Αναντιστοιχία μεταξύ των θέσεων εργασίας και των πραγματικών δεξιοτήτων των νέων στη χώρα μας δείχνει η ετήσια έρευνα του εκπαιδευτικού Ινστιτούτου της ΓΣΕΕ – Άμεση η ανάγκη εκσυγχρονισμού των ελληνικών

Μια αγορά εργασίας που σε μεγάλο βαθμό αποτελείται από μικρές ή μεσαίες επιχειρήσεις που καθηλώθηκαν σε επίπεδο στρατηγικής και ανάπτυξης από την δεκαετή οικονομική κρίση και δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις προσδοκίες των υψηλού μορφωτικού επιπέδου νέων επιστημόνων της χώρας μας, δείχνει η ετήσια έκθεση του εκπαιδευτικού Ινστιτούτου της ΓΣΕΕ (ΚΑΝΕΠ ΓΣΕΕ) που παρουσιάζεται σήμερα το πρωί.

Τα συμπεράσματα της έκθεσης

Όπως προκύπτει από τα συμπεράσματα της μετά από την οικονομική κρίση των τελευταίων ετών «η ανασφαλής ελληνική οικονομία των πολύ μικρών επιχειρήσεων, επικεντρωμένων στην ένταση εργασίας, με χαμηλή εξωστρέφεια και καινοτομία, με ιδιαίτερα χαμηλή ψηφιακή ένταση στη λειτουργία τους, χωρίς σχέδιο για την ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού της, με ευκαιριακή λειτουργία και χωρίς σαφή περιγράμματα εργασίας, δεν μπορεί να ανταποκριθεί στο υψηλό μορφωτικό επίπεδο των νέων ανθρώπων, και επομένως να μεταβεί στο πρότυπο μιας σύγχρονης οικονομίας έντασης γνώσης. Έτσι, η ελληνική αγορά εργασίας μαστίζεται από υψηλούς δείκτες αναντιστοιχιών ως προς τις προσφερόμενες και απαιτούμενες από τους εργοδότες δεξιότητες».

Το αποτέλεσμα, όπως επισημαίνουν οι ερευνητές της μελέτης είναι «τα φαινόμενα της διαρροής εγκεφάλων (brain drain), της σπατάλης εγκεφάλων (brain waste), και της μεγάλης παραίτησης (big quit) που ήδη έφτασε και στη χώρα μας και αποτελούν σημαντικές ενδείξεις παθογένειας του αναπτυξιακού μοντέλου της χώρας σε εθνικό και –κυρίως- σε τοπικό επίπεδο».

Όπως αποκαλύπτει η έρευνα, το 2019, το 32,3% των εργαζόμενων ηλικίας από 15 έως και 34 ετών στην Ελλάδα με μορφωτικό επίπεδο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης απασχολούνταν σε επαγγέλματα αναντίστοιχα των πραγματικών δεξιοτήτων τους, κάτι που στον σχετικό επιστημονικό δείκτη φέρνει τη χώρα μας στην 3η υψηλότερη θέση μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ-28.

Επίσης, την ίδια χρονιά και το 28,9% των νέων ηλικίας από 15 έως και 34 ετών με μορφωτικό επίπεδο ανώτερης δευτεροβάθμιας επαγγελματικής εκπαίδευσης ή και υψηλότερο, απασχολούνταν σε δουλειές που δεν αντιστοιχούσαν στο επίπεδο των σπουδών τους, κάτι που επίσης δίνει στη χώρα μας την 10η υψηλότερη θέση μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ-28.

Τέλος, το 2020 η τιμή του ευρωπαϊκού δείκτη δεξιοτήτων στην Ελλάδα είναι χαμηλή (29,8) δίνοντας στη χώρα μας αρνητική «πρωτιά» μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ-28.

Ισότητα στην εργασία;

Συνολικά στα κράτη-μέλη της ΕΕ-28 και σε αρκετούς από τους τομείς οικονομικών δραστηριοτήτων ως προς τους δείκτες του ανθρώπινου δυναμικού οι γυναίκες υποεκπροσωπούνται, αναπαράγοντας καθιερωμένες κοινωνικές διακρίσεις. Κι αυτό παρότι, όπως αναφέρει η έκθεση, οι επιδόσεις των γυναικών στις ανώτερες βαθμίδες της εκπαίδευσης υπερέχουν έναντι των ανδρών. «Η προσδοκία της μετεξέλιξης των οικονομιών από οικονομίες έντασης εργασίας, σε οικονομίες έντασης γνώσης και η εδραίωση της κοινωνικής δικαιοσύνης στην ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού ναρκοθετείται!» αναφέρουν οι ερευνητές της ΓΣΕΕ.

Στην ίδια έκθεση τονίζεται ότι το 2019 στην ομάδα κλάδων οικονομικής δραστηριότητας της επιχειρηματικής οικονομίας και στους 15 δυναμικότερους κλάδους της Ελλάδας διαπιστώνεται υψηλή ένταση εργασίας, έναντι μιας προσδοκώμενης σύγχρονης οικονομίας με υψηλή ένταση γνώσης.

Ερευνήθηκαν κλάδοι οικονομικής δραστηριότητάς ως προς: (α) το πλήθος των επιχειρήσεων (597.899 επιχειρήσεις που αντιστοιχεί στο 84,4% του συνόλου των επιχειρήσεων της επιχειρηματικής οικονομίας), (β) το πλήθος των απασχολουμένων (2.003.031 απασχολούμενοι που αντιστοιχεί στο 77,2% του συνόλου των επιχειρήσεων της επιχειρηματικής οικονομίας), και (γ) ως προς τη συνολική προστιθέμενη αξία σε συντελεστές κόστους (33.530 εκ.€ που αντιστοιχεί στο 68,3% του συνόλου των επιχειρήσεων της επιχειρηματικής οικονομίας).

Είναι χαρακτηριστικό όμως, ότι στους 15 δυναμικότερους κλάδους της Ελλάδας δεν συμπεριλαμβάνεται κάποιος από τους κλάδους της κατηγορίας έρευνα και ανάπτυξη (R&D).

Στα ερευνητικά στοιχεία του 2019, το 12,9% (344 χιλ. μισθωτοί) του συνόλου των μισθωτών στην Ελλάδα ηλικίας από 15 έως και 74 ετών εμφανίζονται να έχουν μορφωτικό επίπεδο Κατώτερης Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, φέρνοντας τη χώρα μας ως προς το συγκεκριμένο δείκτη την 13η υψηλότερη θέση μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ-28. Πρόκειται κυρίως για άνδρες (65,0%) με μέση ηλικία (46,3 έτη).

Την ίδια χρονιά το 45,4% (1.209 χιλ. μισθωτοί) του συνόλου των μισθωτών ηλικίας από 15 έως και 74 ετών έχουν μορφωτικό επίπεδο Ανώτερης Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης κατέχοντας ως προς το συγκεκριμένο δείκτη την 15η υψηλότερη θέση μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ-28. Και εδώ πρόκειται κυρίως για άνδρες (58,1%) με μέση ηλικία (42,5 έτη).

Τέλος, το 41,7% (1.109 χιλ. μισθωτοί) του συνόλου των μισθωτών ηλικίας από 15 έως και 74 ετών έχουν μορφωτικό επίπεδο Τριτοβάθμιας εκπαίδευσης κατέχοντας ως προς το συγκεκριμένο δείκτη την 11η υψηλότερη θέση μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ-28, κυρίως άνδρες (58,1%) με μέση ηλικία (42,5 έτη).

Ο μέσος όρος αποδοχών

Την ίδια χρονιά, αναφέρει η έκθεση, οι μέσες ετήσιες ακαθάριστες αποδοχές των μισθωτών ηλικίας από 15 ετών και άνω που απασχολούνται σε επιχειρήσεις με 10 απασχολούμενους και άνω με μορφωτικό επίπεδο Κατώτερης Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και χαμηλότερο είναι 17,3 χιλιάδες ευρώ ετησίως, δίνοντας στη χώρα μας ως προς το συγκεκριμένο δείκτη την 17η υψηλότερη θέση μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ-28.

Οι μέσες ετήσιες ακαθάριστες αποδοχές των μισθωτών ηλικίας από 15 ετών και άνω που απασχολούνται σε επιχειρήσεις με 10 απασχολούμενους και περισσότερους με μορφωτικό επίπεδο Ανώτερης Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης είναι 20,2 χιλιάδες ευρώ ετησίως, δίνοντας ως προς το συγκεκριμένο δείκτη την 16η υψηλότερη θέση μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ-28.

Τέλος, οι μέσες ετήσιες ακαθάριστες αποδοχές των μισθωτών ηλικίας από 15 ετών και άνω που απασχολούνται σε επιχειρήσεις με 10 απασχολούμενους και άνω με μορφωτικό επίπεδο Τριτοβάθμιας εκπαίδευσης είναι 30,4 χιλιάδες ευρώ, δίνοντας στην Ελλάδα ως προς το συγκεκριμένο δείκτη την 18η υψηλότερη θέση μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ-28.
Σημειώνεται ότι ο μέσος συνθετικός δείκτης ετήσιων ακαθάριστων αποδοχών (23,3 χιλιάδων ευρώ) κατατάσσει την Ελλάδα στην 17η υψηλότερη θέση μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ-28.