έτσι ο επιχειρηματίας πετύχαινε το στόχο του,  όχι δουλεύοντας μέσα στο πλαίσιο της κοινωνικής μηχανής, αλλά συνωμοτώντας εναντίον  της!  Ο  ρόλος  του  δεν  ήταν  να  βοηθήσει  στην  παραγωγή  αγαθών,  αλλά  να  προκαλεί  μηχανικές βλάβες στην τακτική ροή της παραγωγής έτσι ώστε οι αξίες να αυξομειώνονται κι  εκείνος  να  επωφελείται  από  τη  σύγχυση  για  να  βγάζει  κέρδος.  Κι  έτσι,  πάνω  από  τη  αξιοπιστία  του  γνήσιου  παραγωγικού  μηχανισμού  του  κόσμου,  ο  επιχειρηματίας  έφτιαξε  ένα  εποικοδόμημα  πιστώσεων,  δανείων  και  εικονικών  κεφαλαιοποιήσεων.  Από  κάτω,  η  κοινωνία  δούλευε  στη  μηχανική  της  ρουτίνα∙  από  πάνω,  το  οικοδόμημα  του  χρηματοοικονομικού  συστήματος  κινιόταν  πέρα‐δώθε.  Και  καθώς  το  χρηματοοικονομικό  αντίστοιχο  του  πραγματικού  κόσμου  παρέπαιε,  οι  ευκαιρίες  για  κέρδος  συνεχώς  εμφανίζονταν,  εξαφανίζονταν,  επανεμφανίζονταν. 

 Μα  το  κόστος  γι’  αυτό  το  κυνήγι  του  κέρδους  ήταν  υψηλό∙  ήταν  η  διαρκής  διαταραχή,  ανατροπή,  ακόμα  και  σκόπιμη  παραπλάνηση των προσπαθειών της κοινωνίας να αυτοτροφοδοτηθεί.  Με  την  πρώτη  ματιά,  η  άποψη  αυτή  είναι  σκανδαλώδης.  Το  ότι  οι  επιχειρηματίες  συνωμοτούν  ενάντια  στα  συμφέροντα  της  παραγωγής  μοιάζει  χειρότερο  κι  από  αιρετικό.  Ακούγεται ηλίθιο.  Προτού όμως απορρίψουμε τη θεωρία αυτή ως προϊόν ενός παράξενα διεστραμμένου και  πικρόχολου μυαλού, ας δούμε πάλι το σκηνικό απ’ όπου ο Veblen αντλεί το θέμα του. Ας  θυμηθούμε ότι πρόκειται για την εποχή της αμερικανικής βιομηχανίας την οποία ο Μάθιου  Τζόζεφσον  αποκάλεσε  πολύ  εύστοχα  «εποχή  των  ληστρικών  βαρόνων».  Είδαμε  ήδη  παραδείγματα  της  υπεροψίας,  της  ανεξέλεγκτης  και  ανήθικης  ισχύος  που  διέθεταν  οι  τιτάνες των επιχειρήσεων σαν φύλαρχοι βαρβάρων και ξέρουμε σε τι άκρα έφτασαν για να  επιτύχουν  τους  ληστρικούς  τους  στόχους.  Ενώ  όμως  όλα  αυτά  ενισχύουν  την  άποψη  του  Veblen,  δεν  δικαιολογούν  απόλυτα  το  επιχείρημά  του  της  δολιοφθοράς.  Για  να  το  αντιληφθούμε  αυτό,  θα  πρέπει  να  εξετάσουμε  ένα  άλλο  μειονέκτημα  των  ληστρικών  βαρόνων: αυτοί οι άνθρωποι δεν ενδιαφέρονταν να παραγάγουν αγαθά. 

Σχετικα αρθρα

Οι τράπεζες στην μετα-COVID εποχή: Προκλήσεις και προοπτικές – Δρ.Α.Ανδρικόπουλος

admin

XA:«Τα αγαθά κόποις κτώνται»

admin

ΧΑ:”Ηλεκτροπληξία” και φόβος μεγάλης διόρθωσης

admin

Evergrande – Η Lehman Brothers της Κίνας;

admin

FED:Το τέλος του έξυπνου χρήματος πλησιάζει…

admin

Τι θα γίνει εαν σκάσει η «φούσκα» των ακινήτων στην Κίνα

admin

Τηλεπικοινωνίες: Οι ραγδαίες εξελίξεις και το θρίλερ της Vodafone

admin

Οι φόροι, η μεσαία τάξη και η καμπύλη Laffer

admin

Οικονομικός Covid χτυπά τις αγορές:Παγκόσμια διόρθωση προκαλούν Evergrande και οι τιμές του φυσικού αερίου

admin

Instagram: Το #1 τοξικό social media!

admin

Χ.Βλάδος:Το νέο λεφτόδεντρο του ΣΥΡΙΖΑ

admin

ΧΑ:Αντίρροπες δυνάμεις

admin