Image default
Οικονομία

Ο εκλογικός κύκλος, η ενέργεια και ο πληθωρισμός οι «νάρκες» για την οικονομία

Ο εκλογικός κύκλος, η ενέργεια και ο πληθωρισμός οι «νάρκες» για την οικονομία
Η έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή για την οικονομία.

Μπορεί σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα η εικόνα της οικονομίας να φαίνεται σχετικά θετική, ωστόσο υπάρχουν τέσσερις κίνδυνοι που ενδέχεται να την επηρεάσουν μακροπρόθεσμα, όπως προκύπτει από την έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή για το β΄ τρίμηνο.

Η πορεία της οικονομίας στο β΄ τρίμηνο

Όπως επισημαίνεται στην έκθεση, η ελληνική οικονομία παρουσιάζει ανθεκτικότητα, ενώ δεν διαφαίνεται κίνδυνος για την επίτευξη του φετινού δημοσιονομικού στόχου εφόσον οι πρόσθετες δαπάνες για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης παραμείνουν συγκρατημένες και υπερκαλύπτονται από τα πρόσθετα έσοδα. 

Στο δεύτερο τρίμηνο του έτους, το ΑΕΠ κατέγραψε ετήσια αύξηση 7,7%. Η ελληνική  οικονομία επέδειξε ανθεκτικότητα στις διαταραχές του ενεργειακού κόστους και του  πολέμου στην Ουκρανία και όλα δείχνουν πως ο ρυθμός μεγέθυνσης του 2022 θα ξεπεράσει τις συγκρατημένες προβλέψεις των αρχών του έτους, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης του Γραφείου Προϋπολογισμού, επισημαίνει η έκθεση.

«Αγκάθι» ο μεγάλος πληθωρισμός

Ταυτόχρονα, το ποσοστό ανεργίας εμφανίζεται μειωμένο  (12,6% τον Ιούλιο) σε σχέση με το αντίστοιχο περσινό, ενώ η απασχόληση αυξήθηκε κατά  3,3% στο ίδιο διάστημα. Λιγότερο ενθαρρυντική είναι η εικόνα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, το έλλειμμα του οποίου διευρύνθηκε κατά το δεύτερο τρίμηνο στα 10,8 δισ. έναντι 7,4 δισ. πέρυσι. Ακόμα λιγότερο ενθαρρυντική είναι η πορεία του πληθωρισμού που διαμορφώθηκε στο 11,2% τον Αύγουστο (εναρμονισμένος δείκτης) με αποτέλεσμα να βρίσκεται εντός του εύρους των προβλέψεων του Γραφείου Προϋπολογισμού.

Επιπρόσθετα, θετική συνεισφορά στη δημοσιονομική αξιοπιστία είχαν η πρόωρη αποπληρωμή των  δανείων του ΔΝΤ καθώς και η έξοδος από την ενισχυμένη εποπτεία. Αξίζει ακόμα να σημειωθεί η μείωση του λόγου χρέους/ΑΕΠ που προκαλεί η αύξηση του πληθωρισμού.

Επίσης, τα δημόσια οικονομικά εμφανίζουν αισθητή βελτίωση σε σχέση με τα  προηγούμενα τρίμηνα καταγράφοντας μικρό πρωτογενές πλεόνασμα τον Ιούλιο. Η βελτίωση προέρχεται από την πλευρά των εσόδων – ιδίως των φορολογικών – που οφείλονται κατά κύριο λόγο στον υψηλό πληθωρισμό.

Οι κίνδυνοι για την ελληνική οικονομία

Σύμφωνα με το Γραφείο Προϋπολογισμού υπάρχουν όμως και τέσσερις σημαντικοί κίνδυνοι που είναι πιθανό να επηρεάσουν μεσοπρόθεσμα την ελληνική οικονομία.

Ο πρώτος από αυτούς προέρχεται από τον πληθωρισμό που, παρά τη θετική του επίδραση στα δημόσια οικονομικά, αποτελεί τη βασική αιτία διάβρωσης των πραγματικών εισοδημάτων, κυρίως εκείνων που η ονομαστική τους αύξηση υπολείπεται του ρυθμού αύξησης των τιμών. Πρόκειται ουσιαστικά για τους μισθούς, τις συντάξεις και  επιχειρηματικά εισοδήματα σε κλάδους που αδυνατούν να προσαρμόσουν τις τιμές τους στο γενικό επίπεδο. Αυτή η συνθήκη θέτει ένα δίλημμα πολιτικής αναφορικά με την αύξηση των ονομαστικών εισοδημάτων ώστε να καλύψουν τις αυξήσεις των τιμών. Από τη μια πλευρά, η γενικευμένη αύξηση των μισθών (πέρα από την άνοδο του κατώτατου μισθού) θα ανατροφοδοτούσε τις πληθωριστικές πιέσεις, ενώ από την άλλη πλευρά η μη αύξησή τους περιορίζει σημαντικά την αγοραστική δύναμη των μισθωτών. Θα πρέπει, επομένως, να σταθμιστούν οι συνέπειες και να ληφθεί μέριμνα ώστε να αποτραπούν οι εισοδηματικές  απώλειες, ιδίως στους χαμηλόμισθους, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι δεν θα υπάρξει  πληθωριστική ανατροφοδότηση και απώλεια ανταγωνιστικότητας, τονίζεται.

Ο δεύτερος κίνδυνος προέρχεται από την αντίδραση των κεντρικών τραπεζών στον υψηλό  πληθωρισμό. Ενώ τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. δεν έχουν καταφέρει ακόμα να συμφωνήσουν σε  μια συντονισμένη στρατηγική για την αντιμετώπιση του αυξημένου ενεργειακού κόστους, η ΕΚΤ προχώρησε πρόσφατα σε δεύτερη αύξηση του βασικού της επιτοκίου,  ευθυγραμμιζόμενη με τις υπόλοιπες κεντρικές τράπεζες των αναπτυγμένων οικονομιών. Η  μεταστροφή της νομισματικής πολιτικής μετά από μια μακρά περίοδο χαμηλών επιτοκίων  αναμένεται να επιδράσει αρνητικά στο σύνολο των οικονομιών της Ευρωζώνης και να  επιβραδύνει τους ρυθμούς μεγέθυνσης.

Ιδιαίτερα αρνητική θα είναι η επίπτωση σε χώρες με υψηλό δημόσιο και ιδιωτικό χρέος, όπως η Ελλάδα, που μέχρι πρότινος ήταν σχετικά ευνοημένες από τον υψηλό πληθωρισμό, παρά την πρωτοβουλία της ΕΚΤ μέσω του Μηχανισμού Προστασίας Μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής (Transmission Protection  Instrument – TPI). Η κύρια ανησυχία αφορά την επίδραση των αυξημένων επιτοκίων στη δυναμική του δημόσιου χρέους και στο ύψος των πρωτογενών πλεονασμάτων που διασφαλίζουν τη βιωσιμότητά του. Όπως είναι γνωστό, το επίπεδο του πρωτογενούς πλεονάσματος εξαρτάται θετικά από το τρέχον ύψος του χρέους και το επιτόκιο και αρνητικά από τον ρυθμό μεγέθυνσης και τον πληθωρισμό. Αν οι παραδοχές στις αναλύσεις βιωσιμότητας χρέους (DSA) είναι τέτοιες που απαιτούν υψηλότερα μακροχρόνια πρωτογενή πλεονάσματα, η χώρα μας θα πρέπει να αναπροσαρμόσει τη δημοσιονομική της στρατηγική.

Ένας τρίτος κίνδυνος συνδέεται με τις αβεβαιότητες για την πορεία της οικονομίας εξαιτίας  των επιπτώσεων του πολέμου στην Ουκρανία και της εντεινόμενης ενεργειακής κρίσης, που  ενδεχομένως να αποθαρρύνουν καταναλωτικές αλλά και επενδυτικές αποφάσεις από το  εσωτερικό και το εξωτερικό και να επιβραδύνει την ανοδική πορεία της οικονομίας τα  επόμενα τρίμηνα. Στο ίδιο πλαίσιο μια ενδεχόμενη ταχύτερη επιβράδυνση των οικονομιών  των κύριων εμπορικών εταίρων αναμφίβολα θα επιδρούσε αρνητικά στις εμπορικές και  ταξιδιωτικές εισπράξεις.

Ο τέταρτος, τέλος, κίνδυνος είναι πολιτικός και συνδέεται με τις πιθανές δυσκολίες  σχηματισμού κυβέρνησης στις ερχόμενες εκλογές. Μια ενδεχόμενη πολιτική αστάθεια θα  εντείνει την αβεβαιότητα σχετικά με την κατεύθυνση της οικονομικής πολιτικής και  πιθανότατα θα αποθαρρύνει την επίδειξη δημοσιονομικής υπευθυνότητας από κάθε  πλευρά. Είναι, συνεπώς, απαραίτητο να επιτευχθεί ένα ελάχιστος βαθμός συναίνεσης στους βασικούς άξονες της δημοσιονομικής πολιτικής ώστε να μην εγείρονται αμφιβολίες για τη διατήρηση της δημοσιονομικής ισορροπίας κατά την προεκλογική και μετεκλογική περίοδο, σημειώνει το Γραφείο Προϋπολογισμού. Στις δημοκρατικές κοινωνίες οι επιλογές του εκλογικού σώματος είναι κυρίαρχες και δεν μπορούν να επιβληθούν περιορισμοί. Ωστόσο, οι πολιτικές επιλογές παράγουν οικονομικά αποτελέσματα που δεν εξαρτώνται μόνο από τη βούληση του εκλογικού σώματος αλλά και από τις συνθήκες και τους μηχανισμούς του οικονομικού περιβάλλοντος που θα ήταν χρήσιμο να λαμβάνονται υπόψη, τονίζει η έκθεση.

Σχετικα αρθρα

Το «τεφτέρι» της 1ης νέου τύπου αξιολόγησης της χώρας: κρατικά «φέσια», ιδιωτικοποιήσεις NPLs και μέτρα με… μέτρο

admin

ΗΠΑ: Το πλαφόν της G7 στις τιμές του ρωσικού πετρελαίου εξοικονομεί 160 δισ. δολάρια στις αναδυόμενες αγορές

admin

Είναι η Τρίτη η νέα Δευτέρα για τους εργαζομένους;

admin

UNCTAD: Ο κόσμος οδεύει σε πιο επώδυνη κρίση από εκείνη του 2008

admin

Φυσικό αέριο: Στα 164,80 ευρώ ανά μεγαβατώρα- Πού οφείλεται η αποκλιμάκωση

admin

Credit Suisse: Οι επενδυτές ανησυχούν για την ικανότητα αναδιοργάνωσης των δραστηριοτήτων χωρίς την αναζήτηση οικονομικών κεφαλαίων

admin

Οι ενεργειακοί κολοσσοί της Ευρώπης επιστρέφουν στον άνθρακα

admin

Πώς θα πάρεις επιστροφή χρημάτων αν… χρωστάς στη ΔΕΗ

admin

Στις 28 Νοεμβρίου οι προσφορές στον νέο διαγωνισμό για το mega logistics center «Θριάσιο ΙΙ»

admin

ΤΑΙΠΕΔ: «Σήμα» για την αξιοποίηση του λιμένα Βόλου, ποια είναι τα χαρακτηριστικά του asset – Τι συμβαίνει με τα υπόλοιπα assets

fastpath

Οικονόμου: Η Ελλάδα μεταξύ των πρωτοπόρων στην αξιοποίηση πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης

admin

Κομισιόν: Ενέκρινε ελληνικό πρόγραμμα ύψους 800 εκατ. ευρώ για την ενεργειακή στήριξη ΜμΕ

fastpath