Image default
Must Read Ανάλυση Πρώτο Θέμα

Οι αιρετικές απόψεις του JOHN MAYNARD KEYNES

Λίγα  χρόνια  πριν  απ’  το  θάνατό  του,  ο  Thorstein  Veblen  έκανε  κάτι  που  δεν  ταίριαζε  καθόλου στο χαρακτήρα του: έπαιξε στο χρηματιστήριο. Κάποιος φίλος του τού υπέδειξε τις  μετοχές  μιας  εταιρίας  πετρελαίων  και  ο  Veblen,  έχοντας  κατά  νου  τα  οικονομικά  προβλήματα  των  γερατειών,  αποφάσισε  να  ρισκάρει  μέρος  από  τις  οικονομίες  του.  Στην  αρχή  η  επένδυση  τού  απέφερε  κάποια  κέρδη,  αλλά  η  κακοτυχία  του  δεν  έπαψε  να  τον  κατατρύχει:  μόλις  οι  μετοχές  που  είχε  αγοράσει  άρχισαν  να  παίρνουν  τα  πάνω  τους,  η  εταιρία  βρέθηκε  μπλεγμένη  σε  οικονομικά  σκάνδαλα  του  κλάδου  των  πετρελαίων.  Στο  τέλος, η επένδυσή του έχασε κάθε αξία.

  Το  γεγονός  αυτό,  από  μόνο  του,  δεν  έχει  καμιά  ιδιαίτερη  σημασία  πέραν  του  ότι  αποκαλύπτει  άλλη  μια  μικρή  αδυναμία  του  Veblen.  Όμως,  αν  το  δούμε  από  διαφορετικό  πρίσμα, αυτό το πάθημά του είναι, κατά περίεργο τρόπο, αποκαλυπτικό. Ο ίδιος ο Veblen  δεν  άντεξε  στον  πειρασμό  που  παρέσυρε  όλη  την  Αμερική.  Όταν  ο  πιο  δύσπιστος  παρατηρητής αυτού του φαινομένου μπήκε στον πειρασμό να δοκιμάσει το μαγικό φίλτρο,  είναι να απορεί κανείς που ολόκληρη η χώρα είχε μεθύσει με το ελιξίριο της ευημερίας;  

Βέβαια, οι ενδείξεις της ευημερίας ήταν παντού εμφανείς. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920,  η Αμερική απασχολούσε  45 εκατομμύρια από τους κατοίκους της, στους οποίους μοίραζε  κάπου  77  δισεκατομμύρια  δολάρια  σε  μισθούς,  γαιοπροσόδους,  κέρδη  και  τόκους  ‐  έναν  πακτωλό εισοδημάτων που όμοιό του δεν είχε ξαναδεί ο κόσμος. Όταν ο πρόεδρος Herbert  Hoover δήλωνε με απόλυτη ειλικρίνεια: «Σύντομα, με τη βοήθεια του Θεού, θα μπορούμε  να ατενίσουμε την ημέρα που θα έχουμε εξοστρακίσει τη φτώχεια από το έθνος μας», ίσως  έδειχνε  πόσο  κοντόφθαλμος  ήταν  ‐και  ποιος  δεν  ήταν  άλλωστε;‐  αλλά  στήριζε  την  πεποίθησή  του  στο  αδιαμφισβήτητο  γεγονός  ότι  η  μέση  αμερικανική  οικογένεια  ζούσε  καλύτερα, τρεφόταν καλύτερα, ντυνόταν καλύτερα και απολάμβανε  περισσότερες από τις  ανέσεις  της  ζωής  σε  σύγκριση  με  κάθε  άλλη  μέση  οικογένεια  μέχρι  τότε  στην  παγκόσμια  ιστορία.  

Το έθνος είχε αποκτήσει ένα νέο όραμα, ένα όραμα που ενέπνεε πολύ περισσότερο από τα  τυχοδιωκτικά  ιδεώδη  των  ληστρικών  βαρόνων.  Ο  τότε  πρόεδρος  του  Δημοκρατικού  Κόμματος  John  Τζ.  Ράσκομπ  διατύπωσε  αυτό  το  όραμα  με  σαφήνεια  στον  τίτλο  ενός  άρθρου  που  έγραψε  για  το  περιοδικό  Ladies’  Home  Journal:  «Όλοι  θα  πρέπει  να  γίνουν  πλούσιοι».  Όπως  έγραφε  στο  άρθρο,  «αν  κάποιος  αποταμιεύει  $15  την  εβδομάδα  και  τα  επενδύει σε καλές κοινές μετοχές, μετά από είκοσι χρόνια θα έχει τουλάχιστον $80.000 και  εισόδημα από επενδύσεις περίπου $400 το μήνα. Θα είναι πλούσιος.»257  Αυτές οι απλές αριθμητικές πράξεις προϋπέθεταν ότι αυτός ο αποταμιευτής θα συνέχιζε να  επανεπενδύει τα μερίσματά του, που υπολογίζονταν περίπου σε 6% ετησίως. Υπήρχε όμως  ένας  ακόμα  πιο  ελκυστικός  δρόμος  προς  τα  πλούτη.  

Αν  κάποιος  που  ασπαζόταν  τη  φόρμουλα  του  Ράσκομπ  ξόδευε  τα  μερίσματά  του  και,  απλώς,  άφηνε  να  αυξηθούν  τα  χρήματά  του  με  το  ρυθμό  αύξησης  της  αξίας  των  μετοχών,  θα  πετύχαινε  το  σκοπό  του  εξίσου γρήγορα και λιγότερο επώδυνα. Έστω ότι το 1921 αγόραζε μετοχές αξίας $780, με τα  λεφτά δηλαδή που θα είχε μαζέψει αν αποταμίευε $15 κάθε εβδομάδα. Το 1922 οι μετοχές  του θα άξιζαν $1092. Αν κάθε έτος πρόσθετε άλλα $780, η αξία των μετοχών του θα έφτανε  τα  $4.800  το  1925,  τα  $6.900  ένα  χρόνο  αργότερα,  τα  $8.800  το  1927  και  το  εκπληκτικό  ποσό των $16.000 το 1928. Απίστευτο, έτσι; Το Μάιο του 1929 η περιουσία του από μετοχές  θα ξεπερνούσε τα $21.000 (ή περίπου $210.000 σε τιμές της δεκαετίας του 1980). 

Και όταν  η άνοδος των τιμών του χρηματιστηρίου (the Great Bull Market) συνεχιζόταν αδιάκοπα για  σχεδόν  μισή  γενιά,  πώς  να  ψέξεις  όλους  αυτούς  που  πίστευαν  ότι  αυτός  ήταν  ο  εύκολος δρόμος  προς  την  ευημερία;  Όλοι,  από  τον  απλό  κουρέα  ως  τον  παπουτσή  κι  από  τον  επιχειρηματία  ως  τον  τραπεζίτη,  όλοι  έπαιζαν  στο  χρηματιστήριο  κι  όλοι  έβγαιναν  κερδισμένοι και η μοναδική απορία στο μυαλό των περισσότερων ανθρώπων ήταν πώς δεν  το είχαν σκεφτεί νωρίτερα.  Δεν  είναι  ανάγκη  να  μακρηγορήσουμε  σε  σχέση  με  το  τι  επακολούθησε  όταν  εκείνη  την  αποφράδα  τελευταία  εβδομάδα  του  Οκτωβρίου  1929  κατέρρευσε  το  χρηματιστήριο.  

Οι  χρηματιστές που συναλλάσσονταν στην αίθουσα του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης θα  πρέπει  να  ένιωσαν  σαν  να  τους  παρέσυρε  ο  καταρράκτης  του  Νιαγάρα,  καθώς  κατακλύζονταν από εντολές για πωλήσεις μετοχών που δεν μπορούσαν να εκτελεστούν. Απ’  την  εξάντληση  οι  χρηματιστές  έβαζαν  τα  κλάματα  κι  έσκιζαν  τα  κολάρα  τους.  Παρακολουθούσαν, ανήμποροι να επέμβουν, καθώς τεράστιες περιουσίες εξανεμίζονταν εν  ριπή  οφθαλμού.  Βράχνιαζαν  προσπαθώντας  μάταια  να  τραβήξουν  την  προσοχή  κάποιου  αγοραστή. Αποκαλυπτικά είναι τα ανέκδοτα που κυκλοφορούσαν τότε: έλεγαν ότι για κάθε  μετοχή  Goldman  Sachs  έπαιρνες  δώρο  και  ένα  περίστροφο  ενώ,  αν  πήγαινες  να  κλείσεις  δωμάτιο σε κάποιο ξενοδοχείο, ο υπάλληλος σε ρωτούσε: «Το θέλετε για να μείνετε ή για  να πέσετε;»  

Όταν  κατακάθισε  η  σκόνη,  τα  ερείπια  ήταν  ένα  φοβερό  θέαμα.  Μέσα  σε  δύο  μήνες  παραφροσύνης,  το  χρηματιστήριο  έχασε  όλο  το  έδαφος  που  είχε  κερδίσει  μέσα  σε  δύο  χρόνια  ξέφρενης  ανόδου.  Αξίες  40  δισεκατομμυρίων  δολαρίων  εξανεμίστηκαν.  Στο  τέλος  μιας τριετίας (το 1932) τα $21.000 του επενδυτή μας είχαν χάσει το 80% της αξίας τους. Η  αρχική  του  επένδυση  των  $7.000  μόλις  άξιζε  $4.000.  Και  το  όραμα  που  ήθελε  κάθε  Αμερικανό να γίνεται ένας πλούσιος Αμερικανός αποδείχτηκε ότι ήταν μια χίμαιρα.  Εκ  των  υστέρων,  αντιλαμβανόμαστε  ότι  αυτή  η  εξέλιξη  ήταν  αναπόφευκτη.  Το  χρηματιστήριο  είχε  αναπτυχθεί  πάνω  σε  ένα  σαθρό  οικοδόμημα  από  δάνεια  και  τα  όρια  αντοχής του δεν ήταν απεριόριστα. Ακόμη περισσότερο, ολόκληρο το θαύμα της ευημερίας  είχε  στηριχτεί  πάνω  σε  σαθρά  θεμέλια. 

 Η  συνταγή  του  Ράσκομπ  για  εύκολο  πλουτισμό  μπορεί  να  ήταν  ακριβής  στα  πλαίσια  της  αριθμητικής,  αλλά  δεν  απαντούσε  στο  ερώτημα  πώς  θα  μπορούσε  κάποιος  να  εξοικονομεί  $15  την  εβδομάδα,  όταν  η  μέση  εβδομαδιαία  αμοιβή δεν ξεπερνούσε τα $30.  Ο πακτωλός του εθνικού εισοδήματος ήταν, χωρίς αμφιβολία, εντυπωσιακός στο συνολικό  όγκο του αλλά, αν παρακολουθούσε κάποιος την πορεία του και τα εκατομμύρια μικρούς  παραποτάμους του, θα αντιλαμβανόταν ότι η χώρα ωφελούνταν με πολύ άνισο τρόπο απ’  τη ροή του. Κάπου 24.000 οικογένειες στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας αποκόμιζαν  τριπλάσιο  εισόδημα  από  τα  6  εκατομμύρια  οικογένειες  στη  βάση  της  πυραμίδας,  ενώ  το  μέσο εισόδημα των τυχερών οικογενειών στην κορυφή ήταν 630 φορές μεγαλύτερο από το  εισόδημα των οικογενειών στη βάση. Κι αυτό δεν ήταν το μοναδικό πρόβλημα. Ξεχασμένοι  στο  περιθώριο  του  ενθουσιασμού  για  την  απεριόριστη  ευημερία,  βρίσκονταν  δύο  εκατομμύρια πολίτες χωρίς δουλειά ενώ, κρυμμένες πίσω από την κλασική μαρμάρινη τους  πρόσοψη, οι τράπεζες χρεοκοπούσαν με ρυθμό δύο την ημέρα επί έξι έτη πριν από το κραχ.  Ούτε  πρέπει  να  ξεχνούμε  ότι  ο  μέσος  Αμερικανός  χρησιμοποιούσε  την  ευημερία  του  με  αυτοκαταστροφικό τρόπο: είχε πάρει του κόσμου τα δάνεια, είχε εκτεθεί επικίνδυνα με το  δέλεαρ  των  αγορών  με  δόσεις,  και  είχε  σφραγίσει  τη  μοίρα  του  με  την  αφειδή  αγορά  μετοχών ‐κάπου 300 εκατομμύρια μετοχές‐ που αποκτούσε όχι με δικά του λεφτά, αλλά με  δανεικά.  

Η  τραγική  εξέλιξη  μπορεί  να  ήταν  αναπόφευκτη,  αλλά  όχι  και  προβλέψιμη.  Σπάνια  περνούσε μέρα χωρίς να βγει κάποια προσωπικότητα των ημερών και να διαβεβαιώσει το έθνος  για  την  ευρωστία  του.  Ανάμεσα  τους  ήταν  και  διαπρεπείς  οικονομολόγοι,  όπως  ο  Ίρβινγκ  Φίσερ  του  Πανεπιστημίου  Γέιλ,  τον  όποιο  οι  επιφανειακές  ενδείξεις  ευημερίας  κατάφεραν  να  αποκοιμίσουν  σε  σημείο  που  να  δηλώσει  ότι  η  χώρα  βάδιζε  πάνω  σ’  ένα  «σταθερά  υψηλό  επίπεδο»  ‐  ένα  σχήμα  λόγου  που  αποδείχτηκε  μακάβριο  αν  ληφθεί  υπόψη ότι ακριβώς μία εβδομάδα αργότερα οι μετοχές άρχισαν να κατακρημνίζονται από  την άκρη του υψιπέδου.  

Πάντως,  όσο  δραματική  κι  αν  ήταν  η  ξέφρενη  πτώση  του  χρηματιστηρίου,  δεν  ήταν  αυτή  που  υπονόμευσε  περισσότερο  την  πίστη  μιας  ολόκληρης  γενιάς  γαλουχημένης  με  την  πεποίθηση  της  αδιάκοπης  ευημερίας.  Περισσότερο  έφταιξαν  όλα  όσα  συνέβησαν  στην  καθημερινή  ζωή.  Αρκούν  μερικά  παραδείγματα  από  τα  γεγονότα  εκείνων  των  ζοφερών  χρόνων. Στο Μάντσι της Indiana ‐την πόλη που είχε επιλεγεί ως η αντιπροσωπευτική μέση  πόλη‐  ο  ένας  στους  τέσσερις  βιομηχανικούς  εργάτες  είχε  χάσει  τη  δουλειά  του  μέχρι  το  τέλος του 1930. Στο Chicago, οι περισσότερες εργάτριες έβγαζαν λιγότερο από 25 σεντς την  ώρα, και η μια στις τέσσερις λιγότερο από  10 σεντς. Μόνο στην  περιοχή Bowery της New  York, δύο χιλιάδες άνεργοι συνωστίζονταν καθημερινά στις ουρές για δωρεάν συσσίτιο. 

Στο  σύνολο  της  χώρας  η  ανέγερση  κατοικιών  μειώθηκε  κατά  95%.  Εννιά  εκατομμύρια  λογαριασμοί  αποταμιεύσεων  μηδενίστηκαν.  85.000  επιχειρήσεις  κήρυξαν  πτώχευση.  Στο  σύνολο  της  οικονομίας  οι  μισθοί  μειώθηκαν  κατά  40%,  τα  μερίσματα  κατά  56%  και  τα  ημερομίσθια κατά 60%.  Το  χειρότερο  απ’  όλα,  η  πιο  αποθαρρυντική  διάσταση  της  Μεγάλης  Οικονομικής  Κρίσης  (the Great Depression), ήταν ότι δεν φαινόταν να έχει τέλος, η ανάκαμψη δεν ήταν ορατή.  Το  1930,  ο  κόσμος  σφύριζε  παλικαρίσια  το  Happy  Days  Are  Here  Again  (Ξανάρθαν  ευτυχισμένες μέρες) αλλά το Εθνικό Εισόδημα κατρακύλησε από τα 87 στα 75 δισ. δολάρια.  Το 1931 η χώρα τραγουδούσε το I’ve Got Five Dollars (Έχω πέντε δολάρια) την ίδια ώρα που  το εθνικό εισόδημα κατακρημνιζόταν στα 59 δισ. δολάρια. Το 1932 το τραγούδι ήταν πια το  εντελώς  απαισιόδοξο  Brother,  Can  You  Spare  a  Dime?  (Αδελφέ,  σου  περισσεύει  μια  δεκάρα;) με το εθνικό εισόδημα να έχει μειωθεί στο πενιχρό ποσό των 42 δισ. δολαρίων.  

Όταν  έφτασε  το  1933,  η  χώρα  είχε  πια  γονατίσει.  Το  εθνικό  εισόδημα  ήταν  μόλις  39  δισ.  δολάρια.  Πάνω  από  το  μισό  του  εθνικού  πλούτου  που  υπήρχε  τέσσερα  χρόνια  πριν  είχε  αφανιστεί  και  το  μέσο  βιοτικό  επίπεδο  βρισκόταν  εκεί  που  ήταν  είκοσι  χρόνια  πριν.  Στις  γωνιές  των  δρόμων,  στα  άσυλα,  στις  τενεκεδουπόλεις,  14  εκατομμύρια  άνεργοι  κάθονταν  με  τα  χέρια  σταυρωμένα.  Η  εντύπωση  που  επικρατούσε  ήταν  ότι  στην  Αμερική  το  περήφανο πνεύμα της ελπίδας είχε για τα καλά συντριβεί.  Το  πιο  ανυπόφορο  απ’  όλα  ήταν  η  ανεργία.  Τα  εκατομμύρια  των  ανέργων  ήταν  σαν  ένας  θρόμβος στη ζωτική κυκλοφορία του έθνους. Η παρουσία τους, που κανένας δεν μπορούσε  να  αγνοήσει,  ήταν  το  πιο  καταλυτικό  επιχείρημα  ότι  κάτι  στραβό  υπήρχε  στο  σύστημα.  

Ωστόσο,  οι  οικονομολόγοι  σήκωναν  τα  χέρια  ψηλά  και  έσπαζαν  το  κεφάλι  τους  καλώντας  σε  βοήθεια  το  πνεύμα  του  Adam  Smith,  αλλά  δεν  ήταν  ικανοί  ούτε  διάγνωση  να  κάνουν  ούτε θεραπεία να προτείνουν. Η ανεργία ‐αυτού του είδους‐ απλά δεν αναφερόταν μεταξύ  των  πιθανών  ασθενειών  του  συστήματος.  Ήταν  παράλογη,  ανακόλουθη  και  συνεπώς  αδύνατη. Ωστόσο, υπήρχε.  Θα  θεωρούσε  κανείς  λογικό  ότι  ο  άνθρωπος  που  θα  επιχειρούσε  να  δώσει  απάντηση  σ’  αυτό  το  παράδοξο,  της  συνύπαρξης  ανεπαρκούς  παραγωγής  ταυτόχρονα  μ’  εκατομμύρια  ανέργων  που  μάταια  αναζητούσαν  δουλειά,  θα  προερχόταν  από  την  Αριστερά,  θα  ήταν  κάποιος  οικονομολόγος  με  έντονη  συμπάθεια  για  το  προλεταριάτο,  ένας  οργισμένος  άνθρωπος.  Καμία  σχέση  με  την  πραγματικότητα.  

Ο  άνθρωπος  που  το  αντιμετώπισε  ήταν ένας  φιλότεχνος,  μέλος  της  καλής  κοινωνίας,  χωρίς  κανένα  απωθημένο.  Πολύ  απλά,  ήταν  ένας  άνθρωπος  προικισμένος  με  πολλά  ταλέντα.  Είχε,  για  παράδειγμα,  γράψει  ένα  εξαιρετικά  δυσνόητο  βιβλίο  για  τη  μαθηματική  πιθανότητα,  για  το  οποίο  ο  Μπέρτραντ  Ράσελ  είχε  πει  ότι  «κανένας  έπαινος  δεν  είναι  αρκετός».  Στη  συνέχεια  κατάφερε  να  συνδυάσει  το  ταλέντο  του  για  τις  πιο  δύσκαμπτες  λογικές  αναλύσεις  με  το  χάρισμα  να  βγάζει  λεφτά  ‐  συγκέντρωσε  περιουσία  500.000  λιρών  ακολουθώντας  το  πιο  δύσβατο  μονοπάτι  προς  τον  πλουτισμό:  τις  συναλλαγές  σε  ξένα  νομίσματα  και  στο  χρηματιστήριο  εμπορευμάτων.  Το  πιο  εντυπωσιακό  ήταν  ότι  κατάφερε  να  γράψει  το  μεγαλύτερο  μέρος  της μαθηματικής πραγματείας του στον ελεύθερο χρόνο που του άφηνε η εργασία του για  την κυβέρνηση, και ότι δημιούργησε  την περιουσία του με απασχόληση μισής  ώρας κάθε  μέρα, ενώ έπαιρνε το πρωινό του στο κρεβάτι.  Αυτά είναι ελάχιστες μόνον απ’ τις πλευρές της πολυδιάστατης προσωπικότητας του. Ήταν  βέβαια  οικονομολόγος  ‐σπούδασε  κι  αργότερα  δίδαξε  στο  Πανεπιστήμιο  του  Cambridge,  και διέθετε το κύρος και την κατάρτιση που συνοδεύουν μια τέτοια θέση.

 Όταν όμως ήρθε  η  ώρα  να  επιλέξει  τη  σύντροφο  της  ζωής  του,  απέφυγε  τις  διανοούμενες  και  διάλεξε  την  πρώτη  μπαλαρίνα  των  διάσημων  μπαλέτων  του  Ντιαγκίλεφ.  Κατάφερε  να  είναι  το  αγαπημένο  παιδί  της  ομάδας  Μπλούμσμπερι,  που  είχαν  συστήσει  οι  πιο  αβανγκάρντ  διανοούμενοι  της  Βρετανίας,  και  ταυτόχρονα  πρόεδρος  ασφαλιστικής  εταιρίας,  θέση  που  σπάνια  διακρίνεται  για  τη  σχέση  της  με  τις  διανοητικές  αναζητήσεις.  

Ήταν  πρότυπο  σταθερότητας σε ευαίσθητα θέματα της διεθνούς διπλωματίας, αλλά η επαγγελματική του  ευπρέπεια δεν τον εμπόδισε να αποκτήσει οικειότητα με άλλους Ευρωπαίους πολιτικούς σε  σημείο  που  να  γνωρίζει  τις  φιλενάδες  τους,  τις  νευρώσεις  τους,  αλλά  και  τις  οικονομικές  τους  προκαταλήψεις.  Συνέλεγε  έργα  μοντέρνας  τέχνης  προτού  γίνει  μόδα,  αλλά  ταυτόχρονα ήταν λάτρης των κλασικών με την καλύτερη στον κόσμο ατομική συλλογή των  γραπτών  του  Νεύτωνα.  Είχε  αναλάβει  τη  διαχείριση  ενός  θεάτρου  και  χρημάτισε  επίσης  μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Τράπεζας της Αγγλίας. Γνώριζε τον Roosevelt και τον  Churchill,  αλλά  επίσης  τον  George  Μπέρναρντ  Σω  και  τον  Πάμπλο  Πικάσο.  Έπαιζε  μπριτζ  σαν  σπεκουλαδόρος,  προτιμώντας  μια  εντυπωσιακή  κίνηση  από  ένα  σίγουρο  συμβόλαιο,  και  πασιέντζες  σαν  στατιστικολόγος,  μετρώντας  πόσα  παιχνίδια  χρειάζονταν  για  να  του  βγουν  δύο  πασιέντζες  στη  σειρά.  Και  κάποτε  ισχυρίστηκε  ότι  για  ένα  πράγμα  μόνο  είχε  μετανιώσει στη ζωή του ‐ που δεν είχε πιει περισσότερη σαμπάνια.  

Το  όνομα  του  ήταν  John  Maynard  Keynes,  βρετανικό  όνομα  με  μακρά  ιστορία  που  χρονολογείται από το 1066 και τον William de Cahagnes. Ο Keynes λάτρευε την παράδοση  και ήθελε να πιστεύει ότι το μεγαλείο είναι κληρονομικό. Άλλωστε, ο πατέρας του, ο John  Νέβιλ  Keynes,  ήταν  και  ο  ίδιος  γνωστός  οικονομολόγος.  Ίσως  όμως  χρειάστηκε  κάτι  περισσότερο  από  την  απλή  κληρονομικότητα  για  να  συγκεντρωθούν  σε  ένα  μόνο  άτομο  ταλέντα που έξι άλλοι άνθρωποι θα ήταν ευχαριστημένοι να μοιράζονται.  Γεννήθηκε το 1883, τη χρονιά που πέθανε ο Karl Marx.

 Αλλά οι δύο αυτοί οικονομολόγοι  που  συναντήθηκαν  έτσι  μέσα  στο  χρόνο  και  κατόρθωσαν  να  επηρεάσουν  τόσο  πολύ  τη  φιλοσοφία  του  καπιταλιστικού  συστήματος,  διέφεραν  σαν  τη  μέρα  με  τη  νύχτα.  Ο  Marx  ήταν πικρόχολος, σε συνεχή αδιέξοδα, βαρύθυμος και απογοητευμένος. Ήταν ο προφήτης  της Καταδίκης του Καπιταλισμού. Αντίθετα, ο Keynes αγαπούσε τη ζωή, την έζησε με άνεση,  απόλαυση  και  επιτυχία,  και  έγινε  ο  αρχιτέκτονας  της  Επιβίωσης  του  Καπιταλισμού.  Μπορούμε  ίσως  να  αποδώσουμε  τις  παθιασμένες  προφητείες  του  Marx  για  την  κατάρρευση  του  συστήματος  στη  σειρά  αποτυχιών  που  σημάδεψαν  τη  δική  του  καθημερινότητα.  Αν  ισχύει  κάτι  τέτοιο,  θα  μπορούσαμε  εξίσου  να  αποδώσουμε  την  πειστικότητα  των  επιχειρημάτων  του  Keynes  για  την  ανοικοδόμηση  του  συστήματος  στις  χαρές και τις επιτυχίες που σημάδεψαν τη δική του ζωή.  

Τα  παιδικά  του  χρόνια  ήταν  βικτοριανά,  παραδοσιακά,  και  προδιέγραφαν  τη  λαμπρή  επιτυχία  του.  Δεν  είχε  ακόμα  κλείσει  τα  πέντε,  όταν  άρχισε  μόνος  του  να  προσπαθεί  να  καταλάβει  την  έννοια  του  τόκου  από  οικονομική  άποψη.  Στα  έξι  του,  αναρωτιόταν  πώς  λειτουργεί  ο  εγκέφαλος.  Στα  εφτά  του,  ο  πατέρας  του  τον  θεωρούσε  μια  «καθ’  όλα  απολαυστική  παρέα».  Πήγε  σε  ιδιωτικό  δημοτικό  σχολείο,  του  κ.  Γκούνττσαϊλντ,  όπου  επέδειξε  τις  ικανότητές  του  να  χειραγωγεί  τους  συμμαθητές  του.  Είχε  τον  δικό  του  «σκλάβο», ο οποίος τον ακολουθούσε υπάκουα κουβαλώντας του τα βιβλία, μια υπηρεσία  που προσέφερε με αντάλλαγμα τη βοήθεια του Keynes στα δυσκολότερα προβλήματα της  σχολικής εργασίας. Είχε επίσης συνάψει «εμπορική συμφωνία» μ’ ένα άλλο αγόρι που δεν  συμπαθούσε, στα πλαίσια της οποίας ο Keynes αναλάμβανε να βγάζει, για λογαριασμό του  αγοριού,  ένα  βιβλίο  κάθε  εβδομάδα  από  τη  βιβλιοθήκη  και,  σε  αντάλλαγμα,  ο  δεύτερος  των  συμβαλλομένων  αναλάμβανε  τη  δέσμευση  να  μην  πλησιάζει  τον  πρώτο  των  συμβαλλομένων σε απόσταση μικρότερη από δεκαπέντε γιάρδες.  Δεκατεσσάρων ετών, ο Keynes έκανε αίτηση κι έγινε δεκτός στο Ήτον με υποτροφία. 

Παρά  τις φοβερές και τρομερές ιστορίες για τα αγγλικά ιδιωτικά σχολεία, δεν υπήρξε θύμα ούτε  σαδιστικής μεταχείρισης ούτε διανοητικής καταπίεσης. Αντίθετα, διακρίθηκε, οι βαθμοί του  ήταν  εξαιρετικοί,  κέρδιζε  το  ένα  βραβείο  μετά  το  άλλο,  κυκλοφορούσε  φορώντας  γιλέκο,  άρχισε  να  πίνει  σαμπάνια,  ψήλωσε  και  καμπούριασε  κάπως  και  άφησε  μουστάκι,  έκανε  κωπηλασία, έγινε ασυναγώνιστος συζητητής και, χωρίς να γίνει σνομπ, αγάπησε το Ήτον με  φανατισμό. Κι έτσι ακόμα, ένα γράμμα που έστειλε στον πατέρα του όταν ήταν 17 χρόνων,  δείχνει οξυδέρκεια ασυνήθιστη για την ηλικία του. Ο Πόλεμος των Μπόερς βρισκόταν τότε  στην κορύφωσή του και ο διευθυντής του σχολείου τους είχε κάνει κάποια σχετική ομιλία.  Ο Keynes τη συνόψισε τέλεια με πέντε φράσεις: «Μια από τα ίδια. Θα έπρεπε να είμαστε  ευγνώμονες.  

Να  θυμόμαστε  το  καλό  όνομα  του  σχολείου.  Ό,τι  γίνεται,  πρέπει  να  είναι  το  καλύτερο δυνατό. Όπως πάντα.»260  Το Ήτον ήταν τεράστια επιτυχία, και το King’s College στο Cambridge έμελλε να αποτελέσει  ένα  θρίαμβο.  Ο  Alfred  Marshall  τον  ικέτευε  να  γίνει  αποκλειστικά  οικονομολόγος.  Ο  Καθηγητής Πιγκού, που θα κληρονομούσε τη θέση του Marshall, τον καλούσε και έπαιρναν  μαζί  το  πρωινό  τους  τουλάχιστον  μία  φορά  κάθε  βδομάδα.  Εξελέγη  Γραμματέας  της  Φοιτητικής  Ένωσης,  αξίωμα  που  αυτόματα  σου  εξασφάλιζε  τελικά  την  προεδρία  του  διασημότερου  στον  κόσμο,  μη  κυβερνητικού,  συλλόγου  δημόσιων  συζητήσεων.  Τη  φιλία  του επιδίωξαν ο Λέοναρντ Γουλφ και ο Λίτον Στράτσι (με τον οποίο είχε και ερωτική σχέση),  κι  έτσι  δημιουργήθηκε  ο  πυρήνας  της  παρέας  που  θα  έμενε  στην  ιστορία  ως  η  ομάδα  Μπλούμσμπερι.  Έκανε  ορειβασία  (ο  Στράτσι  παραπονιόταν  για  τα  «πλείστα  όσα  ηλίθια  βουνά»),  αγόραζε  βιβλία,  ξενυχτούσε  λογομαχώντας  μέχρι  τις  πρώτες  μεταμεσονύχτιες  ώρες, διακρινόταν παντού. Ήταν ένας άνθρωπος‐φαινόμενο. 

Αλλά ακόμα και οι άνθρωποι‐ φαινόμενα πρέπει να φάνε για να ζήσουν κι έτσι ήρθε κάποτε η ώρα να αναρωτηθεί για το  βιοπορισμό  του.  Είχε  ελάχιστα  χρήματα  και  μια  πανεπιστημιακή  καριέρα  θα  του  εξασφάλιζε ακόμα λιγότερα. Οι φιλοδοξίες του ήταν μεγαλύτερες: «Θέλω να διευθύνω μια  εταιρία  σιδηροδρόμων  ή  να  οργανώσω  ένα  Τραστ  ή,  τουλάχιστο,  να  βγάλω  λεφτά  εξαπατώντας  το  επενδυτικό  κοινό»261,  έγραφε  στον  Στράτσι.  «Είναι  τόσο  εύκολο  και  γοητευτικό να μάθεις σε βάθος τις αρχές που διέπουν αυτά τα πράγματα».  Κανένας όμως δεν του πρόσφερε τη διοίκηση των σιδηροδρόμων ή κάποιου τραστ, και τα  περί  «εξαπάτησης»  αποκαλύπτουν  απλώς  μια  ανόσια  πλευρά  της  φαντασίας  του  Keynes.  Αντίθετα,  προτίμησε  να  ακολουθήσει  το  δρόμο  προς  την  επιτυχία  που  του  άνοιγε  ο  δημόσιος τομέας. Έδωσε εξετάσεις για πρόσληψη στο δημόσιο με επιδεικτική αδιαφορία,  γεγονός που έκανε την αδελφή του Στράτσι να αναρωτηθεί κατά πόσο η ανεμελιά του ήταν  προσποιητή. Καθόλου ‐ ο Keynes ήξερε πού βάδιζε και δεν είχε κανένα λόγο να ανησυχεί. 

Δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι θα ήταν μεταξύ των δέκα πρώτων. Κι έτσι έγινε ‐ αναδείχθηκε  δεύτερος  και  το  χαμηλότερο  βαθμό  τον  πήρε  στα  οικονομικά.  «Προφανώς,  γνώριζα  περισσότερα για την Οικονομία απ’ τους εξεταστές μου»262, εξήγησε αργότερα ‐ σχόλιο που  θα  μπορούσε  να  θεωρηθεί  ασυγχώρητα  αλαζονικό,  αν  δεν  ήταν  απόλυτα  αληθές  στην  περίπτωσή του.  Έτσι, το 1907 ο Keynes βρέθηκε να δουλεύει στο Υπουργείο των Ινδιών. Το μίσησε. Στο σπίτι  του  διοχέτευε  όλη  του  την  ενεργητικότητα  στην  προετοιμασία  των  πρώτων  χειρογράφων  της μαθηματικής του πραγματείας, και κατάλαβε ότι η θέση ενός κατώτερου υπαλλήλου σ’  ένα δημόσιο οργανισμό απείχε παρασάγγας από τη διοίκηση μιας εταιρίας σιδηροδρόμων.  

Δύο  χρόνια  αργότερα  είχε  πια  βαρεθεί  για  τα  καλά.  Όπως  δήλωσε,  οι  προσπάθειές  του  αφορούσαν θέματα όπως την αποστολή κάποιου ταύρου ράτσας στη Βομβάη και το μόνο  που  έμαθε  ήταν  ότι,  όταν  δουλεύεις  στο  δημόσιο,  αρκεί  ένα  απερίσκεπτο  σχόλιο  για  να  παραγκωνιστείς.  Παραιτήθηκε  και  επέστρεψε  στο  Cambridge.  Όμως,  η  θητεία  του  στο  δημόσιο δεν πήγε εντελώς χαμένη. Απ’ όσα έμαθε για τις υποθέσεις των Ινδιών, έγραψε το  1913 ένα βιβλίο για το Νόμισμα και τα χρηματοοικονομικά, των Ινδιών (Indian Currency and  Finance),  το  οποίο,  κατά  γενική  αναγνώριση,  ήταν  ένα  μικρό  αριστούργημα.  Όταν  το  ίδιο  έτος συστήθηκε Βασιλική Επιτροπή για να μελετήσει το νομισματικό πρόβλημα των Ινδιών,  ο  Keynes,  τότε  στα  29  του  χρόνια,  κλήθηκε  να  συμμετάσχει,  πράγμα  που  ήταν  σημαντική  τιμή.  Το  Cambridge  τού  ταίριαζε  περισσότερο.  

Η  επιτυχία  του  ήταν  άμεση  και,  σε  ένδειξη  της  εκτίμησης  που  απολάμβανε,  του  ανέθεσαν  την  αρχισυνταξία  του  Economic  Journal,  του  οικονομικού  εντύπου  με  τη  μεγαλύτερη  επιρροή  στη  Βρετανία.  Στη  θέση  αυτή  παρέμεινε  για 33 χρόνια.  Περισσότερο και από το Cambridge τού άρεσε το Μπλούμσμπερι. Το Μπλούμσμπερι ήταν  όχι μόνο μια περιοχή, αλλά και μια διανοητική κατάσταση. Η μικρή ομάδα διανοουμένων  στην  οποία  ανήκε  ο  Keynes  από  τα  φοιτητικά  του  χρόνια,  είχε  τώρα  αποκτήσει  στέγη,  φιλοσοφία και φήμη. 

Ο διαπρεπής αυτός κύκλος δεν αριθμούσε ποτέ περισσότερα από 20‐ 30 μέλη αλλά οι απόψεις τους είχαν καταλυτική επίδραση στο καλλιτεχνικό γίγνεσθαι της  Αγγλίας ‐ πώς θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά με μέλη όπως ο Λέοναρντ και η Βιρτζίνια  Γουλφ,  ο  Ε.  Μ.  Φόρστερ,  ο  Κλάιβ  Μπελ,  ο  Ρότζερ  Φράι  και  ο  Λίτον  Στράτσι.  Αρκούσε  ένα  χαμόγελο  της  ομάδας  Μπλούμσμπερι  για  να  γίνει  γνωστός  ένας  ποιητής,  ή  ένας  μορφασμός  αποδοκιμασίας  για  να  περιπέσει  στην  αφάνεια.  Λέγεται  ότι  ένα  μέλος  της  ομάδας  Μπλούμσμπερι  μπορούσε  να  εκφέρει  τη  λέξη  «αλήθεια;»  με  μια  ντουζίνα  διαφορετικές αποχρώσεις, από τις οποίες η εξεζητημένη ανία δεν ήταν η πιο σπάνια. Ήταν  μια  παρέα  ταυτόχρονα  ιδεαλιστική  και  κυνική,  θαρραλέα  και  ευάλωτη. 

Αλλά  και  τρελούτσικη: αυτοί οργάνωσαν την ιστορία που έμεινε γνωστή ως η Φάρσα του Θωρηκτού,  όπου  η  Βιρτζίνια  Γουλφ  (τότε  ακόμα  Βιρτζίνια  Στίβεν)  και  μερικοί  άλλοι  συνεργοί,  αφού  μεταμφιέστηκαν  σε  Αυτοκράτορα  της  Αβησσυνίας  και  τη  συνοδεία  του,  έγιναν  δεκτοί  με  όλες  τις  τιμές  και  ξεναγήθηκαν  σε  ένα  από  τα  πιο  αυστηρά  φρουρούμενα  πλοία  του  βασιλικού πολεμικού ναυτικού.  Σ’  όλα  αυτά  ο  Keynes  διαδραμάτιζε  κεντρικό  ρόλο,  ως  σύμβουλος  και  επιδιαιτητής.  Μπορούσε να μιλάει για όλα τα θέματα με απόλυτη αυτοπεποίθηση ‐ δημιουργοί όπως ο  συνθέτης William Γουόλτον, ο χορογράφος Φρέντερικ Άστον και πολλοί άλλοι καλλιτέχνες  και επαγγελματίες αναγκάστηκαν να  συνηθίσουν στις αντιρρήσεις του  Keynes του είδους:  «Μα  όχι,  έχετε  απόλυτο  άδικο  σ’  αυτό…»  Να  προσθέσουμε  ότι  το  παρατσούκλι  του  ήταν  Pozzo,  από  το  όνομα  ενός  Κορσικανού  διπλωμάτη  του  19ου  αιώνα,  γνωστού  για  τα  πολυσχιδή ενδιαφέροντά του και τις ραδιουργίες του. 

Κανένας  δεν  θα  μπορούσε  να  προβλέψει  ότι  ένας  άνθρωπος  που  ξεκινούσε  με  τις  καλλιτεχνικές  ανησυχίες  του  Keynes  έμελλε  να  σπείρει  τη  διχόνοια  στον  καπιταλιστικό  κόσμο.  Ήρθε  όμως  ο  πόλεμος  να  επιφέρει  κάποια  διάλυση  στις  γραμμές  της  ομάδας  Μπλούμσμπερι.  Το  Υπουργείο  Οικονομικών  κάλεσε  τον  Keynes  και  του  ανέθεσε  να  εργαστεί  για  τις  εξωτερικές  οικονομικές  υποθέσεις  της  Βρετανίας.  Και  σ’  αυτό  το  πόστο  ήταν αναπόφευκτο  να ξεχωρίσει.  Υπάρχει  ένα σχετικό ανέκδοτο που έλεγε  ένας από τους  συναδέλφους  του:  «Είχαμε  άμεση  ανάγκη  για  ισπανικές  πεσέτες.  Με  δυσκολία  συγκεντρώσαμε  ένα  μικρό  ποσό.  Ο  Keynes  ανέφερε  το  γεγονός  στο  Γραμματέα  του  Υπουργείου,  ο  οποίος  με  ανακούφιση  παρατήρησε  ότι  ευτυχώς  για  κάποιο  διάστημα  θα  διαθέταμε  απόθεμα  πεσετών.  “Α,  όχι!”  του  είπε  ο  Keynes.  “Τι  δηλαδή;”  αναφώνησε  έντρομος  ο  Γραμματέας.  “Τις  πούλησα  όλες.  Σκοπεύω  να  σπάσω  την  αγορά.”  Κι  αυτό  κατάφερε να κάνει.»263  Γρήγορα  αναδείχθηκε  σε  ένα  από  τα  σημαντικότερα  στελέχη  του  Υπουργείου.  Ο  πρώτος  βιογράφος του και επίσης οικονομολόγος Ρόι Χάροντ μάς λέει ότι άτομα με σεβαστή κρίση  δήλωναν ότι ο Keynes συνέβαλε στη νίκη περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο άτομο στον  πολιτικό  (μη  στρατιωτικό)  στίβο.

  Αλλά  ακόμα  κι  έτσι,  έβρισκε  χρόνο  να  ασχοληθεί  με  άλλα πράγματα. Σε μια οικονομική αποστολή στη Γαλλία, του κατέβηκε η ιδέα ότι η Γαλλία  θα  μπορούσε  να  ισορροπήσει  μέρος  του  ισοζυγίου  της  με  τη  Βρετανία  αν  η  πρώτη  πουλούσε κάποιους πίνακές της στην Εθνική Πινακοθήκη της δεύτερης. Με αυτό τον τρόπο  εξασφάλισε  για  την  πατρίδα  του  πίνακες  του  Κορό,  του  Ντελακρουά,  του  Φοραίν,  του  Γκογκέν, του Ενγκρ και του Μανέ αξίας $100.000, αλλά και για τον εαυτό του έναν πίνακα  του  Σεζάν:  η  γερμανική  πολεμική  μηχανή  βομβάρδιζε  το  Παρίσι  με  αποτέλεσμα  την  πολύ  εξυπηρετική για τους Βρετανούς πτώση των τιμών στη Γαλλία. Επιστρέφοντας στο Λονδίνο,  πήγε να παρακολουθήσει μπαλέτο, όπου η Λύδια Λοπόκοβα έπαιζε με μεγάλη επιτυχία το  ρόλο της ωραίας στο έργο Οι κεφάτες κυρίες. Οι Σίτγουελ την κάλεσαν σε ένα πάρτι τους,  όπου γνωρίστηκε με τον Keynes. Φανταστείτε τον Keynes με τα άψογα αγγλικά του και τη  Λύδια, με τα δικά της σπαστά αγγλικά, να προσπαθεί να συνεννοηθεί μαζί του. «Δεν μπορώ  την εξοχή τον Αύγουστο», του είπε, «γιατί τα κουνάβια μού τσιμπούν τα πόδια».265  Όλα  αυτά  όμως  γίνονταν  στο  περιθώριο  μιας  πολύ  σημαντικής  υπόθεσης  ‐  της  ανοικοδόμησης της μεταπολεμικής Ευρώπης. 

Ο Keynes ήταν πλέον ένα σπουδαίο πρόσωπο  ‐  ένας  απ’  τους  ανώνυμους  που  βλέπει  κανείς  να  κάθονται  πίσω  απ’  τους  ηγέτες  κρατών,  έτοιμοι  να  ψιθυρίσουν  στο  αφτί  τους  κάποια  χρήσιμα  στοιχεία.  Πήγε  στο  Παρίσι  ως  Αναπληρωτής  του  Υπουργού  Οικονομικών  στο  Ανώτατο  Οικονομικό  Συμβούλιο,  με  πλήρη  εξουσιοδότηση για τη λήψη αποφάσεων και ως αντιπρόσωπος του Υπουργείου στην ίδια τη  Συνδιάσκεψη Ειρήνης. Είχε όμως δεύτερο ρόλο ‐ μολονότι κατείχε επίσημη θέση, δεν είχε  τη  εξουσία  να  παρέμβει  άμεσα  στα  τεκταινόμενα.  Θα  πρέπει  να  ένιωσε  οδυνηρά  αισθήματα  απογοήτευσης  και  αδυναμίας  να  επέμβει,  καθώς  παρακολουθούσε  από  κοντά  τον  Clemenceau  να  υπερφαλαγγίζει  τον  Πρόεδρο  Woodrow  Wilson,  και  τη  φιλοδοξία  για  μια  ειρήνη  ανθρωπιστική  να  υποκαθίσταται  απ’  τη  συνομολόγηση  μιας  ειρήνης  εκδικητικής.  «Πρέπει  να  έχουν  περάσει  εβδομάδες  χωρίς  να  έχω  γράψει  σε  κανένα»266,  έγραφε  στη  μητέρα του το 1919, «αλλά ήμουν εντελώς εξαντλημένος, εν μέρει από τη δουλειά και εν  μέρει  απ’  την  κατάθλιψη  για  τη  μοχθηρία  που  με  περιβάλλει.  Ποτέ  δεν  έχω  νιώσει  τόσο  δυστυχισμένος  όσο  τις  περασμένες  δύο‐τρεις  εβδομάδες∙  η  Συνθήκη  Ειρήνης  είναι  παράλογη και ανεφάρμοστη και δεν θα φέρει παρά δυστυχία.»

Κατάφερε να σηκωθεί απ’ το κρεβάτι του πόνου για να διαμαρτυρηθεί εναντίον αυτού που  αποκαλούσε  «το  φονικό  της  Βιέννης»,  αλλά  δεν  μπορούσε  να  αναστρέψει  το  ρου  των  γεγονότων.  Οι  όροι  της  συνθήκης  ειρήνης  ήταν  επαχθείς  όπως  της  Ρώμης  σε  βάρος  της  Καρχηδόνας, και η Γερμανία υποχρεωνόταν να καταβάλει πολεμικές αποζημιώσεις τέτοιου  ύψους  που  θα  την  ανάγκαζε  να  μετέλθει  τις  πιο  αθέμιτες  μεθόδους  στο  διεθνές  εμπόριο  για να εξασφαλίσει τις απαραίτητες λίρες και φράγκα και δολάρια. Δεν ήταν αυτή, βέβαια,  η  επικρατούσα  άποψη,  αλλά  ο  Keynes  διέβλεπε  ότι  στη  Συνθήκη  των  Βερσαλλιών  είχαν,  άθελά τους, φυτέψει το σπόρο για μια ακόμα πιο τρομακτική αναγέννηση του γερμανικού  αυταρχισμού και μιλιταρισμού.  Παραιτήθηκε  με  αισθήματα  απόγνωσης  και,  αμέσως  μετά,  τρεις  ημέρες  πριν  από  την  υπογραφή της, άρχισε να γράφει την πολεμική του εναντίον της συνθήκης. Την ονόμασε Οι  οικονομικές συνέπειες της ειρήνης (The Economic Consequences of the Peace). Γράφτηκε με  μεγάλη ταχύτητα και θυμό και, όταν κυκλοφόρησε το Δεκέμβρη του ίδιου έτους, τον έκανε  ευρύτατα γνωστό.  Ήταν  πανέξυπνα  γραμμένη,  με  συντριπτικά  επιχειρήματα.  

Ο  Keynes  είχε  παρακολουθήσει  τους  πρωταγωνιστές  επί  το  έργον,  και  οι  περιγραφές  του  συνδύαζαν  τη  μαστοριά  ενός  μυθιστοριογράφου  με  το  διεισδυτικό  μάτι  ενός  κριτικού  της  ομάδας  Μπλούμσμπερι.  Για  τον  Clemenceau  έγραφε:  «Είχε  μόνο  μία  έγνοια  ‐τη  Γαλλία‐  και  αγνοούσε  πλήρως  την  ανθρωπότητα  και,  μαζί,  τους  συναδέλφους  του»267.  Για  τον  Wilson  έγραφε  ότι  «σαν  τον  Οδυσσέα,  δείχνει  πιο  σοφός  όταν  είναι  καθισμένος».268  Αλλά,  όσο  λαμπρά  κι  αν  ήταν  τα  πορτρέτα του, αξέχαστη έμεινε η ανάλυσή του για τα δεινά που επισώρευε η συνθήκη. Ο  Keynes θεωρούσε τη Συνδιάσκεψη ως την απερίσκεπτη διευθέτηση πολιτικών μνησικακιών  με πλήρη αδιαφορία για το πιεστικό πρόβλημα των καιρών ‐ την αναγέννηση της Ευρώπης  σ’ ένα ενιαίο και λειτουργικό σύνολο:  Το Συμβούλιο των Τεσσάρων δεν έδωσε καμία σημασία σ’ αυτά τα ζητήματα, καθώς άλλα είχαν στο νου τους – ο Clemenceau πώς να συντρίψει την οικονομική ζωή του εχθρού του, ο Lloyd George πώς να κλείσει μια συμφωνία για να επιστρέψει με κάτι που θα γινόταν αποδεκτό για μια εβδομάδα, ο Πρόεδρος πώς να μην κάνει τίποτα που δεν θα ήταν δίκαιο. 

Είναι εκπληκτικό το γεγονός ότι τα θεμελιώδη προβλήματα μιας Ευρώπης που λιμοκτονούσε και διαλυόταν μπρος στα μάτια τους, ήταν το μόνο ζήτημα που δεν ήταν ικανό να διεγείρει το ενδιαφέρον των Τεσσάρων. Οι αποζημιώσεις ήταν η μόνη τους παρέκκλιση προς το χώρο της οικονομίας και τις προσέγγισαν σαν να ήταν πρόβλημα θεολογικό, πολιτικό, ψηφοθηρικό και, εν πάση περιπτώσει, από κάθε άλλη άποψη εκτός απ’ αυτή που αφορούσε το οικονομικό μέλλον των Κρατών των οποίων το μέλλον διαχειρίζονταν. 

Στη συνέχεια, κάνει την παρακάτω σοβαρότατη προειδοποίηση:  Κατά συνέπεια, ο κίνδυνος που αντιμετωπίζουμε είναι η ταχύτατη συμπίεση του βιοτικού επιπέδου των πληθυσμών της Ευρώπης σε σημείο που για μερικούς θα συνεπάγεται κυριολεκτική λιμοκτονία (σημείο στο οποίο έχει φτάσει ήδη η Ρωσία και σχεδόν η Αυστρία). Οι άνθρωποι δεν είναι πάντοτε διατεθειμένοι να πεθάνουν ήσυχα. Διότι η λιμοκτονία, που σε ορισμένους φέρνει λήθαργο και την ανημποριά της απόγνωσης, σε άτομα διαφορετικού ταμπεραμέντου προξενεί τη νευρική αστάθεια της υστερίας και τρελή απόγνωση. Κι αυτοί στην απελπισία τους μπορεί να ανατρέψουν τα υπολείμματα οργάνωσης και να καταποντίσουν τον ίδιο τον πολιτισμό στην προσπάθειά τους να ικανοποιήσουν όπως μπορούν τις κυρίαρχες ανάγκες του ατόμου. Αυτός είναι ο κίνδυνος που για να αντιμετωπίσουμε θα πρέπει να συνεργαστούν όλοι οι πόροι μας και το θάρρος μας και ο ιδεαλισμός μας. 

Το βιβλίο γνώρισε άμεση επιτυχία. Το ανεφάρμοστο της συνθήκης ήταν πασιφανές σχεδόν  απ’ τη στιγμή που υπογράφηκε, αλλά ο Keynes ήταν ο πρώτος που το αντιλήφθηκε, που το  φώναξε,  και  που  πρότεινε  την  άμεση  αναθεώρησή  της.  Έγινε  γνωστός  ως  οικονομολόγος εξαιρετικής  διορατικότητας  και,  όταν  το  Σχέδιο  Dawes  του  1924  εγκαινίασε  τη  μακρά  διαδικασία της άρσης του αδιεξόδου του 1919, επιβεβαιώθηκε το προφητικό του χάρισμα.  Ήταν  πλέον  διάσημος  αλλά  έμενε  αναπάντητο  το  ερώτημα  της  επαγγελματικής  του  απασχόλησης. Διάλεξε τις επιχειρήσεις, και από τις επιχειρήσεις το χώρο με το μεγαλύτερο  ρίσκο.  Με  κεφάλαιο  λίγες  χιλιάδες  λίρες  άρχισε  να  σπεκουλάρει  στις  διεθνείς  χρηματαγορές.

 Έχασε όλα σχεδόν τα λεφτά του, πήρε δάνειο από έναν τραπεζίτη που δεν  τον  είχε  ξαναδεί  αλλά  είχε  εντυπωσιαστεί  από  τη  δουλειά  του  στα  χρόνια  του  πολέμου,  ανέκτησε τα χαμένα και στη συνέχεια συγκέντρωσε περιουσία ύψους, εκείνο τον καιρό, 2  εκατομμυρίων  δολαρίων.  Όλα  αυτά  έγιναν  χωρίς  ιδιαίτερη  προσπάθεια.  Ο  Keynes  περιφρονούσε  τις  εμπιστευτικές  πληροφορίες  ‐μάλιστα  δήλωσε  κάποτε  ότι  οι  συναλλασσόμενοι στην Wall Street θα έκαναν τεράστιες περιουσίες αν ήταν διατεθειμένοι  να  αγνοήσουν  τις  «εμπιστευτικές»  τους  πληροφορίες‐  και  αντλούσε  την  έμπνευσή  του  αποκλειστικά απ’ την ενδελεχή εξέταση των ισολογισμών, τις εγκυκλοπαιδικές του γνώσεις  για τη λειτουργία του χρηματοοικονομικού συστήματος, το ένστικτό του για το χαρακτήρα  των  ανθρώπων  και  το  φυσικό  του  χάρισμα  για  συναλλαγές.  Πρωί‐πρωί,  ενώ  βρισκόταν  ακόμα  στο  κρεβάτι,  μελετούσε  τις  οικονομικές  πληροφορίες  του,  έπαιρνε  τις  αποφάσεις  του, έδινε τηλεφωνικές εντολές, κι εκεί σταματούσε. Η υπόλοιπη ημέρα του ήταν ελεύθερη  για πιο σημαντικά πράγματα, όπως η οικονομική θεωρία. Θα τα πήγαινε θαυμάσια με τον  David Ricardo.  Για την ακρίβεια, δεν έβγαλε χρήματα μόνο για τον ίδιο. Έγινε Ταμίας του King’s College και  κατάφερε  να  αυξήσει  το  απόθεμά  του  από  £30.000  σε  £380.000.

  Διαχειρίστηκε  επίσης  ένα επενδυτικό χαρτοφυλάκιο και διηύθυνε τα οικονομικά μιας ασφαλιστικής εταιρίας.  Στο  μεταξύ  ‐πάντα  στη  ζωή  του  Keynes  συνέβαιναν  πολλά  πράγματα  ταυτόχρονα‐  αρθρογραφούσε  στην  εφημερίδα  Manchester  Guardian,  παρέδιδε  μαθήματα  στο  Cambridge, όπου διάνθιζε τη βαρετή θεωρία με προσωπικές αφηγήσεις των τεκταινομένων  και των προσωπικοτήτων της διεθνούς οικονομικής κοινότητας, αγόραζε κι άλλους πίνακες,  πλούτιζε  τη  βιβλιοθήκη  του  και,  μετά  από  μια  πολυτάραχη  ερωτική  σχέση  με  τον  Λίτον  Στράτσι,  τον  Ντάνκαν  Γκραντ  και  αρκετούς  ακόμα  άλλους  άνδρες,  παντρεύτηκε  τη  Λύδια  Λοπόκοβα. Έτσι η μπαλαρίνα ανέλαβε να παίξει ένα νέο ρόλο ως σύζυγος του καθηγητή του  Cambridge,  ρόλο  που  προς  μεγάλη  έκπληξη  (και  ανακούφιση)  των  φίλων  του  Keynes  μπόρεσε  να  παίξει  με  άψογο  τρόπο.  Εγκατέλειψε,  βέβαια,  την  καριέρα  της  αλλά,  αν  κρίνουμε  από  μια  μεταγενέστερη  αφήγηση  κάποιου  φίλου  επισκέπτη  στο  σπίτι  τους,  που  έντρομος  άκουσε  γδούπους  και  θορύβους  απ’  το  πάνω  πάτωμα,  η  Λύδια  δεν  έπαψε  να  εξασκεί την τέχνη της.  Ήταν εξαιρετικά όμορφη, κι αυτός απ’ όλες τις απόψεις ο τέλειος θαυμαστής: όχι όμορφος,  αλλά ψηλός και αρχοντικός.

 Το γεμάτο και κάπως άχαρο κορμί του αποτελούσε κατάλληλο  υπόβαθρο για το μακρουλό, τριγωνικό και φιλοπερίεργο πρόσωπο του, με την ίσια μύτη, το  καλοψαλιδισμένο  μουστάκι  από  τις  μέρες  του  στο  Ήτον,  σαρκώδη  και  ευκίνητα  χείλη  και  μάλλον  απογοητευτικό  πηγούνι.  Τα  μάτια  του  ήταν  το  πιο  αποκαλυπτικό  χαρακτηριστικό  του: κάτω από κυρτά φρύδια, ήταν άλλοτε σοβαρά, άλλοτε παγερά, και άλλοτε λαμπερά ή,  όπως  έγραψε  κάποιος  δημοσιογράφος,  «μαλακά  σαν  τα  οπίσθια  μελισσών  σε  μπλε  λουλούδια»,  ανάλογα  ίσως  με  το  ρόλο  που  επιτελούσε  ‐  απεσταλμένος  της  κυβέρνησης,  παίκτης  του  χρηματιστηρίου,  σπινθηροβόλο  πνεύμα  του  Μπλούμσμπερι  ή  λάτρης  του  μπαλέτου.  Ο  Keynes  είχε  μια  περίεργη  επιτήδευση:  του  άρεσε  να  κάθεται  σαν  μια  αγγλική  εκδοχή  Κινέζου μανδαρίνου, με τα χέρια του χωμένα στα αντίθετα μανίκια του σακακιού του.

 Ήταν μια  τακτική  απόκρυψης  που  φαίνεται  ακόμα  πιο  παράξενη  αν  αναλογιστεί  κανείς  το  υπερβολικό ενδιαφέρον που έδειχνε για τα χέρια των άλλων και το καμάρι που έτρεφε για  τα  δικά  του.  Έφτασε,  μάλιστα,  στο  σημείο  να  φτιάξει  εκμαγεία  των  χεριών  του  και  της  συζύγου του και σκεφτόταν να δημιουργήσει μια συλλογή από τα εκμαγεία των χεριών των  φίλων του. Όταν συναντούσε κάποιον, το πρώτο πράγμα που του άρεσε να παρατηρεί ήταν  η μορφή των χεριών, των δαχτύλων και των νυχιών του. Αργότερα, όταν είχε την πρώτη του  συνομιλία με τον Franklin Roosevelt, έγραψε στις σημειώσεις του την παρακάτω περιγραφή  του Προέδρου:  … 

Αλλά, βέβαια, στην αρχή δεν κοίταξα αυτά τα πράγματα από κοντά. Διότι φυσικά η προσοχή μου ήταν στραμμένη στα χέρια του. Σταθερά και αρκετά δυνατά, αλλά χωρίς εξυπνάδα ή φινέτσα, με κοντά στρογγυλά νύχια όπως αυτά στο άκρο των δακτύλων ενός επιχειρηματία. Αδυνατώ να τα ζωγραφίσω σωστά, αλλά αν και (στα δικά μου μάτια) δεν τα διακρίνει κάτι, ωστόσο δεν είναι από τα συνηθισμένα. Παρ’ όλα αυτά, μου ήταν περιέργως οικεία. Πού τα είχα ξαναδεί; Πέρασα σχεδόν δέκα λεπτά ψάχνοντας στη μνήμη μου σαν να ήταν κάποιο ξεχασμένο όνομα, και σχεδόν δεν ήξερα τι έλεγα για το ασήμι και το ισοζύγιο των προϋπολογισμών και τα δημόσια έργα. Στο τέλος θυμήθηκα. Ο Sir Έντουαρτ Γκρέι. Μια πιο συμπαγής και αμερικανοειδής έκδοση του Sir Έντουαρτ Γκρέι. 

Είναι  αμφίβολο  κατά  πόσο  ο  Ρούζβελτ  θα  έγραφε  αυτά  που  έγραψε  στον  Φέλις  Φράνκφουρτερ ‐«Έκανα μια σπουδαία συζήτηση με τον Κ. και μου άρεσε πάρα πολύ»‐ αν  γνώριζε  ότι  ο  συνομιλητής  του  τον  συνόψιζε  σαν  μια  επιχειρηματική  εκδοχή  ενός  Άγγλου  υπουργού εξωτερικών.  Το 1935 ο Keynes είχε πια μια λαμπρή παγιωμένη καριέρα. Το βιβλίο για το Νόμισμα και τα  χρηματοοικονομικά  των  Ινδιών,  αν  και  ολιγοσέλιδο,  ήταν  ένα  επίτευγμα.  Οι  Οικονομικές  συνέπειες της ειρήνης είχαν κάνει πάταγο. Και η Πραγματεία για την Πιθανότητα (Treatise  on  Probability)  ήταν  κι  αυτή  ένας  θρίαμβος,  παρότι  πολύ  εξειδικευμένη.  

Αναφέρεται  το  ακόλουθο  διασκεδαστικό  συμβάν  σε  σχέση  με  αυτό  το  τελευταίο  βιβλίο:  ο  Keynes  δειπνούσε  με  τον  Max  Plank,  τον  ιδιοφυή  φυσικομαθηματικό  που  ανέπτυξε  την  κβαντική  μηχανική,  ένα  από  τα  πιο  εκπληκτικά  επιτεύγματα  της  ανθρώπινης  διανόησης.  Ο  Plank  στράφηκε  στον  Keynes  και  του  είπε  ότι  κάποτε  σκεφτόταν  να  ασχοληθεί  κι  αυτός  με  την  οικονομική  επιστήμη.274  Αλλά  τελικά  άλλαξε  γνώμη  ‐  του  φαινόταν  πολύ  δύσκολη.  Όταν  επέστρεψε  στο  Cambridge,  ο  Keynes  επανέλαβε  την  ιστορία  με  ικανοποίηση  σε  κάποιον  φίλο  του.  «Περίεργο»,  του  είπε  αυτός.  «Ο  Μπέρτραντ  Ράσελ  μού  έλεγε  προ  ημερών  ότι  σκεφτόταν  κι  αυτός  να  ασχοληθεί  με  τα  οικονομικά,  αλλά  τελικά  του  φάνηκαν  πολύ  εύκολα.»  Αλλά τα μαθηματικά, όπως ξέρουμε, ήταν πάρεργο για τον Keynes. 

Το 1923 είχε τραβήξει  την  προσοχή  του  κόσμου  με  το  Φυλλάδιο  για  τη  νομισματική  μεταρρύθμιση  (Tract  on  Monetary Reform). Σ’ αυτό ο Keynes καταφερόταν εναντίον του φετιχισμού με τον χρυσό,  εναντίον  της  ιδιότυπης  παθητικότητας  που  συνιστούσε  η  εγκατάλειψη  εκ  μέρους  των  ανθρώπων  του  συνειδητού  ελέγχου  των  νομισμάτων  των  χωρών  τους  και  η  μετατόπιση  αυτής  της  ευθύνης  στον  απρόσωπο  μηχανισμό  ενός  διεθνούς  κανόνα  χρυσού.  Επρόκειτο,  βέβαια,  για  εξειδικευμένο  βιβλίο  αλλά,  όπως  όλα  τα  γραπτά  του  Keynes,  διανθιζόταν  με  γλαφυρές  διατυπώσεις.  Μια  απ’  αυτές  έμελλε  να  προστεθεί  στο  θησαυρό  των  αγγλικών  αποφθεγμάτων: εκεί που αναφερόταν στις «μακροπρόθεσμες» συνέπειες κάποιου παλαιού  και  σεβαστού  οικονομικού  αξιώματος,  ο  Keynes  έλεγε  σαρκαστικά:  «Μακροπρόθεσμα  θα  έχουμε όλοι πεθάνει».  Σε επιστέγασμα, το 1930 κυκλοφόρησε την Πραγματεία για το χρήμα (Treatise on Money) ‐  μια μακρά, δύσκολη, άνιση, μερικές φορές ευφυή και άλλες φορές γριφώδη προσπάθεια να  εξηγήσει  τη  συμπεριφορά  του  συνόλου  της  οικονομίας.  Η  Πραγματεία  ήταν  ένα συναρπαστικό βιβλίο, διότι έπαιρνε σαν κεντρικό πρόβλημα το ερώτημά του τι είναι αυτό  που κάνει την οικονομία να λειτουργεί τόσο άνισα ‐ τη μια να υπάρχει ευημερία, την άλλη  ύφεση και κρίσεις.  Το  ερώτημα,  αναμφίβολα,  είχε  απασχολήσει  τη  σκέψη  των  οικονομολόγων  για  πολλές  δεκαετίες.  Αν  εξαιρέσουμε  τις  μεγάλες  χρηματιστηριακές  κρίσεις  ‐όπως  το  κραχ  του  1929  και άλλα που προηγήθηκαν (είδαμε ένα τέτοιο στη Γαλλία του 18ου αιώνα όταν χρεοκόπησε  η Εταιρία του Μισισιπή)‐ η κανονική πορεία της οικονομικής δραστηριότητας φαινόταν να  παρουσιάζει  μια  κυματοειδή  διαδοχή  επεκτάσεων  και  συρρικνώσεων  που  έμοιαζαν  με  κάποιο  είδος  οικονομικής  αναπνευστικής  διαδικασίας.  

Στην  Αγγλία,  για  παράδειγμα,  η  επιχειρηματική  δραστηριότητα  πήγαινε  άσχημα  το  1801,  καλά  το  1802,  άσχημα  το  1808,  καλά το 1810, άσχημα το 1815, και ούτω καθεξής για τα επόμενα 100 χρόνια. Στην Αμερική  το μοτίβο ήταν παρόμοιο, αν και οι χρονολογίες κάπως διαφορετικές.  Τι βρισκόταν πίσω απ’ αυτή την εναλλαγή ευημερίας και ύφεσης; Στην αρχή θεωρήθηκε ότι  οι  οικονομικοί  κύκλοι  ήταν  κάποιο  είδος  μαζικής  νευρικής  διαταραχής:  «Αυτές  οι  περιοδικές καταρρεύσεις είναι στην πραγματικότητα νοητικές στη φύση τους, ανάλογα με  τις αυξομειώσεις στη μελαγχολία, την αισιοδοξία, τον ενθουσιασμό, την απογοήτευση και  τον  πανικό»,  έγραφε  ένας  παρατηρητής  το  1867.  Μια  τέτοια  δήλωση  αναμφίβολα  περιέγραφε  με  ακρίβεια  τις  διαθέσεις  στην  Wall  Street  ή  την  Λόμπαρντ  Street,  το  Λάνκαστερ  ή  τη  Νέα  Αγγλία,  αλλά  άφηνε  αναπάντητο  το  βασικό  ερώτημα:  Τι  δημιουργεί  μια τέτοια διαδεδομένη νευρική υστερία;  Ορισμένες πρώτες ερμηνείες αναζητούσαν την απάντηση έξω απ το χώρο της οικονομίας. Ο  Stanley Jevons, τον οποίο συναντήσαμε για λίγο σε προηγούμενες σελίδες, αποπειράθηκε  να  δώσει  μια  ερμηνεία  που  απέδιδε  την  ευθύνη  στις  ηλιακές  κηλίδες  ‐  μια  σκέψη  όχι  και  τόσο  εξωφρενική  όσο  φαίνεται  με  την  πρώτη  ματιά.  

Ο  Jevons  εντυπωσιάστηκε  από  το  γεγονός ότι στην περίοδο 1721‐1878 οι οικονομικοί κύκλοι, από τη μία κορυφή της άνθησης  της οικονομικής δραστηριότητας έως την επόμενη, είχαν μέση διάρκεια 10,46 ετών και ότι  οι  ηλιακές  κηλίδες  (που  είχε  ανακαλύψει  ο  Sir  William  Χέρσελ  το  1801)  είχαν  μια  περιοδικότητα 10,45 ετών. Ο Jevons ήταν πεπεισμένος ότι η συσχέτιση ήταν πολύ στενή για  να  τη  θεωρήσει  κανείς  εντελώς  τυχαία.  Πίστευε  ότι  οι  ηλιακές  κηλίδες  προκαλούν  μετεωρολογικούς  κύκλους,  που  προκαλούν  κύκλους  της  βροχόπτωσης,  που  προκαλούν  κύκλους  στη  γεωργική  παραγωγή,  που  προκαλούν  κύκλους  στην  οικονομική  δραστηριότητα.  Δεν  ήταν  άσχημη  θεωρία  ‐  με  μια  εξαίρεση. 

 Μια  πιο  προσεκτική  μελέτη  των  κύκλων  των  ηλιακών κηλίδων αύξησε την περιοδικότητα τους στα 11 έτη κι έτσι κατερρίφθη η ακριβής  αντιστοίχηση  μεταξύ  της  ουράνιας  μηχανικής  και  των  διακυμάνσεων  των  οικονομικών  κύκλων.  Οι  ηλιακές  κηλίδες  περιορίστηκαν  στα  ενδιαφέροντα  των  αστρονόμων,  και  η  αναζήτηση  των  κινητήριων  δυνάμεων  των  οικονομικών  κύκλων  επανήλθε  σε  πιο  γήινα  επίπεδα.  Για  την  ακρίβεια,  επανήλθε  σε  περιοχή  που  πρώτος,  έναν  αιώνα  πριν,  είχε  υποδείξει  ο  Malthus με αδεξιότητα αλλά και διαίσθηση ‐ στο χώρο της αποταμίευσης. Ίσως θυμόμαστε  τις αμφιβολίες του Malthus ‐ την κακοδιατυπωμένη αίσθησή του ότι ο αποθησαυρισμός θα  μπορούσε,  κατά  κάποιο  τρόπο,  να  καταλήξει  σε  «γενικευμένη  υπερπροσφορά  εμπορευμάτων». Ο Ricardo κάγχασε. Ο Mill περιφρόνησε την άποψη. Και η ιδέα κατέληξε  να  είναι  μέρος  της  ανυπόληπτης  και  επικίνδυνης  ανοητολογίας  του  υποκόσμου.  Το  να  λέγεται ότι ο αποθησαυρισμός ήταν η ρίζα του κακού ‐ μα αυτό ήταν σαν να καταδικάζεται  η ίδια  η αποταμίευση! Κάτι τέτοιο θα  ήταν σχεδόν  ανήθικο: όπως  είχε άλλωστε γράψει ο  Adam Smith: «Αυτό που θεωρείται σώφρον στη συμπεριφορά της κάθε οικογένειας δεν θα  μπορούσε να θεωρηθεί αφροσύνη στη συμπεριφορά ενός μεγάλου έθνους;»276  Αλλά  όταν  οι  πρώτοι  οικονομολόγοι  αρνούνταν  να  θεωρήσουν  ότι  η  αποταμίευση  μπορούσε να αποτελέσει τροχοπέδη στην οικονομία, δεν ενέδιδαν σε κάποιο είδος ηθικού  προσηλυτισμού ‐ απλώς παρατηρούσαν τα δεδομένα του πραγματικού κόσμου. 

Στην αρχή του 19ου αιώνα αυτοί που αποταμίευαν ήταν εν πολλοίς οι ίδιοι μ’ εκείνους που  χρησιμοποιούσαν  τις  αποταμιεύσεις.  Στο  δύσκολο  κόσμο  του  Ricardo  ή  του  Mill,  οι  μόνοι  σχεδόν  που  μπορούσαν  να  κάνουν  οικονομίες  ήταν  οι  πλούσιοι  γαιοκτήμονες  και  οι  κεφαλαιοκράτες,  και  τα  ποσά  που  έβαζαν  στην  μπάντα  χρησιμοποιούνταν  συνήθως  για  παραγωγικές επενδύσεις της άλφα ή βήτα μορφής.  Γι’ αυτό οι αποταμιεύσεις δικαίως ονομάζονταν «συσσώρευση», διότι αντιπροσώπευαν δύο  πλευρές  του  ίδιου  νομίσματος:  αφενός  τη  συγκέντρωση  κάποιου  χρηματικού  ποσού  και  από την άλλη την άμεση χρησιμοποίησή του με την αγορά εργαλείων, κτιρίων ή γης για την  πραγματοποίηση περισσότερων κερδών.  Όμως,  προς  τα  μέσα  του  19ου  αιώνα,  η  δομή  της  οικονομίας  άλλαξε.

Σχετικα αρθρα

Παγκόσμια Οικονομία: Στα “δίχτυα” της Όμικρον

admin

ΤτΕ:Η επίδραση της πανδημίας δεν έχει ακόμη πλήρως καταγραφεί στα μεγέθη των τραπεζών

admin

Αναλυτες: Το ευρωπαϊκο ράλι θα συνεχιστεί και το 2022

admin

Δημοσιονομικό Συμβούλιο: Οι κίνδυνοι που μπορεί να προκύψουν στην οικονομία

admin

Πως στήνεται το σκηνικό μιας bear market…

admin

Alpha Bank: 297 εκατ. ευρώ κέρδη μετά φόρων στο εννεάμηνο + 254%!

admin

Βαθαίνει η νομισματική κρίση στην Τουρκία

admin

Alpha Bank:Δημοσιονομικός χώρος, δημόσιες επενδύσεις και οικονομική μεγέθυνση

admin

Ο “μαύρος” χειμώνας της Ο

admin

Οι αιρετικές απόψεις του JOHN MAYNARD KEYNES (II)

admin

ΧΑ: Black Friday…

admin

ΧΑ:Μεγάλη πτώση,μεγαλύτερες ανησυχίες….

admin