Image default
Ανάλυση Πρώτο Θέμα

Το σοκ για την Ευρώπη πλησιάζει…

Του Max Hastings

Οι ΗΠΑ έχουν πάντα σημασία για την Ευρώπη, σπάνια όμως περισσότερο απ’ ό,τι αυτή στη στιγμή. Ένας έντονος φόβος κατατρέχει την ήπειρο: ότι ο Ντόναλντ Τραμπ θα μπορούσε να γίνει πρόεδρος της Αμερικής για δεύτερη φορά. Ο Ίβο Ντάλντερ, πρώην πρεσβευτής των ΗΠΑ στον Οργανισμό του Βορειοατλαντικού Συμφώνου (NATO), είπε στους New York Times ότι οι Ευρωπαίοι ανησυχούν “βαθιά, βαθιά για τις εκλογές του 2024 και για το πώς θα επηρεάσουν τη συμμαχία. Ανεξάρτητα από το θέμα συζήτησης, την Ουκρανία ή τη συνοχή του ΝΑΤΟ, είναι το μόνο ερώτημα το οποίο τίθεται”.

Ο Στίβεν Έβερτς, πρώην Ευρωπαίος διπλωμάτης ο οποίος είναι σήμερα διευθυντής του Ινστιτούτου Μελετών Ασφάλειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, περιέγραψε την προοπτική επιστροφής του Τραμπ ως “ελαφρώς τρομακτική”. Και προσθέτει: “Δεδομένου του τεράστιου ρόλου τον οποίο διαδραματίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες στην ευρωπαϊκή ασφάλεια, τώρα πρέπει να σκεφτούμε ξανά τι σημαίνει αυτό για τη δική μας πολιτική, για την ευρωπαϊκή άμυνα και για την Ουκρανία”.

Τρόμος

Υπάρχουν τέσσερα ξεχωριστά αλλά συνδεδεμένα σκέλη στο σχεδόν άνευ προηγουμένου επίπεδο ανησυχίας των Ευρωπαίων για τις επικείμενες εκλογές. Πρώτον είναι ο διαφαινόμενος ενθουσιασμός του Τραμπ για τον πρόεδρο της Ρωσίας Βλαντιμίρ Πούτιν. Το γερμανικό περιοδικό Der Spiegel αναφέρει, προφανώς όχι σατιρικά, ότι ο επίδοξος πρόεδρος θαυμάζει τον Πούτιν “πιθανότατα περισσότερο από τον Κιμ Γιονγκ Ουν” (θυμηθείτε ότι ο Τραμπ επαίνεσε κάποτε ένα “όμορφο γράμμα” που έλαβε από τον Βορειοκορεάτη δικτάτορα).

Ακολουθεί η συχνά εκπεφρασμένη εχθρότητα του Τραμπ προς το ΝΑΤΟ και ακόμη πιο ρητά προς τους Γερμανούς. Στη συνέχεια, υπάρχει η συντριπτική πιθανότητα η προεδρία του να σηματοδοτήσει μια δραστική συμπίεση, αν όχι ένα τέλος, στη βοήθεια προς την Ουκρανία. Τέλος, υπάρχει ο φόβος μιας γενικής επίθεσης του Τραμπ στους πολιτικούς θεσμούς της Αμερικής – ένα δόρυ κατευθείαν στην καρδιά της μεγαλύτερης δημοκρατίας – παραδείγματος του κόσμου.

Ο πρόεδρος Φράνκλιν Ντ. Ρούζβελτ είπε το 1936, με τη Μεγάλη Ύφεση ακόμη να μαίνεται: “Εδώ στην Αμερική διεξάγουμε έναν μεγάλο και επιτυχημένο πόλεμο. Δεν είναι μόνο ένας πόλεμος ενάντια στη φτώχεια, την εξαθλίωση και την οικονομική αποθάρρυνση. Είναι κάτι περισσότερο από αυτό. Είναι ένας πόλεμος για την επιβίωση της δημοκρατίας. Αγωνιζόμαστε για να σώσουμε μια μεγάλη και πολύτιμη μορφή διακυβέρνησης για εμάς και για τον κόσμο”.

Για εμάς στην Ευρώπη σήμερα, το τελευταίο μέρος αυτής της αφήγησης μοιάζει σχεδόν ίδιο. Όσο απρόθυμοι κι αν είμαστε, ως πολίτες άλλων χωρών, να εκφράσουμε έντονα φορτισμένες απόψεις για τις εσωτερικές υποθέσεις των ΗΠΑ, τα διακυβεύματα φαίνονται τόσο μεγάλα που δεν μπορούμε να συγκρατηθούμε. Δεν είναι μόνο ο ίδιος ο Τραμπ ο οποίος μας τρομάζει. Είναι εκείνο που υποδηλώνει η λαϊκή υποστήριξη προς αυτόν μεταξύ των Ρεπουμπλικανών ψηφοφόρων για τη νοοτροπία μιας σημαντικής μερίδας του αμερικανικού λαού.

Μνήμες του 1940

Ως ιστορικός, θα προσδιορίσω το 1940 ως το τελευταίο έτος προεδρικών εκλογών στις ΗΠΑ κατά το οποίο οι Ευρωπαίοι, σίγουρα τουλάχιστον οι Βρετανοί, ήταν τόσο ανήσυχοι για το αποτέλεσμα. Το Ηνωμένο Βασίλειο στεκόταν τότε μόνο του απέναντι στις λεγεώνες του Χίτλερ. Ο Ρούσβελτ φαινόταν ο μόνος αξιόπιστος φίλος από τον οποίο οι άνθρωποι του πρωθυπουργού Ουίνστον Τσόρτσιλ μπορούσαν να αναζητήσουν υλική βοήθεια.

Επέμενε τότε ότι το μεγάλο έθνος του δεν μπορούσε να σταθεί στο περιθώριο του παγκόσμιου αγώνα ενάντια στον φασισμό και τους σημαιοφόρους του. “Έχουμε μάθει ότι οι θεοσεβούμενες δημοκρατίες του κόσμου που τηρούν την ιερότητα των συνθηκών και την καλή πίστη στις συναλλαγές τους με άλλα έθνη δεν μπορούν με ασφάλεια να αδιαφορούν για τη διεθνή ανομία πουθενά στον κόσμο”, είπε στο Κογκρέσο τον Ιανουάριο του 1939. “Δεν μπορούν να αφήσουν για πάντα, χωρίς αποτελεσματική διαμαρτυρία, επιθετικές ενέργειες εναντίον αδελφών εθνών – πράξεις που αυτόματα υπονομεύουν όλους μας”.

Ωστόσο, πολλοί από τους συμπατριώτες του Ρούζβελτ παρέμειναν με πάθος αντίθετοι στην εμπλοκή σε πολέμους στο εξωτερικό, όπως σήμερα ένας αυξανόμενος αριθμός φαίνεται να αδιαφορεί για την επιθετικότητα της Ρωσίας στην Ουκρανία. Ο εγχώριος εξτρεμισμός ανθούσε τότε και στις ΗΠΑ. Για ένα διάστημα μεταξύ των παγκόσμιων πολέμων, η Κου Κλουξ Κλαν – της οποίας η εχθρότητα εκτεινόταν πέρα από τους Αφροαμερικανούς και περιλάμβανε καθολικούς, εβραίους και σε τελική ανάλυση όλους τους ξένους – καυχιόταν έως και για τέσσερα εκατομμύρια μέλη.

Το απομονωτιστικό λόμπι America First στο αποκορύφωμά του είχε 800.000 μέλη, τα οποία υποστήριζαν απόψεις άμεσα συγκρίσιμες με εκείνες των σημερινών MAGA. “Είμαστε αρκετά δυνατοί σε αυτή τη χώρα και σε αυτό το ημισφαίριο για να διατηρήσουμε τον δικό μας τρόπο ζωής ανεξάρτητα από τη στάση στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού”, έλεγε στο Κογκρέσο ο ήρωας της αεροπορίας Τσαρλς Λίντμπεργκ. “Η μόνη επιτυχία για τον τρόπο ζωής μας και το σύστημα διακυβέρνησής μας είναι να το υπερασπιστούμε εδώ στο εσωτερικό και να μην επιχειρήσουμε να μπούμε σε πόλεμο στο εξωτερικό”.

Ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ, ο οποίος ήταν οδηγός ασθενοφόρου στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και ανταποκριτής στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο, έγραφε για “τον ζωμό της κόλασης ο οποίος παρασκευάζεται στην Ευρώπη και από τον οποίο δεν χρειάζεται να πιούμε… Ήμασταν αρκετά ανόητοι που μας ρούφηξε ήδη μια φορά ένας ευρωπαϊκός πόλεμος.”

Μεταξύ 1933 και 1937, το Κογκρέσο ψήφισε μια σειρά Νόμων Ουδετερότητας. Ο Λευκός Οίκος αντιμετώπισε δυσκολίες στο να πείσει το Κογκρέσο να επιτρέψει στη Γαλλία και τη Βρετανία ακόμη και να αγοράσουν όπλα – παρόμοια με την κατάσταση σήμερα σχετικά με τις αποστολές εξοπλισμού στην Ουκρανία.

Η αντίθεση των Ρεπουμπλικανών προς τη βοήθεια για τη Βρετανία είχε ως ηγέτες άτομα όπως ο Burton K. Wheeler, ένας Δημοκρατικός γερουσιαστής από τη Μοντάνα. Τότε, όπως και τώρα, οι αραιοκατοικημένες δυτικές πολιτείες ήταν από τις πιο εχθρικές απέναντι σε εμπλοκές στο εξωτερικό. Ακόμα και μετά την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ, η βουλευτής Jeanette Rankin, κι εκείνη εκπρόσωπος της Μοντάνα στο Κογκρέσο, στάθηκε ενάντια στην κήρυξη πολέμου στην Ιαπωνία (είχε κάνει το ίδιο όταν οι ΗΠΑ εισέρχονταν στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο).

Ο Γουέντελ Γουίλκι, υποψήφιος των Ρεπουμπλικάνων για την προεδρία των ΗΠΑ το 1940, δεν ήταν ακραίος απομονωτιστής, ακόμη όμως και με τον πόλεμο να μαίνεται ήδη στην Ευρώπη, βροντοφώναζε: “Σας έχω δώσει πολλές φορές την υπόσχεσή μου: θα εργαστώ για την ειρήνη”. Μηνύματα τα οποία πλημμύριζαν στον Λευκό Οίκο του Ρούσβελτ έδειχναν ότι ο Γουίλκι είχε αγγίξει μια δημοφιλή χορδή. Αυτό ανάγκασε τον πρόεδρο να υποσχεθεί στους Αμερικανούς ψηφοφόρους ότι “τα αγόρια σας δεν πρόκειται να σταλούν σε πολέμους στο εξωτερικό” (η ιστορία θα αποδείκνυε ότι αυτή η υπόσχεση ήταν ανειλικρινής).

Πάντα πίστευα ότι, απουσία του Περλ Χάρμπορ και της κήρυξης πολέμου από πλευράς του Χίτλερ που ακολούθησε κατά των ΗΠΑ, ο Ρούζβελτ θα ήταν πολύ δύσκολο, ίσως και αδύνατο, να οδηγήσει το μεγάλο έθνος του να γίνει πλήρως εμπόλεμο στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Κανείς δεν κατάλαβε καλύτερα από τον Τσόρτσιλ ότι ο Ρούζβελτ ήταν ο καλύτερος φίλος που θα μπορούσε να έχει ποτέ η Βρετανία. Σίγουρα, ο Ρούζβελτ δεν ήταν θαυμαστής της Βρετανικής Αυτοκρατορίας – δεν του άρεσε καν ο Βρετανός πρωθυπουργός σε προσωπικό επίπεδο. Αλλά ήταν απόλυτα πεπεισμένος ότι εάν οι δικτάτορες θριάμβευαν στην Ευρώπη, οι ΗΠΑ θα πλήρωναν επίσης βαρύ τίμημα.

Έτσι, ο ηγέτης της Βρετανίας ανησυχούσε έντονα για το αποτέλεσμα των εκλογών του 1940. Όλες οι δημοσκοπήσεις προέβλεπαν νίκη των Δημοκρατικών. Αλλά οι δημοσκοπήσεις – ειδικά εκείνες τις εποχές – ήταν συχνά λανθασμένες. Εάν οι Ρεπουμπλικάνοι επικρατούσαν, ήταν εύλογο οι ΗΠΑ να ανακαλούσαν τη συγκατάθεσή τους για βρετανικές αγορές όπλων. Ήταν μια τεράστια ανακούφιση για τον Τσόρτσιλ και για τους εχθρούς του Χίτλερ σε όλο τον κόσμο, όταν ο Ρούζβελτ θριάμβευσε τον Νοέμβριο, επικρατώντας σε 38 πολιτείες.

Ο Τσόρτσιλ τού τηλεγράφησε μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων: “Δεν θεώρησα σωστό, ως ξένος, να εκφράσω την άποψή μου για την αμερικανική πολιτική ενώ διεξάγονταν οι εκλογές, τώρα όμως αισθάνομαι ότι δεν θα σε πειράξει να πω ότι προσευχήθηκα για την επιτυχία σου και ότι είμαι πραγματικά ευγνώμων γι’ αυτήν”.

Ωστόσο, οι πολιτικές δυσκολίες του προέδρου με τους απομονωτιστές και τους αντι-Νιού Ντίλερς δεν τελείωσαν εκεί. Μόνο λίγες μέρες πριν από το Περλ Χάρμπορ, τον Δεκέμβριο του 1941, η βρετανική πρεσβεία στην Ουάσιγκτον ανέφερε στο Λονδίνο για τα εμπόδια που συναντούσε η κυβέρνηση στο Κογκρέσο. Για παράδειγμα, υπήρχε συντηρητική εργατική νομοθεσία που είχε προταθεί από τον Δημοκρατικό βουλευτή Χάουαρντ Γουόρθ Σμιθ και “υποβλήθηκε βιαστικά από τον ίδιο συνδυασμό Ρεπουμπλικανών και Νότιων αντι-Νιού Ντίλερ Δημοκρατικών που έχουν αντιταχθεί στην κυβέρνηση σε άλλες πρόσφατες συζητήσεις”.

“Η ήττα της κυβέρνησης επί του νομοσχεδίου Σμιθ, όπως συνέβη μετά από πολλές παρόμοιες ανατροπές, ήταν μια περαιτέρω ένδειξη του βαθμού στον οποίο ο έλεγχος του προέδρου των ΗΠΑ επί της Βουλής έχει αποδυναμωθεί τον τελευταίο καιρό”, προειδοποιούσαν το Λονδίνο οι Βρετανοί διπλωμάτες. “Η επιρροή του New Deal στη Βουλή είναι επί του παρόντος πρακτικά αμελητέα”. Σχεδόν το ένα τρίτο της Βουλής και της Γερουσίας αντιτάχθηκαν ή απείχαν στο νομοσχέδιο Lend-Lease του Φεβρουαρίου 1941 που επέτρεπε τη βοήθεια στη Βρετανία.

Θεμέλιο

Ένα συνεχές νήμα στις ζωές πολλών από εμάς στην από εδώ πλευρά του Ατλαντικού ήταν ο θεμελιώδης σεβασμός για τις ΗΠΑ και η συνείδηση της απόλυτης εξάρτησής μας από αυτές ως το κύριο προπύργιο της δυτικής ασφάλειας. Το 1985, έγραψα ένα βιβλίο για τον πόλεμο της Κορέας του 1950-53, για το οποίο πήρα συνέντευξη από τον Σερ Όλιβερ Φρανκς, ο οποίος ήταν πρεσβευτής της Βρετανίας στην Ουάσιγκτον όταν η Βόρεια Κορέα εισέβαλε στη Νότια Κορέα. Ο Φρανκς μού εξήγησε τον θαυμασμό του για την ομάδα των Αμερικανών η οποία βρσκόταν τότε στη διαχείριση των υποθέσεων της χώρας.

Ο πρώτος ήταν, φυσικά, ο πρόεδρος Χάρι Τρούμαν “ένας άνθρωπος με ευρύτερη οπτική απ΄ ό,τι φαντάζεστε. Είχε διαβάσει πολλή ιστορία, ιδιαίτερα της Ευρώπης και του αμερικανικού εμφυλίου πολέμου”. Ο υπουργός Εξωτερικών Ντιν Άτσεσον, στενός φίλος του Φρανκς, θα μπορούσε να ήταν “ακαδημαϊκός ανώτατης βαθμίδας σε οποιοδήποτε πανεπιστήμιο του κόσμου”. Ο στρατηγός Τζορτζ Μάρσαλ, υπουργός Άμυνας του Τρούμαν, ήταν “ένα ψύχραιμο, κάθαρο μυαλό που αναζητούσε λύσεις στα προβλήματα αντί να ανησυχεί απλώς γι΄ αυτά”. Ο στρατηγός Όμαρ Μπράντλεϊ, αρχηγός του Στρατού, ήταν “πολύ, πολύ υψηλής τάξης μεγέθους”.

Πίσω από αυτούς τους άνδρες ήταν οι Ρόμπερτ Λόβετ, Τζορτζ Κέναν, Τσιπ Μπόλεν, Ντιν Ρασκ και άλλοι κολοσσοί της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ. Ο Φρανκς ολοκλήρωσε τη συζήτησή μας λέγοντας για το 1950: “Ήταν μια από εκείνες τις στιγμές που οι άνθρωποι – η παρουσία αυτής της εξαιρετικής ομάδας στην κυβέρνηση – έκαναν μια αποφασιστική διαφορά στην ιστορία”.

Ένα από τα μεγάλα επιτεύγματα εκείνης της γενιάς Αμερικανών διπλωματών και πολιτικών ήταν να πείθει αρκετούς Αμερικανούς ότι η χώρα τους είχε ένα συντριπτικό συμφέρον  που παιζόταν στη μοίρα της Ευρώπης και συνολικά του υπόλοιπου κόσμου. Αυτή η πεποίθηση διήρκεσε ακόμη και μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Και κυριολεκτικά “απέδωσε”: οι περισσότεροι οικονομολόγοι συμφωνούν ότι ο παγκόσμιος ρόλος της Αμερικής από το 1945 έχει συμβάλει πολύ στον πλούτο της χώρας, παρά την επιβολή τεράστιου αμυντικού κόστους.

Οι “Σοφοί”, όπως έχει ονομαστεί η γενιά των ηγετών της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ της εποχής Άτσεσον, δεν φαίνεται να υπάρχουν πλέον. Αν υπάρχουν, σίγουρα δεν έχουν την εξουσία που απολάμβαναν τέτοιοι άνθρωποι στα μέσα του 20ού αιώνα. Η προθυμία των Αμερικανών να εμπιστεύονται τις ελίτ, δηλαδή να πιστεύουν ότι οι υπεύθυνοι γνωρίζουν καλύτερα από άλλους ανθρώπους το σωστό, έχει υποχωρήσει δραστικά.

Εν τούτοις, αν και η Κου Κλουξ Κλαν έχει ατροφήσει εδώ και πολύ καιρό, άλλες ομάδες οπαδών της λευκής υπεροχής ανθίζουν στη σημερινή Αμερική, προς μεγάλη απογοήτευση των Ευρωπαίων φίλων της. Ένα νέο βιβλίο των Bruce Hoffman και Jacob Ware υπογραμμίζει την ανάδυση ένοπλων λευκών τρομοκρατικών ομάδων, των οποίων η εξάπλωσή τροφοδοτείται από τη “δημιουργία ενός ψηφιακού σύμπαντος όπου μόνο η κοσμοθεωρία ενός εκάστου είναι νόμιμη και οποιαδήποτε συζήτηση ή ομιλία καταπνίγεται, αποκλείεται και έτσι φιμώνεται”.

Αυτοδυναμία

Το γερμανικό Der Spiegel δημοσίευσε ένα άρθρο σχετικά με την πιθανή επανεκλογή του Τραμπ με τον τίτλο “Σενάριο τρόμου”. Σε αυτό, η Ανιέσκα Μπρούγκερ, αναπληρώτρια επικεφαλής των Πράσινων στο γερμανικό κοινοβούλιο, υποστηρίζει ότι οι Ευρωπαίοι πρέπει να γίνουν “περισσότερο αυτοδύναμοι και λιγότερο ευάλωτοι”. Το συγκεκριμένο σημείο ήταν ξεκάθαρο σε μερικούς από εμάς από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Όμως σήμερα ο επείγων χαρακτήρας του έχει γίνει οξύτερος, δεδομένου ότι χωρίς την κυρίαρχη στρατιωτική βοήθεια της Αμερικής, η Ουκρανία θα ήταν “τελειωμένη”, παρά την τεράστια οικονομική βοήθεια που έχουν υποσχεθεί τα μέλη της ΕΕ.

Οι Ευρωπαίοι – και ιδιαίτερα οι Γερμανοί – πρέπει αμέσως να εκπληρώσουν τις υποσχεθείσες αλλά καθυστερημένες παραδόσεις στρατιωτικής βοήθειας στην Ουκρανία, να επιταχύνουν την παραγωγή πυρομαχικών και να αναγνωρίσουν μια ιστορική αναγκαιότητα να αναλάβουν μεγαλύτερο μερίδιο του κόστους άμυνας της ηπείρου. Ωστόσο, αυτή την εβδομάδα είχα συνομιλία με έναν έγκυρα ενημερωμένο Γερμανό πολιτικό, ο οποίος σημείωνε ότι είναι σχεδόν απελπισμένος έναντι της ισχνής προοπτική το έθνος του να αγκαλιάσει οποιονδήποτε από αυτούς τους στόχους.

Η πολιτική βούληση να αντιμετωπιστούν οι τεράστιες ελλείψεις της Γερμανίας  – και όλης της Ευρώπης – στην ασφάλεια συρρικνώνεται, αν μη τι άλλο. Ωστόσο, εάν ο Τραμπ εκλεγεί πρόεδρος των ΗΠΑ, η Γερμανία θα καταστεί η κρίσιμη ευρωπαϊκή δύναμη του ΝΑΤΟ, με ευθύνη να γεμίσει το χάσμα το οποίο απειλεί να δημιουργήσει μια κυβέρνηση των Ρεπουμπλικανών στην άμυνα της ηπείρου.

Η Βρετανία μιλάει πολύ για την υποστήριξή της στην Ουκρανία, αλλά δεν έχει πια να στείλει πολλά πυρομαχικά. Χρειάζεται ένα μεγάλο πρόγραμμα επανεξοπλισμού τόσο για να ενισχύσει τις δικές της ένοπλες δυνάμεις όσο και για να στηρίξει την Ουκρανία, δεν υπάρχει ωστόσο καμία απολύτως ένδειξη ότι η σημερινή κυβέρνηση των Συντηρητικών ή η πιθανή διάδοχός της των Εργατικών έχουν την πολιτική ή οικονομική βούληση να προχωρήσουν σε κάτι τέτοιο.

Από τη δική μας πλευρά του Ατλαντικού, θα παρακολουθούμε την προεδρική κούρσα στις ΗΠΑ του 2024 με έντονη ανησυχία. Η αμερικανική ηγεσία είναι απαραίτητη στον αγώνα της Δύσης για την υπόθεση της ελευθερίας. Φοβόμαστε, όσο ποτέ άλλοτε στη σύγχρονη εποχή, ότι μια νέα προεδρία Τραμπ θα αποτελούσε άμεση και τρομακτική απειλή για τους τρεις πυλώνες της ειρήνης, της ασφάλειας και της ευημερίας μας: ελευθερία, σταθερότητα και διεθνής τάξη.

Η Ρωσία και η Κίνα προσπαθούν δυναμικά να μας διχάσουν. Προς το παρόν, αποτυγχάνουν. Ωστόσο, ο Ντόναλντ Τραμπ θα μπορούσε να είναι αποφασιστικός παράγοντας στο να τους επιτρέψει να επιτύχουν τον στόχο τους – να γίνουμε εμείς οι ηττημένοι του Β’ Ψυχρού Πολέμου.

Σχετικα αρθρα

Alpha Bank: Τα δυο κλειδιά για περαιτέρω μείωση της ανεργίας στην Ελλάδα

admin

OTE: Αλμα 42% στα κέρδη ανα μετοχή – Ανοδος 36,8% στα καθαρά κέρδη – Μέρισμα 0,71 ευρώ +23%

admin

Fed: Ανησυχία για τυχόν πρόωρες περικοπές επιτοκίων

admin

Tα Airbnb στην Αθήνα προσεγγίζουν τα κρεβάτια των ξενοδοχείων

admin

Στα 313 τρισ. δολ. εκτινάχθηκε το παγκόσμιο χρέος – Νέο ιστορικό ρεκόρ

admin

Ο Πούτιν είναι απίθανο να σταματήσει στη Ρωσία και την Ουκρανία

admin

Τί γυρεύει ο “κύριος Frontex” στο ψηφοδέλτιο της Λεπέν;

admin

Αντιμετώπιση των προκλήσεων μιας νέας εποχής: Ενάντια στην Οικονομία του Κανόνα – DANI RODRIK

admin

Τι συμβαίνει στην Κίνα και πώς επηρεάζει τις κεντρικές τράπεζες διεθνώς

admin

Είναι γενοκτονία όσα συμβαίνουν σε Ουκρανία και Γάζα;

admin

INTRALOT: Έσοδα άνω των 2 δισ. € σε βάθος 10ετίας

admin

Τι σημαίνει η επιστροφή του bitcoin στο 1 τρισ. δολάρια

admin