Image default
Οικονομία

«Ανοίγει ο κύκλος» των αξιολογήσεων – Τα εύσημα των θεσμών και οι «μπαλαντέρ»

Η Scope Ratings είναι ο πρώτος οίκος αξιολόγησης, ποιοι και πότε ακολουθούν. Οι θεσμοί εξαίρουν τον ΟΔΔΗΧ, πώς σχεδιάζει το οικονομικό επιτελείο να βελτιώσει περαιτέρω το πιστοληπτικό προφίλ της Ελλάδας. Τι σημαίνουν πιθανές νέες αναβαθμίσεις του ελληνικού αξιόχρεου.

«Ποδαρικό» για το 2024 κάνουν οι οίκοι αξιολόγησης με την γερμανική Scope Ratings να είναι αυτή που ανοίγει ένα μεγάλο «κύκλο» αξιολογήσεων, ο οποίος εκτείνεται μέχρι τα τέλη του έτους, και κάνει το ΥΠΕΘΟ να φιλοδοξεί πως θα συμπεριλαμβάνει νέες αναβαθμίσεις για το ελληνικό αξιόχρεο, πέρα την επενδυτικής βαθμίδας που η χώρα μας απέσπασε πέρυσι.

Έτσι, η Scope, που μόλις προ δύο μηνών εντάχθηκε στο «κλαμπ» των αναγνωρισμένων οίκων αξιολόγησης από την ΕΚΤ, είναι η πρώτη για φέτος με τους υπόλοιπους να ακολουθούν. H DBRS «έρχεται» στις 8 Μαρτίου, ακολουθούμενη από την Moody’s στις 15 του ίδιου μηνός (η οποία είναι και η πιο σημαντική, καθώς είναι ο μόνος οίκος που ακόμη δεν έχει δώσει στην Ελλάδα την επενδυτική βαθμίδα), και την S&P στις 19 του επομένου. Η Fitch παίρνει σειρά στις 31 Μαΐου, ενώ το καναδικό προσωπικό της DBRS θα προχωρήσει σε δεύτερη αξιολόγηση το φθινόπωρο και συγκεκριμένα στις 6 Σεπτεμβρίου. Η δεύτερη αξιολόγηση της S&P για το έτος είναι προγραμματισμένη για τις 18 Οκτωβρίου και της Fitch στις 22 Νοεμβρίου.

Όλες αυτές είναι ημερομηνίες που είναι σημειωμένες με κόκκινο χρώμα και με πολλά θαυμαστικά στο ημερολόγιο του ελληνικού οικονομικού επιτελείου. Και τούτο διότι δεν αρκούν τα εύσημα που έχει αποσπάσει η χώρα μας από τους κορυφαίους θεσμούς για την πρόοδο που έχει καταφέρει όσον αφορά την κατάσταση της οικονομίας της, αλλά χρειάζεται το παραπάνω να αποτυπωθεί και στην πιστοληπτική βαθμίδα της Ελλάδας, η οποία καθορίζει άμεσα με πόσο «ελαφριούς» ή «βαριούς» όρους θα δανείζεται, πόσο «εύκολα» ή «δύσκολα» θα την προσεγγίζουν τα κεφάλαια των επενδυτών, καθώς όσο πιο ψηλά θα ανεβαίνει στην «σκάλα» των αναβαθμίσεων, τόσο πιο ελκυστική και με λιγότερο ρίσκο θα θεωρείται για τους δανειστές, αντισταθμίζοντας τις πιέσεις από την αυστηρή νομισματική πολιτική. Η οποία, μάλιστα, έχει αρχίσει να συγκεντρώνει γύρω της υπερβολικά πολλές αβεβαιότητες, καθώς συσκοτίζεται το πιθανό χρονοδιάγραμμα μείωσης των επιτοκίων από την ΕΚΤ.

Το ελληνικό προφίλ χρέους και ο ΟΔΔΗΧ

Tα εύσημα που αποσπά η Ελλάδα για το γεγονός πως κατάφερε να πετάξει από πάνω της την «ρετσινιά» του αδύναμου κρίκου της Ευρωζώνης, δεν είναι λίγα.
Μόλις αυτή την εβδομάδα, το ΔΝΤ κατά την τελευταία του αξιολόγηση στο πλαίσιο του Άρθρου 4, αφού επιβεβαίωσε την βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους και το βελτιωμένο προφίλ του, με εμφατικά λόγια για τις πρόωρες αποπληρωμές μνημονιακών δανείων (του ιδίου κατά 100% και εν μέρει των κρατών μελών της Ευρωζώνης) τις οποίες ολοκλήρωσε το 2022-2023, εξήρε την στρατηγική διαχείρισης του δημοσίου χρέους, για την οποία είναι υπεύθυνος ο ΟΔΔΗΧ, η οποία εξασφαλίζει πως το κόστος χρηματοδότησης θα «κρατιέται» σε χαμηλά επίπεδα, και το οποίο το επιτυγχάνει με έναν συνδυασμό έκδοσης τίτλων με διαφορετικές διάρκειες ωρίμανσης.

Στα μέσα Ιανουαρίου 2023 ολοκληρώθηκε η έκδοση ενός νέου 10ετούς ομολόγου στην οποία το ελληνικό δημόσιο άντλησε 3,5 δισ. ευρώ με επιτόκιο 4,27%, εκ των οποίων το 78% απορροφήθηκε από διεθνείς επενδυτές. Στα τέλη Μαρτίου 2023 ολοκληρώθηκε η έκδοση ενός νέου 5ετούς ομολόγου στην οποία το ελληνικό δημόσιο άντλησε 2,5 δισ. ευρώ με επιτόκιο 3,92%. Τον Μάιο και Ιούνιο του 2023 πραγματοποιήθηκαν επανεκδόσεις τριών ελληνικών ομολόγων (10ετούς, 15ετούς και 25ετούς διάρκειας) από την οποία το ελληνικό δημόσιο άντλησε 0,25 δισ. ευρώ, 0,15 δισ. ευρώ και 0,20 δισ. ευρώ, με επιτόκιο 3,97%, 4,14%, και 3,99% αντίστοιχα. Τον Ιούλιο του 2023 πραγματοποιήθηκε η έκδοση ενός νέου 15ετούς ομολόγου στην οποία το ελληνικό δημόσιο άντλησε 3,5 δισ. ευρώ με επιτόκιο 4,45%.

Πριν από τα εύσημα του ΔΝΤ, είχαν προηγηθεί πριν από ένα μήνα τα θετικά σχόλια της Κομισιόν στο πλαίσιο της έκθεσης μεταπρογραμματικής εποπτείας για την βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, κρίνοντας πως δεν αντιμετωπίζει σοβαρούς κινδύνους.

Οι θεσμοί θεωρούν πως «κλειδί» στην καλύτερη εικόνα του ελληνικού χρέους είναι η επιτυχής «εκστρατεία» απομείωσης του χρέους του δημοσίου, η οποία βασίζεται καταρχήν στην απόδοση της οικονομίας σε επίπεδο ανάπτυξης και πρωτογενών πλεονασμάτων. Οι στόχοι για τα παραπάνω μεγέθη είναι υψηλοί και για το 2024, με ανάπτυξη ΑΕΠ 2,9% και πρωτογενές πλεόνασμα 2,1%.

Συνολικά, στην ίδια πορεία φιλοδοξεί να βαδίσει η ελληνική κυβέρνηση και φέτος, μειώνοντας περαιτέρω το δημόσιο χρέος στο 152,3% του ΑΕΠ.

Η στρατηγική του ΟΔΔΗΧ, για την οποία απέσπασε την επιδοκιμασία του ΔΝΤ, φέτος αφορά σε άντληση 10 δισ. ευρώ από τις αγορές, με ένα συνδυασμό έκδοσης βραχυχρόνιων και μακροχρόνιων τίτλων, ενώ θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικό πως οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδας θα παραμείνουν κάτω από το όριο 10% του ΑΕΠ μακροπρόθεσμα, ακόμα και κάτω από τα πιο συντηρητικά σενάρια.

Σε αυτή τη βάση, καθώς η Ελλάδα ανέκτησε την επενδυτική βαθμίδα και πλέον εξαρτάται από τις αγορές για τον δανεισμό της, αποκτούν εξαιρετική σημασία οι δυνάμει νέες αναβαθμίσεις που θα αποσπάσει στις προσεχείς ημερομηνίες που αναφέρθηκαν παραπάνω.

Όσο περισσότερο πηγαίνει καλά η ελληνική οικονομία και αυτό πιστοποιείται και από τους οίκους αξιολόγησης, τόσο αυτό θα τιμολογείται από τις αγορές που θα προτιμούν τα ελληνικά ομόλογα περιορίζοντας τις αποδόσεις τους.

Όπως επισημαίνει το ΙΟΒΕ στη τριμηνιαία έκθεση του για την ελληνική οικονομία, εν μέσω ανόδου των αποδόσεων κρατικών ομολόγων διεθνώς στα μέσα του 2023, οι αποδόσεις των ελληνικών κρατικών ομολόγων επέδειξαν σχετική σταθερότητα, ενώ στα τέλη του 2023 υποχώρησαν σε επίπεδα γύρω από το 3,3%, με μείωση της διαφοράς τους από άλλες Ευρωπαϊκές χώρες. Σε αυτό συνέβαλε η ενίσχυση της εμπιστοσύνης από την σταδιακή ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας και την μείωση του εγχώριου πολιτικού κινδύνου. Έτσι, για το 10ετές ομόλογο η μέση απόδοση καταγράφηκε σε 4% στο σύνολο του 2023 και 3,3% τον Δεκέμβριο. Η επιπλέον επιβάρυνση στο νέο κόστος 10ετούς δανεισμού του ελληνικού Δημοσίου σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης μειώθηκε περαιτέρω στα τέλη του 2023. Έτσι, διαμορφώθηκε τον Δεκέμβριο του 2023 στις 118 μ.β. και 2 μ.β. σε σχέση με το γερμανικό ομόλογο και το μέσο όρο των χωρών του «νότου» της Ευρωζώνης αντίστοιχα, από 214 μ.β. και 56 μ.β. στα τέλη του 2022.

Στα παραπάνω «άλματα» θέλει να συμβάλει και το επιτελείο του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο σχεδιάζει να συνεχίσει και φέτος τις πρόωρες αποπληρωμές δανείων, βελτιώνοντας περαιτέρω το πιστοληπτικό προφίλ της χώρας, που πλέον θεωρείται, μια αξιόπιστη χώρα για δανεισμό, αφήνοντας πίσω της το πρόσφατο παρελθόν της κρίσης χρέους και της ανυποληψίας.

Photo: GettyImages/Ideal Image

Σχετικα αρθρα

ΕΛΣΤΑΤ: Αύξηση 5,6% στις τιμές οικοδομικών υλικών τον Ιανουάριο

fastpath

Γερμανία: Συρρικνώθηκε κατά 0,3% το ΑΕΠ το τέταρτο τρίμηνο

fastpath

Γερμανία: Σε ιστορικά χαμηλά οι προσδοκίες στον τομέα κατασκευής κατοικιών

fastpath

Συντάξεις Μαρτίου: Πότε θα καταβληθούν – Οι ημερομηνίες ανά Ταμείο

admin

Θεοχάρης: Θα είμαστε δίπλα στις επιχειρήσεις, όχι στη φοροδιαφυγή

fastpath

Αύξηση παραγωγής 8,9% για την ελληνική ασφαλιστική αγορά το 2023

admin

Γερμανία: Ο πονοκέφαλος της οικονομικής ύφεσης του Όλαφ Σολτς

admin

Wall Street: Η Nvidia «απογείωσε» τους δείκτες

fastpath

Αλλάζω Συσκευή για Επιχειρήσεις: Πώς θα είστε ένας από τους 100.000 δικαιούχους της επιδότησης

admin

Αγορά Παιγνίων: Αύξηση 23% στα πονταρίσματα και 11% στα έσοδα το 2023

admin

Μ. Βορίδης: «Τις επόμενες ημέρες, η ημερομηνία και ο τόπος της συνάντησης με τους Θεσσαλούς αγρότες»

admin

Χάρκερ της Fed: Μην περιμένετε μείωση των επιτοκίων ευθύς αμέσως

admin