Image default
Οικονομία

BIS: Κλυδωνισμοί και δευτερογενείς επιπτώσεις της κρίσης που δεν έχουν ακόμα… εκδηλωθεί

Τις επικείμενες «νέες» απειλές από τη συνέχεια της ενεργειακής κρίσης και της ύφεσης επισημαίνει στο νέο τριμηνιαίο δελτίο της «Κόκκινα δάνεια και υψηλότερες τιμές ενέργειας» η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (BIS).

Στο τελευταίο δελτίο της τριμηνιαίας ανασκόπησης της BIS «κυριαρχούν» δύο βασικές προειδοποιήσεις, οι οποίες όσο και αν είναι διακριτικά διατυπωμένες αποτυπώνουν με σαφήνεια τις «νέες» απειλές: «Ευπάθειες» χρέους και «κλυδωνισμοί» συναλλαγών.

Οι «ευπάθειες» χρέους που επισημαίνονται αφορούν τις συνέπειες της – γενικευμένης – ύφεσης στον πολλαπλασιασμό της αδυναμίας εξυπηρέτησης των δανείων επιπλέον εκείνων που ήδη είχαν συσσωρευθεί από την πανδημία και διατυπώνονται «συστάσεις» για την αντιμετώπισή τους από το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Συστάσεις, οι οποίες έμμεσα λύνουν τις απορίες για το… ξαφνικό ενδιαφέρον της Eurostat όσον αφορά τις παροχές εγγυήσεων από την πλευρά του ελληνικού δημοσίου στις διαδικασίες τιτλοποιήσεων των ελληνικών Npls…

Το άλλο σημείο στο οποίο δίνει την προσοχή του το δελτίο της BIS αφορά στο νέο κύμα των επερχόμενων «κλυδωνισμών» στις αγορές βασικών εμπορευμάτων και τις δευτερογενείς επιπτώσεις.

Όπως επισημαίνεται στο εισαγωγικό της σχετικής έρευνας με τίτλο «Αγορές βασικών εμπορευμάτων: κλυδωνισμοί και δευτερογενείς επιπτώσεις», οι εξάρσεις από τον πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας έχουν πλήξει τις αγορές εμπορευμάτων τόσο από την οικονομική όσο και από την πραγματική πλευρά.

«Υποστηρίζουμε» υπογραμμίζει το κείμενο «ότι η υποκατάσταση των ρωσικών εξαγωγών πετρελαίου θα ήταν δύσκολη, γεγονός που σημαίνει ότι οι περιορισμοί σε αυτές τις εξαγωγές μπορεί να οδηγήσουν σε μεγάλες και επίμονες αυξήσεις των τιμών των προϊόντων που σχετίζονται με το πετρέλαιο. Η αύξηση των τιμών του πετρελαίου μπορεί να μετριαστεί εν μέρει από την αυξημένη χρήση βιοκαυσίμων, αλλά αυτό με τη σειρά του θα μπορούσε να ωθήσει προς τα πάνω τις τιμές των βασικών καλλιεργειών που αποτελούν πρώτες ύλες βιοκαυσίμων. Επιπλέον, οι επίμονα υψηλές τιμές του φυσικού αερίου, που είναι καθοριστικής σημασίας για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, θα μπορούσαν να επεκτείνουν τις πρόσφατες αυξήσεις των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας για τους τελικούς χρήστες – ένας ισχυρός αντίξοος άνεμος για όλη την οικονομική δραστηριότητα, ιδίως τη βιομηχανική παραγωγή».

Σημειωτέων ότι αυτό αφορά την επερχόμενη χρονική περίοδο, πέραν των όσων έχουν μέχρι σήμερα συμβεί. Για τους λόγους αυτούς, όπως υποστηρίζεται, πολλές οικονομίες θα δυσκολευτούν να αντισταθμίσουν τους ευρείς περιορισμούς ή την απόσυρση των ρωσικών εξαγωγών που σχετίζονται με το πετρέλαιο.

Και αυτό γιατί:

  • οι εναλλακτικοί παραγωγοί δεν φαίνεται να έχουν αρκετή «αδρανή» ικανότητα για να καλύψουν το κενό.
  • οι επενδύσεις σε νέα παραγωγική ικανότητα φαίνεται είναι υποτονικές, ιδίως από τις επιχειρήσεις στις προηγμένες οικονομίες.

Για τους λόγους αυτούς οι σημαντικοί περιορισμοί στις ρωσικές εξαγωγές ενέργειας πιθανότατα θα διατηρήσουν τις τιμές της ενέργειας αυξημένες, με δύο σημαντικούς μηχανισμούς διάχυσης:

  • από το πετρέλαιο μέσω βιοκαυσίμων έως τις καλλιέργειες και
  • από το φυσικό αέριο έως την ηλεκτρική ενέργεια έως τη μεταποίηση.

Ορισμένες από αυτές τις επιπτώσεις δεν έχουν ακόμη ξεδιπλωθεί πλήρως, λόγω διαρθρωτικών καθυστερήσεων στις αλυσίδες παραγωγής, ή μπορεί να αυξηθούν εάν υπάρξουν αντιστροφές στην πρόσφατα υποτονική ζήτηση σε βασικούς τομείς (π.χ. κινεζικές κατασκευές).

Τούτου λεχθέντος βέβαια, οι συνεχιζόμενες διαταραχές στις αγορές ενεργειακών βασικών προϊόντων «μπορεί επίσης να επιταχύνουν την πράσινη μετάβαση και, με αυτόν τον τρόπο, να μειώσουν την εξάρτηση της παγκόσμιας οικονομίας από τα ορυκτά καύσιμα και τελικά να μειώσουν την τιμή τους». Στο μεταξύ όμως και μέχρι αυτό να συμβεί «η κατανόηση των πολύπλοκων διασυνδέσεων μεταξύ των τομέων των βασικών προϊόντων είναι απαραίτητη για τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, προκειμένου να αποτρέψουν τις εξουθενωτικές επιπτώσεις της μείωσης της ενέργειας και της γεωργικής παραγωγής στην οικονομική δραστηριότητα».

Το κείμενο επισημαίνει με ιδιαίτερη σαφήνεια τους μηχανισμούς που μέσω των χρηματαγορών επηρεάζονται ανοδικά οι τιμές και το γιατί οι αυξήσεις των επιτοκίων επηρεάζουν με ακόμα πιο αρνητικό τρόπο την ένταση των αυξητικών τάσεων, καθώς αφορούν στην αύξηση του «κόστους» της βραχυπρόθεσμης χρηματοδότησης.

Χρηματιστήριο και παράγωγα

Η έρευνα εξηγεί ότι η χρηματιστηριακή αγορά εμπορευμάτων – που περιλαμβάνει κυρίως παράγωγα, όπως συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης και δικαιώματα προαίρεσης – είναι αρκετά συγκεντρωμένη και κυριαρχείται από λίγους μεγάλους traders εμπορευμάτων. Ο κύριος ρόλος αυτών των traders είναι να μεσολαβούν μεταξύ παραγωγών και καταναλωτών βασικών προϊόντων, εκμεταλλευόμενοι τις ευκαιρίες αρμπιτράζ όταν προκύπτουν.

«Ο πόλεμος Ουκρανίας-Ρωσίας οδήγησε σε μεγάλα και συχνά margin calls στις χρηματιστηριακές αγορές εμπορευμάτων. Οι εξαιρετικά μεγάλες διακυμάνσεις των τιμών, είχαν ως αποτέλεσμα σημαντικά ημερήσια ή ακόμη και ενδοημερήσια margin calls με εξαιρετικά υψηλές διαφορές αποτίμησης, καθώς τα συμβόλαια παραγώγων αποτιμώνται άμεσα στην αγορά. Αυτή η αυξημένη μεταβλητότητα ώθησε επίσης τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους (CCP) να αυξήσουν σημαντικά το αρχικό περιθώριο κέρδους. Για παράδειγμα, η απαίτηση για τα ευρωπαϊκά συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης φυσικού αερίου στο Intercontinental Exchange (ICE) υπερδιπλασιάστηκε αμέσως μετά την έναρξη του πολέμου και στη συνέχεια κυμάνθηκε σε περίπου 50% πάνω από τα προπολεμικά επίπεδα.

Οι traders προκειμένου «να διατηρήσουν τις θέσεις παραγώγων, έπρεπε να ενεχυριάσουν περισσότερα ρευστά περιουσιακά στοιχεία ως εγγύηση (CDS). Επιπλέον, η αυξημένη πίεση των margin calls απαιτούσε άμεσα κεφάλαια που μπορούν ενδεχομένως να εξαντλήσουν τα περιουσιακά στοιχεία ρευστότητας των traders – πιθανώς μειώνοντας την πιστοληπτική τους ικανότητα – καθώς αυτοί τείνουν να έχουν υψηλή μόχλευση και να εξαρτώνται από βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση». Όμως ακριβώς αυτή η μόχλευση είναι που επηρεάζεται άμεσα από τις αυξήσεις επιτοκίων που εδώ και μερικούς μήνες έχουν σχεδόν γενικευθεί από τις Κεντρικές Τράπεζες.

Η έρευνα φέρνει το παράδειγμα, ένας σημαντικού trader ενεργειακών εμπορευμάτων, ο οποίος έχει δείκτη ενεργητικού προς ίδια κεφάλαια οκτώ, «ενώ πάνω από το 75% των υποχρεώσεών του χρηματοδοτούνται με βραχυπρόθεσμα μέσα διάρκειας μικρότερης του ενός έτους. Κατά συνέπεια, οι τιμές των ομολόγων για τους μεγάλους εμπόρους εμπορευμάτων μειώθηκαν κατά περίπου 20% το πρώτο εξάμηνο του 2022 . Αυτό έχει αυξήσει το κόστος χρηματοδότησης των traders, καθιστώντας ακόμη πιο δαπανηρή τη συμμετοχή στις αγορές εμπορευμάτων…».

Όπως διευκρινίζεται, με βάση τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία που παραθέτει η έρευνα, καθώς το κόστος διαπραγμάτευσης στις αγορές παραγώγων επί εμπορευμάτων αυξήθηκε το α’ εξάμηνο του 2022, οι αγορές αυτές έγιναν σημαντικά πιο αραιές. Μετά την έναρξη του πολέμου, το ανοικτό ενδιαφέρον για τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης φυσικού αερίου που διαπραγματεύονται στο χρηματιστήριο μειώθηκε κατά περισσότερο από 50% ενώ για του πετρελαίου κατά σχεδόν 30%. Οι όγκοι συναλλαγών τόσο στις αγορές συναλλάγματος όσο και στις εξωχρηματιστηριακές αγορές σημείωσαν επίσης μεγάλες μειώσεις και έκτοτε παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα.

Εξασφαλίσεις και αναταραχή στα επιτόκια

Πέρα από τη συμβολή τους στη μεταβλητότητα των τιμών των βασικών εμπορευμάτων, παρατηρεί η BIS, «οι αγορές παραγώγων με μικρότερο συντελεστή προκαλούν ιδιαίτερη ανησυχία εάν οι αλλαγές στα “ανοικτά” επιτόκια και τον όγκο συναλλαγών αντανακλά και τις αλλαγές των ενεργειών αντιστάθμισης κινδύνου (CDS) και όχι μόνο τις κερδοσκοπικές δραστηριότητες. Πράγματι, τα στοιχεία των ΗΠΑ για τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης πετρελαίου δείχνουν ότι οι τελικοί χρήστες εμπορευμάτων – όπως οι παραγωγοί, οι έμποροι και οι μεταποιητές – επηρεάστηκαν περισσότερο από το υψηλό κόστος συναλλαγών…».

H έρευνα παραθέτει και τα σχετικά στοιχεία: «Ο αριθμός των τελικών χρηστών με long (short) θέσεις στα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης πετρελαίου WTI μειώθηκε από 46 (36) τον Φεβρουάριο του 2022 σε 33 (31) τον Μάιο του 2022, ενώ ο αριθμός άλλων τύπων χρηστών που είναι πιο πιθανό να συμμετάσχουν σε κερδοσκοπία – π.χ. διαχειριστές χρημάτων – παρέμεινε σχετικά σταθερός.

Αυτό υποδηλώνει ότι ορισμένοι τελικοί χρήστες βασικών προϊόντων προσπάθησαν να εξαιρεθούν από τις συνήθεις δραστηριότητες αντιστάθμισης κινδύνου και να απορροφήσουν τους κινδύνους τιμών στους ισολογισμούς τους. Εάν αποτύχουν, θα μπορούσαν να υπάρξουν δυσμενείς συνέπειες για την ασφάλεια του εφοδιασμού με βασικά προϊόντα…».

Σχετικα αρθρα

Βαρόμετρο ο πληθωρισμός για τις αποφάσεις της ΕΚΤ

admin

Οι μη ρεαλιστικές απαιτήσεις εμποδίζουν τις ευρωπαϊκές συμφωνίες για LNG, λέει ο CEO της Total

admin

Ηλιακός θερμοσίφωνας με αίτηση στο gov.gr – Το πρόγραμμα ανακοινώθηκε

admin

Ποιες περιοχές εξακολουθούν να έχουν ακριβή βενζίνη – Που πηγαίνουν οι τιμές

fastpath

ΗΠΑ: Η Γέλεν εξακολουθεί να πιστεύει πως μπορεί να μειωθεί ο πληθωρισμός, υπό προϋποθέσεις

admin

Οι αγορές αποδοκιμάζουν την οικονομική πολιτική της Λιζ Τρας

admin

Πιάνεται ο στόχος του ’22 για τα δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης – Τροχάδην για την αίτηση και τις επιδοτήσεις

admin

TotalEnergies: Συμφωνία με την Qatar Energy για την εκμετάλλευση του κοιτάσματος φυσικού αερίου NFS

admin

Προϋπολογισμός 2023: Πρωτογενές πλεόνασμα, μείωση φόρων και μόνιμα μέτρα ύψους 3,2 δισ. ευρώ

admin

Ο πόλεμος σώζει το δολάριο και βυθίζει το ευρώ

admin

Ενεργειακή κρίση: Το πρώτο κρας τεστ της Ευρώπης για τη μείωση της κατανάλωσης

admin

Τέλος τα Fuel Pass – «Δεν είναι προτεραιότητα της κυβέρνησης» λέει ο Χρήστος Σταϊκούρας

admin