Image default
Must Read Ανάλυση Πρώτο Θέμα

Οι αιρετικές απόψεις του JOHN MAYNARD KEYNES (II)

Η  κατανομή  του  πλούτου  βελτιώθηκε  και,  μαζί  μ’  αυτή,  η  δυνατότητα  αποταμίευσης  προσφερόταν  σ’  όλο  και  περισσότερα  μέλη  της  κοινωνίας.  Ταυτόχρονα,  οι  επιχειρήσεις  μεγάλωσαν  και  θεμελίωσαν  περισσότερο  τη  θεσμική  μορφή  τους.  Αναζητούσαν  όλο  και  περισσότερα  κεφάλαια, όχι μόνο στις τσέπες των ιδιοκτητών‐διευθυντών τους, αλλά και στα πορτοφόλια  των  ανώνυμων  αποταμιευτών  όλης  της  χώρας.  Έτσι  οι  αποταμιεύσεις  και  οι  επενδύσεις  διαχωρίστηκαν κι έγιναν διαφορετικές λειτουργίες που ανέλαβαν χωριστές ομάδες ατόμων. 

 Όλες αυτές οι εξελίξεις έφεραν μπελάδες στην οικονομία. Ο Malthus είχε τελικά δίκιο, αν  και για λόγους που δεν είχε προβλέψει.    Το πρόβλημα είναι τόσο σημαντικό ‐τόσο κεντρικό για το θέμα των οικονομικών κρίσεων‐  που θα πρέπει να αφιερώσουμε λίγο χρόνο για να το ξεκαθαρίσουμε.  Πρέπει  πρώτα  απ’  όλα  να  κατανοήσουμε  πώς  μετριέται  η  ευημερία  ενός  έθνους.  Δεν  μετριέται  από  το  χρυσάφι  του  ‐  η  πάμπτωχη  Αφρική  για  πολλά  χρόνια  ήταν  πλούσια  σε  χρυσό. Ούτε από τα υλικά στοιχεία ενεργητικού ‐ τα κτίρια, τα ορυχεία, τα εργοστάσια και  τα δάση δεν εξανεμίστηκαν το 1932. 

Η ευημερία και οι οικονομικές κρίσεις δεν είναι τόσο  θέματα  δόξας  του  παρελθόντος  όσο  επιτευγμάτων  του  παρόντος.  Γι’  αυτό  μετριούνται  με  βάση τα εισοδήματα που κερδίζουμε. Όταν οι περισσότεροι από εμάς σε ατομικό επίπεδο  (άρα  όλοι  μας  σε  συλλογικό  επίπεδο)  απολαμβάνουμε  υψηλά  εισοδήματα,  τότε  το  έθνος  ευημερεί. Όταν μειώνεται το συνολικό ατομικό (ή εθνικό) εισόδημα, έχουμε ύφεση.  Ωστόσο, το εισόδημα ‐το εθνικό εισόδημα‐ δεν είναι μια στατική έννοια. Για την ακρίβεια,  το  κύριο  γνώρισμα  μιας  οικονομίας  είναι  η  ροή  εισοδημάτων  από  χέρι  σε  χέρι.  Με  κάθε  αγορά  που  κάνουμε,  μεταφέρουμε  μέρος  των  εισοδημάτων  μας  στην  τσέπη  κάποιου  άλλου. Ομοίως, κάθε δεκάρα από τα δικά μας εισοδήματα, είτε είναι μισθοί, ενοίκια, κέρδη  ή  τόκοι,  σε  τελική  ανάλυση  προέρχεται  από  χρήματα  που  κάποιος  άλλος  έχει  ξοδέψει.  

Σκεφτείτε  οποιοδήποτε  τμήμα  των  εισοδημάτων  σας  και  θα  γίνει  αμέσως  σαφές  ότι  ξεκίνησε από την τσέπη κάποιου άλλου: κάποιου που σας προσέλαβε, ή ήταν πελάτης του  μαγαζιού  σας,  ή  αγόρασε  τα  προϊόντα  της  εταιρείας  της  οποίας  κατέχετε  μετοχές  ή 

ομόλογα.  Με αυτήν ακριβώς τη διαδικασία κυκλοφορίας του χρήματος ‐όπου ο ένας αναλαμβάνει να  κάνει  την  μπουγάδα  του  άλλου,  κατά  μία  περιγραφή‐  αναζωογονείται  συνεχώς  η  οικονομία.  Σε  μεγάλο  βαθμό,  αυτή  η  διαδικασία  διοχέτευσης  εισοδημάτων  από  την  τσέπη  του  ενός  στην  τσέπη  του  άλλου  πραγματοποιείται  με  τρόπο  φυσικό  και  ανεμπόδιστο.  

Οι  περισσότεροι  από  εμάς  ξοδεύουμε  το  μεγαλύτερο  μέρος  του  εισοδήματός  μας  σε  αγαθά  για προσωπική χρήση και ευχαρίστηση ‐τα λεγόμενα καταναλωτικά αγαθά‐ και, εφόσον δεν  σταματάμε  να  αγοράζουμε  καταναλωτικά  αγαθά  με  σχετική  συνέπεια  και  σταθερότητα,  ο  διαμοιρασμός  μεγάλου  ποσοστού  του  εθνικού  εισοδήματος  είναι  εξασφαλισμένος.  Το  γεγονός ότι πρέπει να φάμε και να ντυθούμε αλλά και να διασκεδάσουμε εξασφαλίζει τις  συχνές και σταθερές δαπάνες από όλους μας.  Έως  εδώ  όλα  είναι  απλά  και  χωρίς  περιπλοκές.  

Υπάρχει,  ωστόσο,  ένα  τμήμα  των  εισοδημάτων  μας  που  δεν  διοχετεύεται  απευθείας  στην  αγορά  για  να  γίνει  το  εισόδημα  κάποιων  άλλων.  Αυτά  είναι  τα  λεφτά  που  αποταμιεύουμε.  Αν  χώσουμε  αυτά  τα  λεφτά  σ’  ένα  στρώμα  ή  τα  καταχωνιάσουμε  κάπου  σαν  μετρητά,  είναι  προφανές  ότι  κάπου  σπάμε  την  κυκλική  ροή  των  εισοδημάτων.  Σ’  αυτή  την  περίπτωση  επιστρέφουμε  στην  κοινωνία  λιγότερα από όσα μας έδωσε. Αν αυτή η διαδικασία «παγώματος» γίνει σε μεγάλη έκταση  και  για  μεγάλο  χρονικό  διάστημα,  σύντομα  θα  παρατηρηθεί  σωρευτική  πτώση  των  χρηματικών  εισοδημάτων  καθώς  όλο  και  λιγότερα  χρήματα  θα  αλλάζουν  χέρια  σε  κάθε  γύρο. Η συνέπεια θα είναι η οικονομική ύφεση.  Υπό  κανονικές  συνθήκες,  αυτή  η  επικίνδυνη  διακοπή  της  ροής  των  εισοδημάτων  δεν  συμβαίνει,  κι  αυτό  επειδή  δεν  «παγώνουμε»  τις  αποταμιεύσεις  μας.  

Τις  τοποθετούμε  σε  μετοχές  και  ομόλογα  ή  τις  καταθέτουμε  στην  τράπεζα  και  με  αυτό  τον  τρόπο  κάνουμε  δυνατή  την  επαναχρησιμοποίησή  τους.  Έτσι,  όταν  αγοράζουμε  μετοχές,  διοχετεύουμε  άμεσα  τις  οικονομίες  μας  σε  κάποια  επιχείρηση  και,  αν  τις  βάλουμε  στην  τράπεζα,  η  τράπεζα  μπορεί  να  τις  χρησιμοποιήσει  για  να  δανείσει  επιχειρήσεις  που  αναζητούν  κεφάλαια.  Είτε  καταθέτουμε  τις  αποταμιεύσεις  μας  σε  τράπεζες  είτε  τις  χρησιμοποιούμε  για  να  αγοράσουμε  ασφάλειες  ή  χρεόγραφα,  υπάρχουν  κανάλια  που  φροντίζουν  να  επαναδιοχετεύσουν αυτές τις αποταμιεύσεις στην κυκλοφορία μέσω των επιχειρηματικών  δραστηριοτήτων,  αφού,  όταν  οι  επιχειρήσεις  παίρνουν  και  ξοδεύουν  τις  αποταμιεύσεις  μας, αυτές καταλήγουν να γίνουν κάποιου ο μισθός ή κάποιου άλλου το κέρδος.  

Αλλά,  κι  αυτό  είναι  ένα  σημαντικό  «αλλά»,  δεν  υπάρχει  κάτι  το  αυτόματο  σ’  αυτή  τη  διοχέτευση  των  αποταμιεύσεων  σε  επενδύσεις.  Οι  επιχειρήσεις  δεν  χρειάζονται  τις  αποταμιεύσεις  των  άλλων  για  να  διεκπεραιώσουν  τις  καθημερινές  τους  λειτουργίες  ‐  καλύπτουν  τις  δαπάνες  τους  με  τις  εισπράξεις  απ’  τις  πωλήσεις  των  προϊόντων  τους.  Οι  επιχειρήσεις χρειάζονται τις αποταμιεύσεις μόνο όταν επεκτείνουν τη δραστηριότητά τους,  αφού οι κανονικές εισπράξεις τους συνήθως δεν τους εξασφαλίζουν επαρκή κεφάλαια για  να  χτίσουν  ένα  καινούργιο  εργοστάσιο  ή  για  να  επεκτείνουν  τον  εξοπλισμό  τους.  Σ’  αυτό  ακριβώς το σημείο αρχίζουν να ανακύπτουν τα προβλήματα. Μια κοινότητα που πιστεύει  στα  αγαθά  της  αποταμίευσης  προσπαθεί  πάντα  να  βάζει  στην  μπάντα  μέρος  των  εισοδημάτων  της.  

Οι  επιχειρήσεις,  όμως,  δεν  είναι  πάντοτε  σε  θέση  να  επεκτείνουν  τις  δραστηριότητές  τους.  Όταν  το  επιχειρηματικό  κλίμα  είναι  αρνητικό,  είτε  λόγω  υπερπροσφοράς σε κάποιες αγορές, ή επειδή οι διεθνείς συνθήκες εμπνέουν ανησυχίες, ή  επειδή οι επιχειρηματίες νιώθουν εκνευρισμό λόγω του πληθωρισμού, ή για οποιονδήποτε  άλλο  λόγο,  τα  κίνητρα  για  επενδύσεις  εξασθενούν.  Γιατί  άλλωστε  να  θέλει  κάποιος επιχειρηματίας να επεκτείνει τις δραστηριότητές του όταν αντικρίζει το μέλλον με τρόμο; 

 Εδώ  ακριβώς  βρίσκεται  η  πιθανότητα  της  οικονομικής  ύφεσης.  Αν  οι  οικονομίες  μας  δεν  γίνουν  επενδύσεις  απ’  τις  επεκτεινόμενες  επιχειρήσεις,  τα  εισοδήματά  μας  θα  μειωθούν.  Θα  βρεθούμε  στον  ίδιο  φαύλο  κύκλο  συρρίκνωσης  που  θα  προκαλούσαμε  αν  καταχωνιάζαμε και παγώναμε τις οικονομίες μας.  Πόσο  πιθανό  είναι  να  συμβεί  κάτι  τέτοιο;  Θα  δούμε  παρακάτω.  Ας  σημειώσουμε  εδώ  ότι  έχουμε  να  κάνουμε  με  μια  περίεργη  και  ψυχρή  μορφή  διελκυστίνδας.  Δεν  μετέχουν  άπληστοι  γαιοκτήμονες  ή  φιλάργυροι  κεφαλαιοκράτες.  Υπάρχουν  μόνο  απόλυτα  καθώς  πρέπει  πολίτες  που  επιδιώκουν  με  κάθε  σωφροσύνη  να  αποταμιεύσουν  μέρος  των  εισοδημάτων τους και απόλυτα καθώς πρέπει επιχειρηματίες που με την ίδια σωφροσύνη  αποφασίζουν κατά πόσο οι συνθήκες είναι πρόσφορες για να διακινδυνεύσουν την αγορά  μιας νέας μηχανής ή την ανέγερση ενός νέου εργοστασίου. Ωστόσο, από την έκβαση αυτών  των συνετών αποφάσεων εξαρτάται η πορεία της οικονομίας, διότι αν οι αποφάσεις αυτές  δεν είναι συντονισμένες ‐αν, για παράδειγμα, οι επιχειρηματίες επενδύσουν λιγότερα από  αυτά  που  επιδιώκει  να  αποταμιεύσει  η  κοινότητα‐  τότε  η  οικονομία  θα  πρέπει  να  προσαρμοστεί στους περιορισμούς της ύφεσης. Απ’ αυτό, περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο,  εξαρτάται το αν θα έχουμε οικονομική άνθηση ή ύφεση.  

Το  ότι  είμαστε  ευάλωτοι  στην  αλληλεπίδραση  καταθέσεων  και  επενδύσεων  είναι,  κατά  κάποιο τρόπο, το τίμημα που πρέπει να καταβάλλουμε για την οικονομική ελευθερία.  Στη  Σοβιετική  Ρωσία  δεν  υπήρχε  τέτοιο  πρόβλημα,  ούτε  στην  Αίγυπτο  τον  καιρό  των  Φαραώ. Στις διατεταγμένες οικονομίες οι αποταμιεύσεις και οι επενδύσεις ρυθμίζονται εκ  των άνω, και ο απόλυτος έλεγχος στο σύνολο της οικονομικής ζωής του έθνους φροντίζει,  ώστε  οι  αποταμιεύσεις  του  έθνους  να  χρησιμοποιηθούν  για  να  χρηματοδοτήσουν  τις  πυραμίδες του ή τα ηλεκτρικά εργοστάσιά του. Στον καπιταλιστικό κόσμο τα πράγματα δεν  γίνονται  έτσι.  Εκεί  οι  αποφάσεις  για  την  αποταμίευση  και  η  διάθεση  για  επενδύσεις  εξαρτώνται από την ελεύθερη βούληση των ίδιων των οικονομικών συντελεστών. Και αφού  αυτές οι αποφάσεις παίρνονται ελεύθερα, μπορεί και να μην είναι συντονισμένες. Μπορεί  οι επενδύσεις να μη φτάνουν να απορροφήσουν τις αποταμιεύσεις μας ή οι αποταμιεύσεις  μας  να  μη  φτάνουν  να  καλύψουν  τις  επενδυτικές  μας  ανάγκες.  

Η  οικονομική  ελευθερία  είναι  μια  άκρως  επιθυμητή  κατάσταση  ‐  αλλά  στην  ύφεση  και  στην  άνθηση  πρέπει  να  είμαστε προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουμε τις πιθανές συνέπειες της.  Με όλα αυτά κοντεύουμε να ξεχάσουμε τον Keynes και την Πραγματεία για το χρήμα. Όχι  εντελώς.  Η  Πραγματεία  είναι  μια  λαμπρή  ανάλυση  αυτής  της  ταλάντωσης  μεταξύ  καταθέσεων  και  επενδύσεων.  Η  ιδέα  δεν  ανήκε  αποκλειστικά  στον  Keynes  αφού  είχαν  προηγηθεί  πολλοί  σπουδαίοι  οικονομολόγοι  που  υπογράμμισαν  τον  κρίσιμο  ρόλο  που  έπαιζαν  οι  δύο  αυτοί  παράγοντες  στους  οικονομικούς  κύκλους.  Αλλά,  όπως  και  με  οτιδήποτε άλλο που καταπιανόταν, έτσι κι εδώ ο γραπτός λόγος του έδινε νέες διαστάσεις  στις αφηρημένες οικονομικές έννοιες. 

Για παράδειγμα:  Είναι σύνηθες να σκεπτόμαστε το συσσωρευμένο πλούτο του κόσμου σαν κάτι που έχει συγκεντρωθεί με κόπο από την εθελούσια αποχή των ατόμων από την άμεση απόλαυση της κατανάλωσης, την οποία ονομάζουμε Φειδώ.Θα πρέπει να είναι ωστόσο προφανές ότι από μόνη της η αποχή δεν αρκεί για να χτιστούν  πόλεις ή να αποξηρανθούν τα έλη.  …Αυτό που χτίζει και βελτιώνει τα υπάρχοντα των ανθρώπων είναι η Επιχειρηματική Πρωτοβουλία… Όταν ενεργοποιείται η Επιχειρηματική Πρωτοβουλία, συσσωρεύονται πλούτη ασχέτως του τι συμβαίνει με τη Φειδώ. Αν πάλι η Επιχειρηματική Πρωτοβουλία αδρανεί, ο πλούτος μειώνεται, ό,τι κι αν κάνει η Φειδώ.

Ωστόσο,  παρά  την  αριστοτεχνική  του  ανάλυση,  πριν  καλά  καλά  ολοκληρώσει  την  Πραγματεία  του  ο  Keynes,  την  έκανε,  μεταφορικά,  κομμάτια.  Διότι  η  θεωρία  για  τα  σκαμπανεβάσματα  αποταμιεύσεων  και  επενδύσεων  χώλαινε  σ’  ένα  βασικό  σημείο:  δεν  εξηγούσε  πώς  μια  οικονομία  ήταν  δυνατό  να  παραμένει  σε  κατάσταση  παρατεταμένης  ύφεσης.  Άλλωστε,  όπως  δείχνει  η  αναλογία  με  την  τραμπάλα,  θα  περίμενε  κανείς  ότι  μια  οικονομία  που  αναστέναζε  από  το  βάρος  πλεονάσματος  αποταμιεύσεων,  σε  σύντομο  χρονικό διάστημα θα έπρεπε να κλίνει προς την αντίθετη πλευρά.  Κι αυτό επειδή οι αποταμιεύσεις και οι επενδύσεις ‐η Φειδώ και η Επιχειρηματικότητα‐ δεν  είναι  εντελώς  ασύνδετες  οικονομικές  δραστηριότητες.  Αντιθέτως,  συνδέονται  στην  αγορά  εκείνη όπου οι επιχειρηματίες «αγοράζουν» αποταμιεύσεις ή, τουλάχιστον, τις δανείζονται:  στη  χρηματαγορά.  Οι  καταθέσεις,  όπως  κάθε  άλλο  εμπορεύσιμο  αγαθό,  έχουν  την  τιμή  τους: το επιτόκιο. Συνεπώς (έτσι φαινόταν), στο κατώτατο σημείο της ύφεσης όταν υπήρχε  πλεόνασμα αποταμιεύσεων, η τιμή τους θα έπρεπε να μειωθεί ‐ ακριβώς όπως μειωνόταν η  τιμή  των  παπουτσιών  όταν  υπήρχε  υπερεπάρκεια.  Και  καθώς  η  τιμή  των  καταθέσεων  μειωνόταν  ‐με  την  πτώση  των  επιτοκίων‐  θα  έπρεπε  να  αυξάνονται  τα  κίνητρα  για  επενδύσεις:  αν  ήταν  πολύ  ακριβό  να  χτίσεις  ένα  καινούργιο  εργοστάσιο  όταν  τα  χρήματα  που  χρειάζονταν  θα  στοίχιζαν  10%,  δεν  θα  ήταν  πιο  επικερδές  όταν  θα  μπορούσες  να  εξασφαλίσεις τα χρήματα για το χτίσιμο του με επιτόκιο μόνο 5%; 

 Άρα  η  θεωρία  της  τραμπάλας  φαινόταν  να  εγγυάται  ότι  υπάρχει  μια  εγγενής,  αυτόματη  ασφαλιστική  δικλίδα  στον  ίδιο  τον  οικονομικό  κύκλο,  ότι  όταν  υπάρχει  υπεραφθονία  αποταμιεύσεων  ο  δανεισμός  θα  γίνεται  φθηνότερος  και  ότι  έτσι  οι  επιχειρήσεις  θα  ενθαρρύνονταν  να  επενδύσουν.  Σύμφωνα  με  τη  θεωρία,  η  οικονομία  ήταν  πιθανό  να  συρρικνωθεί αλλά μετά σίγουρα θα ανέκαμπτε και πάλι.  

Όμως, ήταν αυτό ακριβώς που δεν συνέβη στη διάρκεια της Μεγάλης Κρίσης. Τα επιτόκια  μειώθηκαν, αλλά τίποτα δεν συνέβη. Τα παλιά γνωστά γιατροσόφια μπήκαν σ’ εφαρμογή ‐ λίγο  τοπικό  κατάπλασμα  και  μια  μεγάλη  δόση  αισιοδοξίας‐  αλλά  ο  ασθενής  δεν  έλεγε  να  αναρρώσει. Παρά την προφανή λογική της θεωρίας, κάτι φαινόταν να λείπει απ’ τη βολική  διατύπωση  του  επιτοκίου,  που  συνέχεια  ρύθμιζε  την  τραμπάλα  καταθέσεων  και  επενδύσεων,  για  να  την  κρατά  σε  ισορροπία.  Ασφαλώς  υπήρχε  κάτι  άλλο  που  δεν  άφηνε  την οικονομία να προχωρήσει.    

Το  αριστούργημα  του  Keynes  ετοιμαζόταν  στο  μυαλό  του  για  αρκετό  καιρό.  «Για  να  καταλάβεις τη διανοητική μου κατάσταση»278 έγραφε στον George Μπέρναρντ Σω το 1935 ‐ είχε  μόλις  ξαναδιαβάσει  τον  Marx  και  τον  Engels  μετά  από  σύσταση  του  Σω  και  δεν  είχε  ενθουσιαστεί‐  «…θα  πρέπει  να  γνωρίζεις  ότι  γράφω  ένα  βιβλίο  οικονομικής  θεωρίας  που  είμαι  πεπεισμένος  ότι  θα  φέρει  επανάσταση  ‐όχι,  φαντάζομαι,  αμέσως  αλλά  μέσα  στα  επόμενα  δέκα  χρόνια‐  στον  τρόπο  που  ο  κόσμος  αντιμετωπίζει  τα  οικονομικά  προβλήματα…  

Δεν  έχω  απαίτηση  να  με  πιστέψεις  εσύ  ή  οποιοσδήποτε  άλλος  αυτή  τη  στιγμή. Εγώ ο ίδιος, πάντως, δεν το ελπίζω απλώς ‐ είμαι απόλυτα βέβαιος.»  Ως συνήθως, είχε δίκιο. Το βιβλίο του έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία. Είναι αμφίβολο κατά  πόσο ο Σω θα μπορούσε να αναγνωρίσει την αξία του αν προσπαθούσε να το αφομοιώσει.  Είχε τον απωθητικό τίτλο Γενική θεωρία της απασχόλησης, του τόκου και του χρήματος (The General  Theory  of  Employment,  Interest  and  Money),  και  το  περιεχόμενό  του  ήταν  ακόμα  πιο απωθητικό. Μπορούμε να φανταστούμε τον Σω να διαβάζει απορημένος στη σελίδα 25:  «Έστω  ότι  Ζ  είναι  η  συνολική  τιμή  προσφοράς  της  παραγόμενης  ποσότητας  από  την  απασχόληση Ν εργατών, η σχέση μεταξύ Ζ και Ν μπορεί να οριστεί ως Ζ = φ(Ν), την οποία  μπορούμε  να  ονομάσουμε  Συνάρτηση  Συνολικής  Προσφοράς».  

Αν  αυτό  δεν  αρκεί  να  τρομοκρατήσει τον καθένα, υπήρχε σχεδόν παντελής έλλειψη του πανοράματος κοινωνικής  δράσης που ο μέσος αναγνώστης είχε συνηθίσει να βρίσκει στα γραφτά του Smith, του Mill  ή  του  Marx.  Εδώ  κι  εκεί  υπήρχαν  κάποια  εκπληκτικά  αποσπάσματα  ‐όπως  εκείνο  το  πασίγνωστο  που  συνέκρινε  την  επιλογή  μετοχών  με  την  επιλογή  των  νικητριών  στα  καλλιστεία‐  αλλά  τα  αποσπάσματα  αυτά  δεν  ήταν  παρά  οάσεις  μέσα  σε  μια  έρημο  άλγεβρας και αφηρημένης ανάλυσης.  Ωστόσο,  το  βιβλίο  ήταν  επαναστατικό:  δεν  υπάρχει  άλλη  λέξη  που  να  το  περιγράφει  καλύτερα.  Ανέτρεπε  την  οικονομική  επιστήμη,  όπως  ακριβώς  την  είχαν  ανατρέψει  ο  Πλούτος των Εθνών και το Κεφάλαιο.  Διότι  η  Γενική  θεωρία  κατέληγε  σε  ένα  εκπληκτικό  και  ανησυχητικό  συμπέρασμα:  τελικά  δεν υπήρχε αυτόματος μηχανισμός ασφαλείας! Η οικονομία δεν έμοιαζε με τραμπάλα που  έτεινε  από  μόνη  της  προς  την  οριζόντια  θέση,  αλλά  με  ανελκυστήρα:  μπορούσε  να  ανεβαίνει ή να κατεβαίνει, αλλά μπορούσε να μένει και στάσιμη. Και μπορούσε με την ίδια  πιθανότητα να μένει ακίνητη στο ισόγειο ή και στο ψηλότερο πάτωμα. 

Με άλλα λόγια, μια  περίοδος  ύφεσης  δεν  ήταν  βέβαιο  ότι  θα  μπορούσε  να  διορθωθεί  από  μόνη  της  ‐  η  οικονομία  θα  μπορούσε  να  μένει  στάσιμη  επ’  αόριστον,  σαν  πλοίο  ακινητοποιημένο  σε  νηνεμία.  Μα  πώς  ήταν  δυνατό  κάτι  τέτοιο;  Δεν  θα  έπρεπε  η  πληθώρα  καταθέσεων  στο  χειρότερο  σημείο  της  ύφεσης  να  πιέσει  προς  τα  κάτω  τα  επιτόκια  και  δεν  θα  ενθάρρυνε  αυτό  τις  επιχειρήσεις  να  χρησιμοποιήσουν  το  φτηνό  χρήμα  για  να  επεκτείνουν  τις  εγκαταστάσεις  τους; 

 Ο  Keynes  ανακάλυψε  το  αδύνατο  σημείο  αυτού  του  επιχειρήματος  στην  απλούστερη  και  προφανέστερη  (από  τη  στιγμή  που  κάποιος  την  επισήμανε)  πραγματικότητα  της  οικονομικής ζωής: στο χειρότερο σημείο της ύφεσης δεν ήταν δυνατό να υπάρχει πληθώρα  καταθέσεων. Διότι αυτό που συμβαίνει όταν μια οικονομία μπαίνει σε πτωτική πορεία είναι  ότι τα εισοδήματα συρρικνώνονται και, μαζί μ’ αυτά, συρρικνώνονται και οι αποταμιεύσεις.  Πώς  θα  ήταν  δυνατό  μια  κοινότητα  να  αποταμιεύσει  σε  δύσκολους  καιρούς  όσο  θα  αποταμίευε  σε  μέρες  ευημερίας;  ρώτησε  ο  Keynes.  

Προφανώς  αυτό  ήταν  αδύνατο.  Το  αποτέλεσμα  της  ύφεσης  δεν  θα  ήταν  να  πολλαπλασιαστούν  οι  αποταμιεύσεις  αλλά  να  στερέψουν ‐ δεν θα είχαμε κατακλυσμό αποταμιεύσεων αλλά σταγονίδια.  Κι  έτσι  συνέβη  στην  πραγματικότητα.  Το  1929  οι  Αμερικανοί  ιδιώτες  αποταμίευσαν  3,7  δισεκατομμύρια  δολάρια  από  το  εισόδημά  τους  ‐  κατά  την  περίοδο  1932‐33  δεν  έκαναν  καθόλου αποταμιεύσεις. Για την ακρίβεια, μείωναν τον όγκο των αποταμιεύσεων που είχαν  κάνει  τα  προηγούμενα  χρόνια.  

Οι  επιχειρήσεις,  οι  οποίες  στις  μέρες  της  άνθησης  είχαν  κέρδη  ύψους  2,6  δισ.  δολαρίων  μετά  την  πληρωμή  φόρων  και  μερισμάτων,  έφτασαν  να  χάνουν  6  δισ.  δολάρια  τρία  χρόνια  αργότερα.  Ήταν  προφανές  ότι  ο  Keynes  είχε  δίκιο:  η  αποταμίευση είναι μια πολυτέλεια που δεν μπορεί να αντέξει σε μέρες δυσπραγίας.  Αλλά η κυριότερη συνέπεια της πτώσης των αποταμιεύσεων ήταν ακόμα πιο σημαντική και  από  την  απώλεια  της  ατομικής  ασφάλειας  που  συνεπαγόταν  αυτή  η  πτώση.  Η  κυριότερη 

συνέπεια  ήταν  ότι  η  οικονομία  βρέθηκε  σε  κατάσταση  παράλυσης  ακριβώς  τότε  που  χρειαζόταν  να  επιδείξει  δυναμισμό.  Διότι  αν  δεν  υπήρχε  πλεόνασμα  αποταμιεύσεων,  δεν  θα υπήρχε πίεση στα επιτόκια που θα ενεθάρρυνε τους επιχειρηματίες να δανειστούν. Και  αν δεν υπήρχαν δανεισμός και επενδύσεις, δεν  θα υπήρχε ανάπτυξη. 

Η οικονομία δεν  θα  έκανε  ούτε  ένα  βήμα  μπρος:  θα  παρέμενε  σε  κατάσταση  «ισορροπίας»  παρά  την  ύπαρξη  ανέργων και την υποαπασχόληση εργοστασίων και μηχανημάτων.  Έτσι  είχαμε  το  παράδοξο  της  φτώχειας  στο  μέσο  της  αφθονίας  και  την  ανωμαλία  της  ταυτόχρονης υποαπασχόλησης ανθρώπων και μηχανών. Στο χειρότερο σημείο της ύφεσης  σημειώνεται  η  αποκαρδιωτική  αντίφαση  να  υπάρχει  μεγάλη  ανάγκη  για  προϊόντα  και  ταυτόχρονα  ανεπαρκής  παραγωγή.  Αλλά  η  αντίφαση  ήταν  αποκλειστικά  ηθικής  μορφής.  Διότι  η  οικονομία  δεν  λειτουργεί  για  να  ικανοποιήσει  ανθρώπινες  ανάγκες  ‐  οι  ανάγκες,  όπως και τα όνειρα, δεν τελειώνουν ποτέ. Η οικονομία παράγει αγαθά για να ικανοποιήσει  τη ζήτηση ‐ και η ζήτηση είναι ανάλογη με το μέγεθος των πορτοφολιών. Γι’ αυτό το λόγο οι  άνεργοι  δεν  είχαν  οικονομική  οντότητα.  Ασκούσαν  στη  λειτουργία  της  αγοράς  την  ίδια  επιρροή που θα ασκούσαν αν είχαν μετακομίσει στο φεγγάρι.  Βέβαια,  με  τη  μείωση  των  επενδύσεων,  η  οικονομία  συρρικνώθηκε  και  η  κοινωνική  δυστυχία  εμφανίστηκε.  

Όπως,  όμως,  επισήμανε  ο  Keynes,  δεν  επρόκειτο  για  αποτελεσματική κοινωνική δυστυχία: η συνείδηση του έθνους δεν μπορούσε να αποτελέσει  αποτελεσματικό  υποκατάστατο  των  επενδύσεων.  Αντιθέτως,  αφού  οι  καταθέσεις  μειώνονταν  μαζί  με  τις  επενδύσεις,  η  οικονομική  ροή  συνεχιζόταν  ισόρροπα,  χωρίς  να  επηρεάζεται απ’ το γεγονός ότι ήταν πολύ μικρότερη από πριν.  Μια πραγματικά περίεργη κατάσταση πραγμάτων: μια τραγωδία χωρίς κακό ήρωα. Κανένας  δεν μπορεί να κατακρίνει την κοινωνία που αποταμιεύει, αφού η αποταμίευση είναι, κατά  κοινή  ομολογία,  αρετή.  Αντίστοιχα,  δεν  μπορούμε  να  επιτιμήσουμε  τους  επιχειρηματίες  επειδή δεν επενδύουν, όταν είναι βέβαιο ότι με μεγάλη χαρά θα το κάνουν μόλις δουν την  οποιαδήποτε  ικανοποιητική  ευκαιρία  για  επιτυχία.  Η  δυσκολία  παύει  να  είναι  ηθικής  μορφής  ‐  ζήτημα  δικαιοσύνης,  εκμετάλλευσης  ή  ακόμα  ανθρώπινης  ανοησίας.  Πρόκειται  απλώς για μια τεχνική δυσκολία, σχεδόν κάτι σαν μηχανικό σφάλμα. Αλλά αυτό δεν κάνει  λιγότερο σοβαρό το τίμημα που πληρώνουμε. 

 Διότι το τίμημα της μειωμένης οικονομικής  δραστηριότητας είναι η ανεργία.  Εδώ βρίσκεται το πιο δυσκολοχώνευτο απ’ όλα τα γεγονότα. Η επιθυμία για επενδύσεις δεν  μπορεί να διαρκεί επ’ άπειρον. Αργά ή γρήγορα, οι επενδύσεις θα μειωθούν.  Αυτό  συμβαίνει  επειδή  κάθε  κλάδος  οικονομικής  δραστηριότητας  περιορίζεται  από  το  μέγεθος  της  αγοράς  την  οποία  εξυπηρετεί.  Ας  πάρουμε,  για  παράδειγμα,  τους  σιδηροδρόμους στη δεκαετία του 1860 ‐ μια περίοδο που έγιναν τεράστιες επενδύσεις σε  νέες σιδηροδρομικές γραμμές. Οι πρώτοι μεγιστάνες των σιδηροδρόμων δεν έχτιζαν για τις  αγορές του 1960. Αν αποφάσιζαν να τοποθετήσουν τις σιδηροτροχιές που θα χρειαζόταν η  οικονομία  εκατό  χρόνια  αργότερα,  θα  τοποθετούσαν  γραμμές  που  θα  έφταναν  σε  πόλεις  που  δεν  υπήρχαν  τότε,  μέσα  από  περιοχές  χωρίς  κατοίκους.  

Έτσι,  τοποθετούσαν  γραμμές  που  θα  μπορούσαν  να  χρησιμοποιηθούν  ‐  και  μετά  σταματούσαν.  Το  ίδιο  μπορούμε  να  πούμε για την αυτοκινητοβιομηχανία. Ακόμα κι αν μπορούσε ο Henry Ford να μαζέψει τα  κεφάλαια με τα οποία να χτίσει το 1910 το εργοστάσιο στο River Rouge του 1950, θα είχε  χρεοκοπήσει  σε  χρόνο  μηδέν:  το  1910  δεν  υπήρχαν  ούτε  οι  δρόμοι,  ούτε  τα  βενζινάδικα,  ούτε  η  ζήτηση  για  τόσο  πολλά  αυτοκίνητα.  Για  να  φέρουμε  το  όλο  ζήτημα  πιο  κοντά  στις  μέρες  μας:  στο  τέλος  της  δεκαετίας  του  1990  οι  αμερικανικές  επιχειρήσεις  ξόδευαν  πάνω  από  1  τρισεκατομμύριο  δολάρια  ετησίως  για  να  επεκτείνουν  τον  πάγιο  εξοπλισμό  τους. 

Όμως  δεν  ξόδευαν  2  τρις.  Ίσως,  κάποια  μέρα,  θα  χρειαστεί  να  τα  ξοδεύουν,  αλλά  στο  κλείσιμο του αιώνα η μέρα αυτή δεν έχει έρθει ακόμα.  Έτσι οι επενδύσεις έχουν μια τυπική συμπεριφορά: πρώτα, υπάρχει μεγάλη προθυμία για  την  αξιοποίηση  μιας  νέας  ευκαιρίας,  μετά  επιφυλακτικότητα  για  να  μην  αφήσουν  τον  ενθουσιασμό  να  οδηγήσει  σε  υπερβολές,  και  τέλος  αδράνεια  όταν  η  αγορά  φαίνεται  να  είναι ικανοποιημένη προς το παρόν.  Αν, κάθε φορά που ολοκληρωνόταν μια μεμονωμένη επενδυτική προσπάθεια, εμφανιζόταν  μια νέα ευκαιρία στον ορίζοντα, δεν θα αντιμετωπίζαμε ποτέ ύφεση. Αλλά αυτό δεν είναι  πιθανό  να  συμβαίνει.  Το  γεγονός  ότι  οι  ανθρώπινες  ανάγκες  είναι  ανεξάντλητες  δεν  εγγυάται  ότι  κάθε  επένδυση  θα  αποδώσει.  Η  οικονομία  είναι  γεμάτη  από  τα  ερείπια  επιχειρήσεων  που  κατέρρευσαν  λόγω  επιπόλαιης  και  παράτολμης  επέκτασης.  

Οι  περισσότερες  μορφές  επένδυσης  απαιτούν  κάτι  περισσότερο  από  το  κίνητρο  των  αισιόδοξων  προσδοκιών  ‐χρειάζονται  κάτι  πιο  χειροπιαστό,  όπως  κάποια  νέα  εφεύρεση,  κάποιο βελτιωμένο τρόπο να γίνονται τα πράγματα, κάποιο ενδιαφέρον προϊόν που μπορεί  να  τραβήξει  την  προσοχή  του  κοινού.  Και,  όπως  θα  σας  πει  κάθε  επιχειρηματίας,  τέτοιες  ευκαιρίες δεν εμφανίζονται κάθε μέρα.  Γι’  αυτό,  όταν  ολοκληρώνεται  μια  επενδυτική  προσπάθεια,  δεν  υπάρχει  πάντα  μια  άλλη  που  περιμένει  να  καλύψει  το  κενό.  Όταν  συμβαίνει  αυτό  ‐όταν  δηλαδή  οι  επενδύσεις  διατηρούν  το  ύψος  τους,  ακόμα  κι  αν  αλλάζει  η  σύνθεσή  τους‐  η  οικονομία  βαδίζει  ικανοποιητικά.  Αν  όμως  δεν  υπάρχουν  νέες  ευκαιρίες  για  επενδύσεις,  αρχίζει  η  συρρίκνωση.  

Εξετάζοντας αυτή την εγγενή αδυναμία του συστήματος, ο Keynes έγραφε:  Η αρχαία Αίγυπτος είχε τη διπλή τύχη, και ασφαλώς σ’ αυτό όφειλε τα μυθικά πλούτη της, να διαθέτει δύο δραστηριότητες, συγκεκριμένα την ανέγερση των πυραμίδων και την αναζήτηση πολύτιμων μετάλλων, οι καρποί των οποίων, αφού δεν μπορούσαν να καταναλωθούν για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες των ανθρώπων, δεν μούχλιαζαν από την υπεραφθονία. Στο Μεσαίωνα έχτιζαν καθεδρικούς και έψαλλαν πένθιμους ύμνους. Δύο πυραμίδες και δύο νεκρώσιμες ακολουθίες είναι δύο φορές καλύτερες από μία πυραμίδα και μία νεκρώσιμη ακολουθία. Αλλά αυτό δεν ισχύει για τις σιδηροδρομικές γραμμές από το London στο York.

Αυτή, λοιπόν, ήταν η ζοφερή διάγνωση που έκανε η Γενική θεωρία:  Πρώτον, μια οικονομία σε ύφεση μπορεί να παραμείνει σε ύφεση. Δεν υπάρχει τίποτα εγγενές στον οικονομικό μηχανισμό για να βγάλει την οικονομία από την ύφεση. Μπορεί να έχεις «ισορροπία» και ταυτόχρονα ανεργία, ακόμα και μαζική ανεργία. Δεύτερον, η ευημερία εξαρτάται από τις επενδύσεις. Αν μειωθούν οι επενδύσεις για κεφαλαιουχικό εξοπλισμό, θα ξεκινήσει μια διαδικασία συρρίκνωσης της οικονομίας. Μόνο αν αυξηθούν οι επενδύσεις θα ακολουθήσει η διαδικασία ανάπτυξης. Και τρίτον, οι επενδύσεις είναι ένας αναξιόπιστος κινητήριος τροχός για την οικονομία. Στην καρδιά του καπιταλισμού βρίσκεται η αβεβαιότητα, όχι η σιγουριά. Χωρίς να ευθύνονται οι ίδιοι οι επιχειρηματίες, ο καπιταλισμός βρίσκεται υπό τη συνεχή απειλή του κορεσμού, και ο κορεσμός συνεπάγεται την κάμψη της οικονομικής δραστηριότητας.

Επρόκειτο  ασφαλώς  για  μια  ανησυχητική  θεώρηση  των  πραγμάτων.  Δεν  θα  ταίριαζε,  ωστόσο,  στο  χαρακτήρα  του  Keynes  να  περιοριστεί  σε  μια  απαισιόδοξη  διάγνωση  και  να  μην  προχωρήσει  παρακάτω.  Παρά  τις  προειδοποιήσεις  για  επερχόμενους  κινδύνους,  η  Γενική  θεωρία  δεν  προοριζόταν  να  αποτελέσει  βιβλίο  σκοτεινών  προφητειών.  Αντίθετα, έδινε μια υπόσχεση και πρότεινε μια θεραπεία.  Για να ακριβολογούμε, η θεραπεία είχε αρχίσει να εφαρμόζεται προτού γραφτεί η συνταγή.  Δινόταν  το  φάρμακο  προτού  ακόμα  βεβαιωθούν  οι  γιατροί  για  τα  αποτελέσματα  της  δράσης του. Οι Εκατό Ημέρες της Νέας Συμφωνίας (του New Deal) έφεραν σε ισχύ δεκάδες  νόμους  κοινωνικής  υφής  που  καθυστερούσαν  επί  είκοσι  χρόνια  πίσω  από  το  φράγμα  της  κυβερνητικής απάθειας. Οι νόμοι αυτοί αποσκοπούσαν να τονώσουν και να αναπτερώσουν  το ηθικό μιας αποκαρδιωμένης κοινωνίας. Δεν επρόκειτο όμως για νόμους που απέβλεπαν  να αναζωογονήσουν τον ασθενή. Το τονωτικό ήταν διαφορετικό: ήταν η σκόπιμη ανάληψη  δημόσιων δαπανών για την τόνωση της οικονομίας.  Ξεκίνησε  σαν  προσωρινά  μέτρα  καταπολέμησης  της  ανεργίας.  

Η  ανεργία  είχε  φτάσει  σε  σημείο  που  επέβαλλε  τη  λήψη  μέτρων  για  λόγους  καθαρής  πολιτικής  σκοπιμότητας.  Άλλωστε,  εκείνο  τον  καιρό  γίνονταν  ταραχές  στο  Ντίρμπορν  του  Michigan  και  πορεία  διαμαρτυρίας  στην  Washington,  ενώ  οικογένειες  ολόκληρες  αναζητούσαν  λίγη  ζεστασιά  στα δημοτικά κτίρια αποτέφρωσης  σκουπιδιών κι  έψαχναν για  φαγητό στα  σκουπίδια. Τα  μέτρα για την ανακούφιση των ανέργων ήταν απαραίτητα και ξεκίνησαν υπό τον πρόεδρο  Herbert  Hoover.  Κατόπιν,  υπό  τον  Roosevelt,  τα  μέτρα  ανακούφισης  έγιναν  απασχόληση  από τους δήμους για το μάζεμα των φύλλων από τους δρόμους, και το μάζεμα των φύλλων  έγινε  κατασκευαστική  επιχειρηματική  δραστηριότητα.  Ξαφνικά  η  κυβέρνηση  είχε  μετατραπεί  σε  πρώτου  μεγέθους  οικονομικό  επενδυτή  και  άρχισε  να  κατασκευάζει  δρόμους,  φράγματα,  αίθουσες  συναυλιών,  αεροδρόμια,  λιμάνια  και  συγκροτήματα  κατοικιών. 

 Ο  Keynes  έφτασε  στην  Washington  το  1934  ‐τότε  έκανε  και  τις  παρατηρήσεις  του  για  τα  χέρια του προέδρου Roosevelt από τη συνάντηση που είχαν‐ και υποστήριξε την επέκταση  του  προγράμματος.  Οι  στατιστικές  έδειχναν  ότι  οι  ιδιωτικές  επενδυτικές  δραστηριότητες  είχαν μειωθεί απελπιστικά: οι μισθοί και τα κέρδη που μοίραζαν οι επιχειρήσεις είχαν πέσει  από $15 δισεκατομμύρια το 1929 στο τρομακτικά χαμηλό ποσό των $886 εκατομμυρίων ‐  μια  μείωση  κατά  94%. 

 Κάτι  έπρεπε  να  ξαναβάλει  μπροστά  την  επενδυτική  μηχανή  κι  ο  Keynes ήλπιζε ότι οι δημόσιες δαπάνες θα μπορούσαν να αποτελέσουν το ερέθισμα που θα  τόνωνε την αγοραστική δύναμη του έθνους ‐ «θα τρόμπαρε την αντλία», όπως λέγανε τότε.  Έτσι, όταν κυκλοφόρησε η Γενική θεωρία το 1936, αυτό που πρόσφερε δεν ήταν τόσο ένα  νέο και ριζοσπαστικό πρόγραμμα αλλά, περισσότερο, η συνηγορία υπέρ μιας πολιτικής που  βρισκόταν  ήδη  σε  εφαρμογή.  Μια  συνηγορία  και  μια  ερμηνεία.  Διότι  η  Γενική  θεωρία  επισήμαινε ότι η καταστροφή που απειλούσε την Αμερική και, για την ακρίβεια, το σύνολο  του Δυτικού κόσμου, δεν ήταν παρά η συνέπεια της έλλειψης επαρκών επενδύσεων από τη  μεριά  των  επιχειρήσεων.  Κι  έτσι  το  φάρμακο  φαινόταν  πολύ  λογικό:  αν  οι  επιχειρήσεις  αδυνατούσαν  να  αναλάβουν  την  πρωτοβουλία  της  ανάπτυξης,  θα  έπρεπε  το  κράτος  να  αναλάβει αυτό το ρόλο. 

Μισοαστεία‐μισοσοβαρά, ο Keynes έγραφε:  Αν το Υπουργείο Οικονομικών γέμιζε άδεια μπουκάλια με χαρτονομίσματα, τα έθαβε σε κατάλληλο βάθος σε ανθρακωρυχεία που έχουν περιπέσει σε αχρηστία και μετά τα σκέπαζε μέχρι επάνω με σκουπίδια κι άφηνε την ιδιωτική πρωτοβουλία να ξεθάψει τα χαρτονομίσματα με τις δοκιμασμένες αρχές του laissez-faire… δεν θα έπρεπε να υπάρχει πια ανεργία και, με τις θετικές παρενέργειες, το πραγματικό εισόδημα της κοινότητας θα γινόταν, ίσως, πολύ μεγαλύτερο απ’ ό,τι είναι τώρα. Θα ήταν, βέβαια, πολύ πιο λογικό να χτιστούν σπίτια και τα παρόμοια. Αλλά αν υπάρχουν πρακτικές δυσκολίες για να γίνει αυτό, η παραπάνω λύση θα ήταν καλύτερη από το τίποτα.

Για μερικούς είναι βέβαιο ότι πολλά από τα πιο ανορθόδοξα προγράμματα της κυβέρνησης 

φαίνονταν  το  ίδιο  παράλογα  με  την  ιδιόρρυθμη  πρόταση  του  Keynes.  Τώρα,  όμως,  είχαν  τουλάχιστο  κάποια  αιτιολογία  πίσω  τους:  αν  η  ιδιωτική  πρωτοβουλία  αδυνατούσε  να  πρωτοστατήσει με κάποιο μεγάλο επενδυτικό πρόγραμμα, τότε η κυβέρνηση θα έπρεπε να  την  αναπληρώσει  στο  ρόλο  της  με  τον  καλύτερο  δυνατό  τρόπο  ‐  τόσο  επιτακτική  ήταν  η  ανάγκη  για  κάποια  μορφή  τόνωσης  της  οικονομίας  που  σχεδόν  οτιδήποτε  ήταν  καλύτερο  απ’ το τίποτε.  Και  αν  δεν  ήταν  δυνατό  να  τονωθούν  άμεσα  οι  επενδύσεις,  τουλάχιστον  μπορούσε  να  τονωθεί η καταναλωτική ζήτηση. Ενώ οι επενδύσεις αποτελούσαν το αλλοπρόσαλλο τμήμα  του  συστήματος,  η  κατανάλωση  ήταν  το  σταθερό  υπόβαθρο  της  οικονομικής  δραστηριότητας. 

 Γι’  αυτό  το  λόγο,  θεωρήθηκε  ότι  τα  δημόσια  έργα  αντιμετώπιζαν  το  πρόβλημα σε δύο μέτωπα: από τη μια συντηρούσαν την αγοραστική δύναμη ατόμων που  αλλιώς θα ήταν άνεργοι κι από την άλλη έδειχναν το δρόμο στην ιδιωτική πρωτοβουλία για  την εκ νέου ανάληψη της επενδυτικής δραστηριότητας.  Ο ίδιος ο Keynes, σε γράμμα του που δημοσιεύτηκε το 1934 στους New York Times, έγραφε:  «Βλέπω  το  πρόβλημα  της  ανάκαμψης  υπό  το  εξής  πρίσμα:  Πόσο  σύντομα  θα  έρθει  προς  βοήθεια  η  φυσιολογική  ιδιωτική  επιχειρηματική  πρωτοβουλία;  Σε  ποια  κλίμακα,  με  ποια  μέσα  και  για  ποιο  χρονικό  διάστημα  ενδείκνυνται  στο  μεταξύ  οι  μη  φυσιολογικές  κυβερνητικές δαπάνες;» Προσέξτε  το  «μη  φυσιολογικές». 

 Ο  Keynes  δεν  θεωρούσε  το  κυβερνητικό  πρόγραμμα  μια  μόνιμη  παρέμβαση  στην  οικονομική  δραστηριότητα.  Το  θεωρούσε  απλώς  και  μόνο  μια  έκτακτη  χείρα  βοηθείας  σ’  ένα  σύστημα  που  είχε  χάσει  την  ισορροπία  του  και  προσπαθούσε να την ανακτήσει.  Φαινόταν να είναι το απόσταγμα της κοινής λογικής ‐ για την ακρίβεια ήταν το απόσταγμα  της κοινής λογικής. Και όμως το πρόγραμμα της τόνωσης της ζήτησης ‐το «τρομπάρισμα της  αντλίας»‐  δεν  απέδωσε  τους  καρπούς  που  είχαν  υπολογίσει  οι  σχεδιαστές  του.  Οι  συνολικές δημόσιες δαπάνες, που στην περίοδο 1929‐1933 κυμαίνονταν στα επίπεδα των  $10  δισ.,  αυξήθηκαν  σε  $12  δισ.,  μετά  σε  $13  δισ.  και  έφτασαν  τα  $15  δισ.  το  1935. 

 Οι  ιδιωτικές  επενδύσεις  κατάφεραν  να  ορθοποδήσουν  και  ανέκτησαν  τα  δύο  τρίτα  του  χαμένου  εδάφους:  ήδη  το  1936  οι  ιδιωτικές  επιχειρήσεις  επένδυσαν  $10  δισ.  Το  εθνικό  εισόδημα και η εθνική  κατανάλωση αυξήθηκαν κατά  50% μετά από τρία χρόνια κρατικών  ενέσεων.  Αλλά  η  ανεργία  παρέμενε  υψηλή:  ήταν  λιγότερο  αφόρητη  αλλά  υπήρχαν  ακόμη  κάπου 9 εκατομμύρια άνεργοι ‐ όχι ακριβώς το προμήνυμα μιας νέας οικονομικής εποχής.  Δύο ήταν οι λόγοι που η θεραπεία δεν είχε καλύτερα αποτελέσματα.  Ο  πρώτος  λόγος  ήταν  ότι  το  πρόγραμμα  δημόσιων  δαπανών  δεν  εφαρμόστηκε  ποτέ  στις  πλήρεις  διαστάσεις  που  θα  ήταν  απαραίτητες  για  να  ξαναφέρει  τη  χώρα  σε  επίπεδα  πλήρους απασχόλησης.

 Αργότερα, στη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, οι δημόσιες  δαπάνες  έφτασαν  στο  μνημειώδες  ύψος  των  $103  δισ.  ‐  αυτό  δεν  έφερε  μόνο  πλήρη  απασχόληση  αλλά  και  πληθωρισμό.  Ωστόσο,  στα  πλαίσια  της  οικονομίας  των  χρόνων  της  ειρήνης,  τη  δεκαετία  του  1930,  μια  τέτοια  αύξηση  των  δημόσιων  δαπανών  ήταν  εντελώς  αδιανόητη.  Μάλιστα,  ακόμα  και  το μετριοπαθές  πρόγραμμα  δημόσιων  δαπανών  σύντομα  έκανε  ν’  ακουστούν  ψίθυροι  δυσαρέσκειας  ότι  η  ομοσπονδιακή  εξουσία  υπερέβαινε  τα  εσκαμμένα.  Για  να  δυσκολέψει  τα  πράγματα  ακόμα  περισσότερο,  η  Κεντρική  Τράπεζα  ανησυχούσε περισσότερο για τον πληθωρισμό (εν μέσω οικονομικής ύφεσης!) παρά για την  ανεργία,  με  αποτέλεσμα  να  εφαρμοστούν  πολιτικές  που  αποθάρρυναν  τον  τραπεζικό  δανεισμό. 

Ο  δεύτερος  λόγος  είχε  στενή  σχέση  με  τον  πρώτο.  Ούτε  ο  Keynes  ούτε  οι  κρατικοί  αξιωματούχοι είχαν λάβει υπόψη ότι αυτοί που ωφελούνταν κυρίως από τη θεραπεία, ίσως  και να τη θεωρούσαν χειρότερη από την ασθένεια. Οι δημόσιες δαπάνες αποσκοπούσαν να  τείνουν  μια  χείρα  βοηθείας  προς  τις  επιχειρήσεις.  Οι  επιχειρήσεις  τις  θεώρησαν  μια  απειλητική χειρονομία.  Αυτό  δεν  πρέπει  να  μας  παραξενεύει.  Το  New  Deal  μπήκε  σε  εφαρμογή  εν  μέσω  ενός  κύματος αρνητικών αισθημάτων προς τον επιχειρηματικό κόσμο. Αξίες και πρότυπα που ως  τότε  θεωρούνταν  ιερά  και  απαραβίαστα,  άρχισαν  ξαφνικά  να  αντιμετωπίζονται  με  δυσπιστία  και  κριτικό  πνεύμα.  Το  περιεχόμενο  εννοιών,  όπως  «επιχειρηματικά  δικαιώματα», «ιδιοκτησιακά δικαιώματα» και «ρόλος του κράτους», κλονίστηκε εκ βάθρων.  

Μέσα σ’ ελάχιστα χρόνια ο επιχειρηματικός κόσμος κλήθηκε να λησμονήσει τις παραδόσεις  της  αναμφισβήτητης  πρωτοκαθεδρίας  του  και  να  υιοθετήσει  μια  φιλοσοφία  συνεργασίας  με  τα  εργατικά  συνδικάτα,  αποδοχής  νέων  κανόνων  και  κανονισμών,  και  αναθεώρησης  πολλών από τις μεθόδους του. Δεν είναι άρα περίεργο ότι θεωρούσε την κυβέρνηση στην  Washington  εχθρική,  προκατειλημμένη  και  άκρως  ριζοσπαστική.  Ούτε  είναι  να  απορεί  κανείς  που  ο  όποιος  ζήλος  για  την  πραγματοποίηση  επενδύσεων  σε  μεγάλη  κλίμακα  αποθαρρυνόταν από τη νευρικότητα που ένιωθε μέσα σ’ αυτό το πρωτόγνωρο κλίμα.  

Έτσι, κάθε προσπάθεια της κυβέρνησης να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα σε μέγεθος αρκετά  μεγάλο, ώστε να απορροφήσει την ανεργία ‐ίσως διπλάσιο τουλάχιστον απ’ το πρόγραμμα  που τελικά εφαρμόστηκε‐ καταγγελλόταν ως μία ακόμα ένδειξη σοσιαλιστικού σχεδιασμού.  Ταυτόχρονα, τα ημίμετρα που εφάρμοσε η κυβέρνηση αρκούσαν για να αποθαρρύνουν τις  επιχειρήσεις  να  αναλάβουν  οι  ίδιες  την  πρωτοβουλία  στην  απαιτούμενη  κλίμακα.  Η  κατάσταση δεν διέφερε πολύ από αντίστοιχες που συναντώνται στην ιατρική: το φάρμακο  θεράπευε τον ασθενή από μια ασθένεια, αλλά τον εξασθένιζε με τις παρενέργειές του. Οι  δημόσιες  δαπάνες  ποτέ  δεν  κατάφεραν  να  θεραπεύσουν  πραγματικά  την  οικονομία  ‐  όχι  επειδή δεν ήταν οικονομικά σωστές, αλλά επειδή δεν ήταν ιδεολογικά αποδεκτές. 

 Η εφαρμοζόμενη πολιτική δεν αποσκοπούσε να προξενήσει ανησυχίες στον επιχειρηματικό  κόσμο ‐ ήταν μια πολιτική που επιλέχτηκε από ανάγκη μάλλον παρά από πρόθεση. Αν δεν  είχε  ανοίξει  η  κυβέρνηση  τον  κρουνό  των  δημόσιων  δαπανών,  είναι  πολύ  πιθανόν  ότι  η  ιδιωτική πρωτοβουλία θα είχε τελικά πρωτοστατήσει στην προσπάθεια, όπως είχε κάνει και  στο παρελθόν, και, παρά τη σοβαρότητα της οικονομικής κρίσης, θα ανακάλυπτε και πάλι  νέες  επικερδείς  διεξόδους.  

Αλλά  δεν  υπήρχαν  περιθώρια  αναμονής.  Ο  αμερικανικός  λαός  περίμενε υπομονετικά για τέσσερα ατέλειωτα χρόνια και η υπομονή του είχε εξαντληθεί. Οι  οικονομολόγοι  είχαν  αρχίσει  να  αναφέρονται  στη  στασιμότητα  ως  μια  χρόνια  κατάσταση  του  καπιταλισμού.  Η  φωνή  του  Marx  ακουγόταν  πιο  δυνατή  από  ποτέ  και  πολλοί  υποδείκνυαν  τους  ανέργους  ως  μια  κατ’  αρχήν  απόδειξη  της  ορθότητας  των  μαρξιστικών  απόψεων.  Οι  συγκεχυμένες  απόψεις  του  Veblen  μνημονεύονταν  όλο  και  συχνότερα  στις  συζητήσεις  των  τεχνοκρατών,  οι  οποίοι  ήθελαν  να  καλέσουν  υπό  τα  όπλα  όχι  το  προλεταριάτο,  αλλά  τους  μηχανικούς.  Και  δεν  έλειπαν  και  οι  ακόμα  πιο  ανατριχιαστικές  φωνές  που  δεν  έχαναν  ευκαιρία  να  τονίσουν  ότι  ο  Hitler  και  ο  Mussolini  ήξεραν  τι  να  κάνουν με τους δικούς τους ανέργους. Σ’ αυτό τον κυκεώνα προτεινόμενων θεραπειών και  απεγνωσμένων  ενεργειών,  το  μήνυμα  της  Γενικής  θεωρίας,  η  πολιτισμένη  φωνή  του  Keynes, ήταν οπωσδήποτε μια φωνή μετριοπάθειας και ψυχραιμίας.  Διότι,  ενώ  ο  Keynes  διακήρυσσε  μια  πολιτική  διαχείρισης  του  καπιταλισμού,  δεν  ήταν  αντίπαλος της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. «Είναι καλύτερο να είναι κάποιος τυραννικός προς  τον  τραπεζικό  του  λογαριασμό  παρά  στους  συνανθρώπους  του»282  έγραφε  στη  Γενική  θεωρία, και στη συνέχεια υποστήριζε ότι, αν η κυβέρνηση αρκούνταν να παράσχει αρκετές δημόσιες  δαπάνες,  η  λειτουργία  του  μεγαλύτερου  μέρους  της  οικονομίας  μπορούσε  και  έπρεπε  να  αφεθεί  στην  ιδιωτική  πρωτοβουλία.  Απολογιστικά,  μπορούμε  να  πούμε  ότι  η  Γενική  θεωρία  δεν  ήταν  μια  ριζοσπαστική  λύση,  αλλά  μάλλον  μια  εξήγηση  του  γιατί  μια  αναπόφευκτη  θεραπευτική  αγωγή  θα  ήταν  αποτελεσματική.  

Αν  μια  οικονομία  σε  ύφεση  κινδυνεύει να πλέει ακυβέρνητη επ’ αόριστον, η κυβερνητική απραξία θα μπορούσε να είχε  πολύ πιο άσχημες συνέπειες από την υιοθέτηση μιας τολμηρής ανορθόδοξης πολιτικής.  Το  ζήτημα  ήταν  κατ’  εξοχήν  ηθικό  και  όχι  οικονομικό.  Στη  διάρκεια  του  Β’  Παγκόσμιου  Πολέμου, ο καθηγητής Χάγιεκ έγραψε ένα βιβλίο, το Δρόμο προς τη δουλεία (The Road to  Serfdom),  το  οποίο,  παρ’  όλες  τις  υπερβολές  του,  περιείχε  μια  ειλικρινή  και  πειστική  καταδίκη της υπέρμετρα σχεδιασμένης οικονομίας. Ο Keynes βρήκε το βιβλίο της αρεσκείας  του αλλά, την ίδια ώρα που το εγκωμίαζε δημόσια, έγραφε στον ίδιο τον Χάγιεκ:  

Θα κατέληγα… σε μάλλον διαφορετικά συμπεράσματα. Θα έλεγα ότι αυτό που χρειαζόμαστε δεν είναι η κατάργηση του σχεδιασμού, ούτε καν ο λιγότερος σχεδιασμός -θα έλεγα μάλιστα ότι οπωσδήποτε χρειαζόμαστε περισσότερο. Αλλά ο σχεδιασμός θα πρέπει να εφαρμόζεται σε μια κοινότητα όπου όσο γίνεται περισσότεροι άνθρωποι, ηγέτες και πολίτες μαζί, συμμερίζονται απόλυτα τη δική σου ηθική θέση. Ο σχεδιασμός σε μέτριες δόσεις θα είναι αρκετά ασφαλής αν αυτοί που τον εφαρμόζουν είναι σωστά προσανατολισμένοι, στο νου και την καρδιά τους, στο ηθικό ζήτημα. Στην πραγματικότητα, αυτό ήδη ισχύει για κάποιους απ’ αυτούς. Το κακό είναι ότι υπάρχει και μια σημαντική μερίδα ανθρώπων που θα μπορούσαμε να πούμε ότι επιθυμούν το σχεδιασμό όχι για να απολαύσουν τους καρπούς του αλλά επειδή από ηθικής απόψεως έχουν αντιλήψεις εντελώς αντίθετες από τις δικές σου και θέλουν να υπηρετήσουν όχι το θεό αλλά το διάβολο.

Πρόκειται  μήπως  για  μια  αφελή  ελπίδα;  Μπορούμε  άραγε  να  διαχειριστούμε  τον  καπιταλισμό  ‐  με  την  έννοια  ότι  οι  σχεδιαστές  της  κυβέρνησης  θα  μπορούν  να  ανοίγουν,  αλλά  και  να  κλείνουν,  τη  στρόφιγγα  των  δημόσιων  δαπανών  με  τρόπο  που  να  συμπληρώνουν,  και  ποτέ  να  μην  εκτοπίζουν,  τις  ιδιωτικές  επενδύσεις;  Το  ερώτημα  παραμένει αναπάντητο ως τις μέρες μας.  Αλλά  να  μην  το  συζητήσουμε  εδώ  ‐  θα  αναβάλουμε  τη  συζήτησή  του  για  το  επόμενο  κεφάλαιο.  Εδώ ασχολούμαστε με τον  άνθρωπο  Keynes και τις  πεποιθήσεις  του, όσο κι αν  τύχει  να  τις  θεωρήσουμε  προϊόν  πλάνης.  Και  θα  αποτελούσε  σοβαρό  σφάλμα  κρίσης  να  τοποθετήσουμε  αυτό  τον  άνθρωπο,  που  σκοπό  είχε  να  διασώσει  τον  καπιταλισμό,  στο  στρατόπεδο  εκείνων  που  εύχονταν  την  καταβαράθρωσή  του.  

Είναι  γεγονός  ότι  τάχθηκε  υπέρ  της  «κοινωνικοποίησης»  των  επενδύσεων,  αν  και  δεν  έκανε  ποτέ  απόλυτα  σαφές  τι  εννοούσε. Ωστόσο, αν θυσίαζε ένα μέρος, ήταν για να σώσει το όλο.

Σχετικα αρθρα

FED:Τον Μάρτιο αρχίζει ο κύκλος αύξησης των επιτοκίων 

admin

DW: “Η Γερμανία υποκρίνεται στο Ουκρανικό”

admin

ΧΑ:Σε τεντωμένο σχοινί…

admin

Ολονύχτια επιχείρηση του στρατού για τον απεγκλωβισμό των οδηγών-Σε γενική αργία 7 περιοχές της χώρας-Πώς θα κινηθούν τα ΜΜΜ

admin

Στο χείλος του πολέμου με τη Ρωσία, οι Ουκρανοί προετοιμάζονται…

admin

UBS:Τι συμβαίνει στις αγορές;

admin

Γιατί η Fed δεν κάνει τη δουλειά της; – John H. Cochrane

admin

Είναι η Fed η μεγαλύτερη φούσκα του πλανήτη;

admin

Alpha Bank:Μικρομεσαία Επιχειρηματικότητα-Ψηφιοποίηση της Οικονομίας και Παραγωγικότητα

admin

Η απώλεια της Ουκρανίας από την Δύση και η επικείμενη αναταραχή…

admin

Οι αγορές το 2022: Πώς θα επιδράσουν πληθωρισμός και Κίνα-Mohamed A. El-Erian

admin

Επιτόκια και ομόλογα βυθίζουν τις αγορές

admin