Ηταν το μεσημέρι της Τετάρτης 15 Σεπτεμβρίου, στη διάρκεια σύσκεψης που είχε ο γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν με τους υπουργούς Αμυνας Φλοράνς Παρλί και Εξωτερικών Ζαν Ιβ Λεντριάν. Την ώρα που ο Μακρόν ενημερωνόταν ότι ο αυστραλός πρωθυπουργός Σκοτ Μόρισον ήθελε επειγόντως να του μιλήσει, οι δύο υπουργοί λάμβαναν μηνύματα ότι θέλουν να τους μιλήσουν, επίσης επειγόντως, οι αυστραλοί ομόλογοί τους.

Οπως περιγράφει παριστάμενος, οι τρεις τους κοιτάχθηκαν με νόημα – κατάλαβαν αμέσως ότι κινδυνεύει η συμφωνία για την πώληση υποβρυχίων στους Αυστραλούς, το μεγαλύτερο αμυντικό συμβόλαιο που είχε κλείσει το Παρίσι, ύψους πολλών δισεκατομμυρίων.

Λίγες ώρες αργότερα, ο Μόρισον, ο Τζο Μπάιντεν και ο Μπόρις Τζόνσον ανακοίνωναν τη συμφωνία AUΚUS για την πώληση πυρηνοκίνητων υποβρυχίων στην Αυστραλία.

«Αυτή η μονομερής, απρόβλεπτη απόφαση μοιάζει με κάτι που θα έκανε ο Τραμπ» σχολίασε την επόμενη ημέρα, αφήνοντας στην άκρη και τις τελευταίες ρανίδες διπλωματίας, ο Λεντριάν που είχε επιβλέψει τη συμφωνία πώλησης των υποβρυχίων ως υπουργός Αμυνας το 2016.

«Δεν γίνονται αυτά μεταξύ συμμάχων». Η οργή φούντωνε καθώς οι Γάλλοι προσπαθούσαν να καταλάβουν τι είχε γίνει και υποπτεύονταν ότι Αυστραλοί και Αμερικανοί τούς παραπλανούσαν επί εβδομάδες.

Αν και κάποιοι περιγράφουν πως υπήρχαν αντικρουόμενες φήμες για τις ανάγκες της Αυστραλίας και τις στρατηγικές επιλογές της. Ποτέ όμως δεν έφθασαν να φανταστούν ότι υπήρχε «σχέδιο Β», δηλαδή διαπραγμάτευση για αγορά από τις ΗΠΑ πυρηνοκίνητων υποβρυχίων.

Η πιθανότητα μιας άλλης επιλογής δεν συζητήθηκε καν κατά την επίσκεψη στο Παρίσι των υπουργών Εξωτερικών και Αμυνας της Αυστραλίας στις 30 Αυγούστου, παρότι οι Γάλλοι είχαν ήδη καθυστερήσει τις παραδόσεις που είχαν συμφωνηθεί.

Ο τρόπος με τον οποίο οι Γάλλοι πληροφορήθηκαν τη συμφωνία, εγείρει ερωτήματα μεταξύ των αναλυτών για τον γαλλικό «τρίτο δρόμο», σχολιάζει η εφημερίδα Le Monde.

Σε έναν κόσμο με μεγάλη πόλωση μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ, το Παρίσι εδώ και καιρό υπερασπίζεται την ανεξαρτησία του – πολιτική, οικονομική και στρατηγική – ιδιαίτερα μέσω της πυρηνικής αποτροπής, η οποία εν μέρει χρηματοδοτείται από την εξαγωγή όπλων.

Το συμβόλαιο με τους Αυστραλούς για τα υποβρύχια ήταν κομμάτι αυτής της φιλοδοξίας, με την αναζήτηση μιας συμμαχικής χώρας ικανής να υπερασπίζεται πιο μετριοπαθείς θέσεις μέσα στο παιχνίδι των μεγάλων δυνάμεων, ιδιαίτερα στην περιοχή του Ειρηνικού Ωκεανού.

Μια περιοχή όπου η Γαλλία πρέπει να προστατεύσει, παρά την απόσταση, περισσότερα από 9 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης, γύρω από την Νέα Καληδονία και την Ταϊτή. E

ναν τρίτο δρόμο, τον οποίο ξεκάθαρα απορρίπτουν οι Αμερικανοί και οι Αυστραλοί, που επιθυμούν μια πιο σκληρή στάση απέναντι στο Πεκίνο.

Πού χάθηκαν οι μυστικές υπηρεσίες;

Στην Ευρώπη μια από τις μεγάλες συζητήσεις αυτή τη στιγμή είναι: Γιατί οι γαλλικές μυστικές υπηρεσίες δεν μπόρεσαν να εντοπίσουν τις διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στην AUΚUS;

Ετοιμάζεται ήδη κοινοβουλευτική επιτροπή για να διερευνήσει το θέμα. Είναι δυνατόν στην εποχή του «καπιταλισμού της παρακολούθησης» μία τόσο μεγάλη κινητοποίηση να έχει περάσει απαρατήρητη; Ακόμα κι αν δεν την εντόπισαν οι Γάλλοι, δεν την εντόπισε και κανένας άλλος εταίρος της Γαλλίας στην ΕΕ, ώστε να ενημερώσει το Παρίσι; Ή μήπως κάποιοι ήξεραν αλλά επέλεξαν να μην ενημερώσουν τον Μακρόν, λόγω εσωτερικών αντιπαραθέσεων στην Ενωση και ενόψει των γαλλικών προεδρικών εκλογών τον ερχόμενο μήνα;

Μπορεί Αμερικανοί, Βρετανοί και Αυστραλοί να έκαναν συναντήσεις σε πολύ μικρές ομάδες για να μη δώσουν στόχο, επικαλούμενοι άλλες δικαιολογίες για τις συζητήσεις τους, όμως οι αναλυτές θεωρούν αδύνατο να μη γνώριζαν για τη συνθήκη εκ των προτέρων κάποιες χώρες της ΕΕ, μέσω των μυστικών τους υπηρεσιών. Η σιωπή γεννά πολλά ερωτηματικά και υπόγεια ρήγματα στην Ενωση.

Για άλλη μια φορά η Ευρώπη βλέπει τις κρίσεις να περνούν, χωρίς να μπορεί ούτε να τις προλάβει, αλλά ούτε και να τις αντιμετωπίσει αποτελεσματικά.

Εναν μήνα μετά το φιάσκο της βιαστικής και ανοργάνωτης απόσυρσης των αμερικανικών στρατευμάτων από το Αφγανιστάν, για την οποία δεν είχαν ενημερωθεί, οι Ευρωπαίοι αισθάνθηκαν πάλι την κυβέρνηση Μπάιντεν να τους κοροϊδεύει.

Πολλαπλοί αποδέκτες

Μήπως τελικά η κίνηση αυτή των ΗΠΑ είχε και άλλον αποδέκτη στην Ευρώπη;

Δεν είναι λίγοι οι ευρωπαίοι διπλωμάτες που το πιστεύουν. Ουσιαστικά θεωρούν ότι οι Αγγλοσάξονες ήθελαν να στείλουν μήνυμα στη μετεκλογική Γερμανία ότι «πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη τις ανησυχίες των ΗΠΑ για την Κίνα και ότι πρέπει να σταματήσουν τα παιχνίδια με την Κίνα», σχολίασε ευρωπαίος αξιωματούχος.

Σύμφωνα με αυτόν, οι Αμερικανοί θεωρούν ότι Γάλλοι και Γερμανοί ήταν αυτοί που πρώτοι κάρφωσαν πισώπλατα τον Μπάιντεν πριν ακόμη αναλάβει την προεδρία, υπογράφοντας επενδυτική συμφωνία ΕΕ – Κίνας.

Οι δύο πλευρές συμφώνησαν επί της αρχής στις 30 Δεκεμβρίου του 2020 (δηλαδή λίγο πριν από την ορκωμοσία του Μπάιντεν), σε μια επενδυτική συμφωνία που έδωσε στις ευρωπαϊκές εταιρείες μεγαλύτερη πρόσβαση στις κινεζικές αγορές.

Στις Βρυξέλλες ήταν γνωστό ότι το Βερολίνο άσκησε σφοδρές πιέσεις στη Γαλλία να ανάψει το πράσινο φως για τη συμφωνία. Φημολογείται επίσης ότι οι υπόλοιπες χώρες της ΕΕ ενημερώθηκαν την τελευταία στιγμή.

Τότε, η αντίδραση της Ουάσιγκτον ήταν έντονη, καθώς η ευρωπαϊκή συμφωνία με την Κίνα ήρθε λίγες ημέρες αφότου ο Μπάιντεν πρότεινε έναν διατλαντικό διάλογο με θέμα «τη στρατηγική πρόκληση που θέτει η αυξανόμενη διεθνής επιθετικότητα της Κίνας».

Αυτή τη στιγμή μάλιστα στις Βρυξέλλες συζητείται ότι η Γερμανία ασκεί παρασκηνιακά μεγάλες πιέσεις προκειμένου να μη διαταραχθούν οι σχέσεις με το Πεκίνο, ύστερα από τη συμφωνία AUKUS, φοβούμενη ότι η ΕΕ μπορεί να παρασυρθεί σε συγκρουσιακή σχέση με το Πεκίνο.

«Λιγότερο προβλέψιμες ΗΠΑ»

Η γαλλική (και ευρωπαϊκή) αγωνία γίνεται ακόμα μεγαλύτερη καθώς το Παρίσι βλέπει το Λονδίνο να τα πηγαίνει καλά. Μετά το Brexit, το Παρίσι θεωρούσε τις βρετανικές φιλοδοξίες όσον αφορά την περιοχή του Ειρηνικού ψευδαισθήσεις. Τώρα, η συμφωνία AUKUS δίνει στη Βρετανία το προβάδισμα.

Και ο Λεντριάν κάνει λόγο για τον «συνήθη οπορτουνισμό» των Βρετανών και για το ότι είναι «η πέμπτη ρόδα», δηλαδή η ρεζέρβα, σε αυτή τη συμφωνία.

Πρόκειται, άραγε, για το τέλος μιας εποχής;

Οι γαλλικές Αρχές δείχνουν να μη θέλουν να αναγνωρίσουν την ήττα. Και επιμένουν ότι άλλες συνεργασίες, που συνοδεύονται από μεγάλα στρατιωτικά συμβόλαια, ισχύουν. Οπως αυτό για την πώληση μαχητικών Rafale στην Ινδία.

Αρκετοί παρατηρητές, όπως ο Ελί Τενενμπόμ, διευθυντής του Κέντρου Μελετών για την Ασφάλεια του γαλλικού ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων (IFRI), δεν αποκλείει η κατάσταση να εξελιχθεί σε ντόμινο, ιδιαίτερα στην Ευρώπη.

Ολα τα μάτια είναι στραμμένα στη Γερμανία, πυλώνα, μαζί με τη Γαλλία, του ευρωπαϊκού εγχειρήματος, αλλά ιστορικά πιο συντονισμένο με τα αμερικανικά συμφέροντα, ιδιαίτερα στον τομέα της άμυνας.

Κάποιοι φτάνουν τόσο μακριά ώστε φοβούνται ότι το αυστραλιανό σενάριο μπορεί να επαναληφθεί στο ευρωπαϊκό σχέδιο για το Μελλοντικό Αεροπορικό Σύστημα Μάχης (SCAF), γνωστό και ως μαχητικό 6ης γενιάς.

Η Γερμανία και η Γαλλία συνεργάζονται από το 2017 και στο σχέδιο μπήκε το 2019 η Ισπανία, όμως προχωρά αργά. Και το προηγούμενο της Αυστραλίας προκαλεί αβεβαιότητα.

Ανησυχίες υπάρχουν επίσης για την, ακόμα σε εμβρυϊκό στάδιο, δυνατότητα ανάπτυξης μιας πραγματικής ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας, την οποία στηρίζει το Παρίσι, προκειμένου να προστατευθούν τα συμφέροντα της ηπείρου, χωρίς όμως να υπολογίζουν στην Ουάσιγκτον.

Μετά το φιάσκο του Αφγανιστάν, ο Εμανουέλ Μακρόν και η Ανγκελα Μέρκελ αναφέρθηκαν ξανά στο θέμα το βράδυ της Πέμπτης 16 Σεπτεμβρίου, κατά τη διάρκεια ενός δείπνου εργασίας – μοιράστηκαν την ίδια παρατήρηση ότι «οι Ηνωμένες Πολιτείες έγιναν λιγότερο προβλέψιμες για τους Ευρωπαίους και συγκλίνουν στην ανάγκη ενίσχυσης της ευρωπαϊκής κυριαρχίας».

-