Θα μπορούσαν να θεωρηθούν από τις πιο σημαντικές εκλογές στην Ευρώπη. Αρκεί να αναλογιστούμε ότι όχι μόνο είναι εκλογές στην ισχυρότερη χώρα της ΕΕ (και αυτή της οποίας η γνώμη είναι η πιο βαρύνουσα), αλλά θα είναι και οι εκλογές που θα σηματοδοτήσουν το τέλος της «εποχής Μέρκελ», καθώς εγκαταλείπει την καγκελαρία η πολιτικός που σφράγισε την πορεία της χώρας και της ΕΕ τα τελευταία χρόνια.

Και, όμως, η αίσθηση που αποπνέουν στο εσωτερικό της χώρας είναι πολύ περισσότερο  μιας δυστοκίας ως προς τη σαφή άρθρωση μιας στρατηγικής για την επόμενη μέρα, μιας δυσκολίας να αναδειχθεί μια προσωπικότητα με κύρος ανάλογο αυτού που κατέκτησε η ίδια η Μέρκελ, και μιας ενδεχόμενης αδυναμίας να σχηματιστεί εύκολα κυβέρνηση.

Άλλωστε, η ίδια εικόνα είχε καταγραφεί εν μέρει και στις προηγούμενες εκλογές του 2017 όταν χρειάστηκε αρκετά μακρόχρονες διαπραγματεύσεις για να διαμορφωθεί ξανά μια κυβέρνηση «μεγάλου συνασπισμού» ανάμεσα στην κεντροδεξιά CDU/CSU και τους σοσιαλδημοκράτες του SPD.

Θα μπορούσε μάλιστα να πει κανείς ότι εν μέρει ευθύνη για όλα αυτά έχει και η ίδια η Άνγκελα Μέρκελ. Η Γερμανίδα καγκελάριος, μπορεί στη Ευρώπη να συνέδεσε το όνομά της με κρίσιμες επιλογές (π.χ. να αποδεχτεί το μια ευρωπαϊκή εκδοχή «ποσοτικής χαλάρωσης» ή να θεωρήσει ότι η ΕΕ είχε ευθύνη το 2015 να υποδεχτεί τους Σύριους Πρόσφυγες), όμως, κυρίως στη Γερμανία σύνδεσε το όνομά της με την διαρκή καθησυχαστική παρουσία μιας ηγέτιδας που κατά βάση δεσμευόταν ότι τα πράγματα δεν θα αλλάξουν προς το χειρότερο.

Αυτό επέτεινε μια κατάσταση στο πολιτικό σύστημα όπου τα στελέχη που αναδεικνύονταν κυρίως ήταν ικανά να διαχειρίζονται μια δεδομένη κατάσταση, όχι όμως να τη μετασχηματίζουν, να μπορούν να χειριστούν τη δημοσιότητα, να μπορούν να ανελιχθούν στο εσωτερικό των κομμάτων τους και κατά περίπτωση να μπορούν να σταθούν και στο ευρωπαϊκό επίπεδο – σε μια Ευρώπη, όμως, που εκτός από δημοσιονομικούς κανόνες έχει σταματήσει προ πολλού να παράγει στρατηγικές για το μέλλον.

Οι εκλογές μιας νέας σελίδας

Όμως ανεξάρτητα από την κατάσταση του γερμανικού πολιτικού συστήματος, η Γερμανία βρίσκεται αντικειμενικά μπροστά σε μια νέα σελίδα ή, εάν προτιμάτε, ένα αχαρτογράφητο τοπίο. Και αυτό αφορά πολύ περισσότερα επίδικα από τη διαδοχή στην καγκελαρία.

Καταρχάς, η Γερμανία έχει έρθει πια αντιμέτωπη με την κλιματική αλλαγή. Οι καταστροφικές πλημμύρες του καλοκαιρού ήρθαν να υπογραμμίσουν ότι η κλιματική κρίση είναι πολύ πιο παρούσα από όσο θέλει να φανταστεί το πολιτικό σύστημα σε μια χώρα που εξακολουθεί να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στη μεταποίηση, έχει σημαντική εξάρτηση από ορυκτά καύσιμα. Η χώρα διαθέτει διατροφικές συνήθειες (και έναν αγροδιατροφικό τομέα) όχι ακριβώς συμβατό με την προσπάθεια αποτροπής της κλιματικής καταστροφής. Οι υποδομές ολοένα και περισσότερο φθείρονται. Η γερμανική οικονομία στηρίζεται σε ένα εξαγωγικό πρότυπο που ευνοείται από τη νομισματική αρχιτεκτονική της ΕΕ όχι όμως από τα νέα ρήγματα στην παγκόσμια οικονομία. Η χώρα είναι σταθερά προσανατολισμένη προς Δύση, όμως εν μέσω «Νέου Ψυχρού Πολέμου»  αυτό δημιουργεί προβλήματα ως προς τη διατήρηση της σταθερής έμφασης σε αυξημένες οικονομικές και ενεργειακές σχέσεις με τη Ρωσία.

Επιπλέον, σε μια συγκυρία που απαιτούνται μεγάλες αλλαγές και σημαντικές επενδύσεις και κρατικές παρεμβάσεις η χώρα αναμετριέται με τις ίδιες τις δημοσιονομικές εμμονές της, βαθιά ριζωμένες σε σημαντικό μέρος του πολιτικού προσωπικού.

Οι προοπτικές των εκλογών

Όλα αυτά, έναν τεθλασμένο τρόπο αντανακλώνται και στα προγνωστικά για τις εκλογές. Οι Χριστιανοδημοκράτες κινήθηκαν σε μεγάλο βαθμό με τη «σιγουριά» ότι η CDU/CSU δεν μπορεί να χάσει τις εκλογές και την προβολή της αντίληψης ότι για άλλη μια φορά ένα σημαντικό μέρος του εκλογικού σώματος θα τους προτιμήσει. Όμως, υποτίμησαν τη συσσωρευμένη δυσαρέσκεια σε τμήματα της κοινωνίας, ενώ η επιλογή του Άρμιν Λάσετ για υποψηφίου μάλλον δεν έπεισε τους ψηφοφόρους.

Από την άλλη, οι σοσιαλδημοκράτες παρότι φαίνονταν να είναι το αουτσάιντερ των εκλογών, με δεδομένο ότι η διαδικασία συμμετοχής τους στην κυβέρνηση μετά τις εκλογές του 2017 ήταν μάλλον τραυματική. Όμως, η επιλογή του Όλαφ Σολτς φαίνεται ότι μπόρεσε να αγγίξει τη μερίδα των ψηφοφόρων που επιθυμούν μια επαρκή διαχειριστική λύση (είναι ο πιο έμπειρος σε ζητήματα ομοσπονδιακής διακυβέρνησης από τους υποψήφιους) και ταυτόχρονα την αποφυγή της διακύβευσης των στοιχείων κοινωνικού κράτους που παραμένουν ενεργά.

Οι Πράσινοι φάνηκαν στην αρχή των εκλογών να μπορούν να κάνουν την έκπληξη, όμως η Αναλένα Μπέρμποκ, που είναι υποψήφια για την καγκελαρία, δεν φάνηκε ότι μπορούσε να πείσει και σε αυτό συνετέλεσαν και διάφορα στραβοπατήματα. Ούτως ή άλλως, οι Πράσινοι, που πλέον δεν είναι το κόμμα του οικολογικού και πολιτισμικού ριζοσπαστισμού της δεκαετίας του 1980 αλλά περισσότερο ένα κόμμα της μεσαίας τάξης, δεν έχουν κατορθώσει να μετασχηματίσουν την επικείμενη κλιματική καταστροφή σε βασικό επιχείρημα για να υπερψηφιστούν.

Οι Φιλελεύθεροι-Δημοκράτες (FPD) δείχνουν ότι μπορούν να εξασφαλίσουν ένα λίγο καλύτερο ποσοστό από τις προηγούμενες εκλογές, στοιχείο που θα ενισχύσει τη διαπραγματευτική ισχύ ενός κόμματος που έχει μακρά παράδοση εκλογικών συνεργασιών. Η ακροδεξιά «Εναλλακτική για τη Γερμανία» από την άλλη, παραμένει στα ίδια περίπου ποσοστά (οι δημοσκοπήσεις δίνουν μια μικρή υποχώρηση) και ούτως ή άλλως δεν περιλαμβάνεται σε καμιά εκδοχή κυβερνητικού συνασπισμού.

Η Αριστερά (Die Linke) δείχνει να κινείται σε χαμηλότερα επίπεδα από τις προηγούμενες εκλογές, στοιχείο που αντανακλά και τη δυσκολία να μπορέσει να διαμορφώσει μια ευρύτερη δυναμική πέρα από το σταθερό της κοινό, αλλά και το γεγονός ότι η συγκυρία της πανδημίας δεν επέτρεψε το ξεδίπλωμα μεγάλων κινημάτων.

Τα εκλογικά σενάρια

Το μόνο σίγουρο για τις εκλογές είναι ότι η επόμενη κυβέρνηση θα είναι κυβέρνηση συνασπισμού. Αυτό εξηγεί και τη συζήτηση για το ποιος συνασπισμός θα μπορέσει να διαμορφωθεί και ποια εσωτερικά εμπόδια θα πρέπει να ξεπεράσει.

Η Γερμανική παράδοση για τους εκλογικούς συνασπισμούς είναι να περιγράφονται με τα χρώματα των κομμάτων: Μαύρο για τους χριστιανοδημοκράτες, κόκκινο για τους σοσιαλδημοκράτες, πράσινο για τους Πράσινους, κίτρινο για τους Φιλελεύθερους Δημοκράτες και κόκκινο για την Αριστερά. Και συχνά ονομάζονται με βάση τη χώρα στη σημαία της οποίας υπάρχουν τα αντίστοιχα κόμματα.

Συνασπισμός «φωτεινός σηματοδότης»: SPD, Πράσινοι, FDP

Αυτός είναι ένας συνασπισμός που αριθμητικά υποστηρίζεται και πατάει και πάνω στη διαφαινόμενη πρωτιά των Σοσιαλδημοκρατών. Όμως, στο εσωτερικό του θα έχει μια αντίθεση: οι Σοσιαλδημοκράτες και οι Πράσινοι είναι γενικά υπέρ πιο χαλαρών προϋπολογισμών και μεγαλύτερων επενδύσεων, ιδίως σε σχέση με την κλιματική αλλαγή, ενώ οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες είναι το κατεξοχήν κόμμα της δημοσιονομικής πειθαρχίας αυτό θα μπορούσε να προκαλέσει προστριβές.

Συνασπισμός «Τζαμάικα»: CDU/CSU, Πράσινοι, FDP

Ο συνασπισμός αυτός έγινε προσπάθεια να δοκιμαστεί και μετά τις προηγούμενες εκλογές, καθώς οι σοσιαλδημοκράτες προτιμούσαν να μείνουν στην αντιπολίτευση και να ανασυγκροτηθούν.

Η CDU/CSU και οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες θα μπορούσαν να συμφωνήσουν στον δημοσιονομικό συντηρητισμό και στην τήρηση των κανόνων σε σχέση με το χρέος και τον πληθωρισμό. Όμως, οι Πράσινοι επιμένουν στην ανάγκη για μεγάλες επενδύσεις σε σχέση με την Πράσινη Μετάβαση και είναι ένα ζήτημα εάν θα μπορέσει να βρεθεί σημείο ισορροπίας.

Συνασπισμός «Γερμανία»: CDU/CSU, SPD, FDP

Ουσιαστικά μια εκδοχή «μεγάλου συνασπισμού», προφανώς με καγκελάριο σοσιαλδημοκράτη, εάν είναι το πρώτο κόμμα. Συνασπισμός από κόμματα με εμπειρία στη συμμετοχή στη διακυβέρνηση, αλλά και εσωτερικές εντάσεις. Η βασικότερη σύγκρουση θα είναι ως προς την οικονομική πολιτική, καθώς οι δεσμεύσεις της SPD για αυξήσεις στους κατώτατους μισθούς και τις συντάξεις θα συγκρουστούν με την επιμονή στον δημοσιονομικό συντηρητισμό των άλλων δύο κομμάτων.

Συνασπισμός «Κένυα»: CDU/CSU, SPD, Πράσινοι

Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια άλλη παραλλαγή «μεγάλου συνασπισμού». Ωστόσο, ακόμη και εάν ξεπεραστούν τα ζητήματα που αφορούν τη δημοσιονομική πολιτική, θα έχουμε να κάνουμε με έναν συνδυασμό κομμάτων που δεν θα απέχουν πάρα πολύ την εκλογική δύναμη. Αυτό θα δημιουργεί τη διαρκή ένταση ως προς την εσωτερική «ιεραρχία» της κυβέρνησης και αυτό θα μπορούσε να δημιουργήσει προβλήματα

Κοκκινοκοκκινοπράσινος συνασπισμός: SPD, Πράσινοι, Die Linke

Ο συνασπισμός αυτός θα μπορούσε να αναλογεί σε εκλογικά αποτελέσματα, ενώ υπάρχουν και κάποια συνεκτικά στοιχεία όπως είναι η στήριξη στο κοινωνικό κράτος και η Πράσινη Μετάβαση. Επιπλέον, σε επίπεδο ομοσπονδιακών κρατιδίων αυτός ο συνδυασμός κομμάτων έχει δοκιμαστεί σε διάφορες περιπτώσεις.

Όμως, στο ομοσπονδιακό επίπεδο τα πράγματα είναι διαφορετικά. Δεν είναι τόσο ο κίνδυνος η χώρα να κινηθεί σε «αντιευρωπαϊκή κατεύθυνση» όπως υποστήριξε ο Λάσετ πρόσφατα, όσο το γεγονός ότι η Die Linke είναι ένα κόμμα που θεωρείται «δομικά» εκτός οποιασδήποτε εκδοχής κεντρικής διακυβέρνησης (στο βαθμό που αποτελεί και συνέχεια του κυβερνώντος κόμματος στην πάλαι ποτέ Ανατολική Γερμανία). Ας μην ξεχνάμε ότι τμήματά του εξακολουθούν ακόμη να παρακολουθούνται από το Ομοσπονδιακό Γραφείο για την Προστασία του Πολιτεύματος (BfV) ως ύποπτα «εξτρεμιστική δράσης».

-