Η γήρανση του πληθυσμού στην Ελλάδα οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε μακροπρόθεσμες επιπτώσεις τόσο στην αγορά εργασίας όσο και στο συνταξιοδοτικό σύστημα με τα «καμπανάκια» να ηχούν δυνατά για τους «έχοντες την ευθύνη σχεδιασμού και λήψης αποφάσεων σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο» οι οποίοι «οφείλουν να θεωρήσουν ως δεδομένες κάποιες μη αναστρέψιμες τις αμέσως επόμενες δεκαετίες δημογραφικές τάσεις, να εκτιμήσουν τις επιπτώσεις τους και να τις λάβουν υπόψη» αλλά και «να λάβουν από τώρα τα προσήκοντα μέτρα για την μεσο-μακροπρόθεσμα αναστροφή τους».

Το πρόβλημα με το εργατικό δυναμικό και το πλήθος των απασχολουμένων

Στη χώρα μας, το 1962, σε κάθε γυναίκα αντιστοιχούσαν κατά μέσο όρο 2,30 γεννήσεις. Είκοσι χρόνια μετά, το 1982, η αναλογία έπεσε στο 2,10. Η μεγάλη κατρακύλα όμως έρχεται από τη στιγμή που χώρα μας μπαίνει στην Ευρωζώνη. Το ποσοστό των γεννήσεων βυθίζεται στο 1,32 και σύμφωνα με τις μετρήσεις του ΟΟΣΑ μόνο το 2022 καταγράφεται μια οριακή αύξηση αλλά δεν είναι αρκετή για να αντιστρέψει την κατάσταση.

Με τους ειδικούς να εξετάζουν όλα τα δεδομένα η «γήρανση» του πληθυσμού, σύμφωνα με την έκθεση, «είναι μη αναστρέψιμη». Ανάμεσα στα σενάρια είναι και ο πληθυσμός των νέων (0-19 ετών) να μειωθεί έως ένα εκατομμύριο το 2025. Ο πληθυσμός των 20-64 ετών να μειωθεί από 1,36 – 1,65 εκατ. (ελάχιστο/ μέγιστο), κατά 1,5 εκατ. δε στο ενδιάμεσο σενάριο επηρεάζοντας το εργατικό δυναμικό και το πλήθος των απασχολουμένων.

Το μέγεθος και οι ηλικιακές δομές του πληθυσμού όπως αυτές διαμορφώνονται από το 1950 και μετά

Οι εξελίξεις των βασικών δημογραφικών συνιστωσών μετά το 1950 σε συνδυασμό με το μεταπολεμικό μοντέλο οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης της χώρας μας «επηρέασαν σημαντικά το μέγεθος και τις ηλικιακές δομές του πληθυσμού καθώς και την κατανομή του στον χώρο» σημειώνει ο Βύρων Κοτζαμάνης.

Είχαν δε σαν αποτέλεσμα, σύμφωνα με τον καθηγητή: 

«Μια υπερσυγκέντρωση του πληθυσμού σε ένα εξαιρετικά περιορισμένο τμήμα της χώρας μας, καθώς ένας στους δύο κατοίκους της διαμένει στο 4% της συνολικής της επιφάνειας (και δύο στους τρεις στο 6,5%), ενώ σχεδόν τρεις στους τέσσερις ζουν πλέον στις δύο μεγάλες μητροπολιτικές περιοχές (Αθηνών και Θεσσαλονίκης), σε μια δεκάδα μεγάλων αστικών κέντρων και στην άμεση περιφέρειά τους ενώ 76 στα 100 άτομα διαμένουν πλέον σε αστικά κέντρα (μόλις 36 το 1951). Η υπερσυγκέντρωση αυτή, αποτέλεσμα του μεταπολεμικού μοντέλου ανάπτυξης, οδήγησε στην εγκατάλειψη ενός μεγάλου τμήματος της περιφέρειας, και, σε συνδυασμό με την έντονα διαφοροποιημένη χωρικά δημογραφικά γήρανση, υποθηκεύει την κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη της χώρας μας και την εδαφική της συνοχή. 

Μια έντονη εσωτερική κινητικότητα που οδήγησε στην εγκατάλειψη ενός μεγάλου τμήματος της υπαίθρου. Η κινητικότητα αυτή, ιδιαίτερα έντονη τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, χαρακτηρίζεται από μετακινήσεις από ορεινές-ημιορεινές περιοχές σε πεδινές και από αγροτικές σε αστικές, ως και από μικρότερα αστικά κέντρα σε μεγαλύτερα. Μετά το 1990, η έλξη της πρωτεύουσας και της Θεσσαλονίκης ατόνησε μεν προοδευτικά, ενισχύθηκε όμως αυτή των μεγάλων περιφερειακών αστικών κέντρων, ενώ μετά την ανάδυση της οικονομικής κρίσης η φορά των μετακινήσεων αλλάζει: η συρρίκνωση εισοδημάτων και συντάξεων και η υψηλή ανεργία υποχρέωσαν κάποιες ομάδες να εγκαταλείψουν τα μεγάλα αστικά κέντραιδίως τα δύο μεγαλύτερα από αυτά- και να εγκατασταθούν στην ηπειρωτική ενδοχώρα. Ωστόσο, ακόμη και αν οι πρόσφατες αυτές τάσεις ενισχυθούν με κάποια μέτρα (για παράδειγμα, ενίσχυση νέων για εγκατάσταση και δραστηριοποίησή τους στην ύπαιθρο χώρα), δεν πρόκειται να αλλάξουν ριζικά τον πληθυσμιακό χάρτη της Ελλάδας τις αμέσως επόμενες δεκαετίες.

Την μαζική μετανάστευση των Ελλήνων τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, την αντιστροφή των ρευμάτων στην συνέχεια (παλινόστηση και είσοδος οικονομικών μεταναστών στη χώρα μας μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 2000) και την ανάδυση μετά το 2010 ενός νέου μαζικού κύματος φυγής. 

Την ιδιαίτερα χαμηλή γεννητικότητα/γονιμότητα, ήτοι έναν περιορισμένο και μειούμενο αριθμό γεννήσεων, χαμηλούς δείκτες ετήσιας γονιμότητας τα τελευταία 35 χρόνια (

Την προβληματική εξέλιξη του προσδόκιμου ζωής στη γέννηση. Ειδικότερα από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 καταγράφεται μια επιβράδυνση των κερδών του προσδόκιμου ζωής στη χώρα μας. Αν και η επιβράδυνση αυτή δεν αφορά μόνον την Ελλάδα, οι ρυθμοί αύξησης του δείκτη είναι βραδύτεροι στη χώρα μας σε σχέση με όλες τις άλλες χώρες που αποτελούσαν την Ευρωπαϊκή Ένωση μέχρι το 2003 με αποτέλεσμα να έχουμε χάσει τη σχετικά προνομιακή θέση που είχαμε στην Ε.Ε στα μέσα της δεκαετίας του 1990. Η πιο αργή αύξηση την περίοδο 1995-2019 οφείλεται, κυρίως, στη λιγότερο αποτελεσματική αντιμετώπιση συγκριτικά με τις χώρες αυτές των δύο μεγάλων ομάδων αιτιών θανάτου (παθήσεις του κυκλοφορικού συστήματος και καρκίνοι) που θίγουν τις ώριμες και μεγάλες ηλικίες. Έτσι, οι αδυναμίες και ελλείψεις του δημόσιου συστήματος υγείας -ενός συστήματος που συνεχίζει να βασίζεται κυρίως στη νοσοκομειακή και στην εξειδικευμένη ιατρική περίθαλψη σε βάρος της ολοκληρωμένης πρωτοβάθμιας φροντίδας- αποτυπώνονται πλέον και στην εξέλιξη των δεικτών θνησιμότητας στη χώρα μας. 

Τα αρνητικά φυσικά ισοζυγία (γεννήσεις-θάνατοι) μετά το 2010 καθώς την περίοδο 2011-2021 είχαμε 324 χιλιάδες περισσότερους θανάτους από γεννήσεις. Τα φυσικά αυτά ισοζύγια θα ήταν ακόμη πιο αρνητικά χωρίς τους αλλοδαπούς (η ζυγαριά γεννήσεις-θάνατοι την ίδια περίοδο ήταν αρνητική κατά 443 χιλ. στους Έλληνες υπηκόους). 

Τη μείωση του συνολικού πληθυσμού που έχει αρχίσει ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 2010. Η μείωση αυτή που για την δωδεκαετία 2011-2022 εκτιμάται σε 700 περίπου χιλιάδες (380 χιλ. το αρνητικό φυσικό ισοζύγιο και 320 χιλ. το αρνητικό μεταναστευτικό ισοζύγιο δεν αφορά όλες τις χωρικές ενότητες της χώρας μας, καθώς καταγράφονται ανάμεσα στις δυο τελευταίες απογραφές (2011 και 2021) σημαντικές διαφοροποιήσεις από τον μέσο εθνικό όρο. 

Την υψηλή, έντονα διαφοροποιημένη χωρικά και μη αναστρέψιμη δημογραφική γήρανση, τη συνεχιζόμενη δηλ. αύξηση τόσο του πλήθους όσο του ποσοστού στον πληθυσμού των άνω των 65 ετών (22,5% σήμερα,

Τις ταχύτατες αλλαγές της δομής και σύνθεσης των νοικοκυριών των 65 ετών και άνω. Οι μεταβολές της πορείας των βασικών δημογραφικών συνιστωσών των τελευταίων δεκαετιών επηρεάζουν ήδη -και θα συνεχίσουν να το πράττουν- εκτός των άλλων και τη δομή και σύνθεση των νοικοκυριών των ηλικιωμένων στο μέλλον. Έτσι το «στενό» οικογενειακό περιβάλλον των 65+ που έχουν γεννηθεί μετά το 1975 θα αποτελείται όλο και από λιγότερα άτομα σε σύγκριση με το αντίστοιχο αυτών που έχουν γεννηθεί τις προηγούμενες δεκαετίες και ένα όλο και μεγαλύτερο τμήμα των μετά το 1975 γενεών, όταν φθάσουν στα 65 τους (>90% έναντι του 75% όσων γεννήθηκαν προπολεμικά) με προσδόκιμο ζωής που θα υπερβαίνει τα 25 έτη, θα είναι μόνοι. Αλλά ακόμη και όσοι θα έχουν κάποιους στο στενό οικογενειακό τους περιβάλλον, το πλήθος τους θα είναι πολύ μικρότερο συγκρινόμενο με αυτό που είχαν γύρω τους οι προηγούμενες γενεές. Έτσι, ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι οι υπάρχοντες οικογενειακοί δεσμοί δεν ατονήσουν τις αμέσως επόμενες δεκαετίες και με δεδομένο ότι σήμερα η οικογένεια υποκαθιστά σε μεγάλο βαθμό το κράτος πρόνοιας, το διακύβευμα είναι προφανές».

Σύμφωνα με την έκθεση του καθηγητή «θνησιμότητα, γονιμότητα, εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση» διαμορφώσαν το σημερινό δημογραφικό τοπίο στη χώρα μας και «λόγω της σημαντικής αδρανείας των δημογραφικών δομών η αναστροφή των όποιων αρνητικών τάσεων απαιτεί μέτρα πολιτικής».

Η Ελλάδα του 2050

Πώς όμως θα εξελιχθεί ο πληθυσμός τη Ελλάδας τις αμέσως επόμενες δεκαετίες;

Στο ερώτημα αυτό, ο καθηγητής δίνει μια πρώτη απάντηση βάσει των προσφάτων (11/2022) προβολών των ΗE.

«Tα τρία βασικά σενάρια των προβολών αυτών διαφοροποιούνται ως προς την μελλοντική πορεία της γονιμότητας μόνον καθώς οι υποθέσεις για τη θνησιμότητα και την μετανάστευση είναι κοινές: αύξηση του προσδόκιμου ζωής στη γέννηση μέχρι το 2050 κατά 5,5 περίπου χρόνια, αυτού στα 65 κατά σχεδόν 4 χρόνια και ένα πολύ μικρό θετικό ανά έτος μεταναστευτικό ισοζύγιο +5 χιλ., ήτοι μόνον 140 χιλ. αθροιστικά μέχρι το 2050. Έχοντας αυτά σαν δεδομένο, ο «αναμενόμενος» πληθυσμός της Ελλάδας το 2050 θα είναι μειωμένος σε σχέση με το 2022 και στα τρία σενάρια. Όπως δε σε όλα το μεταναστευτικό ισοζύγιο είναι το ίδιο (+5 χιλ. ετησίως) και η εξέλιξη της θνησιμότητας κοινή, η διαφοροποιημένη μείωση του πληθυσμού οφείλεται αποκλειστικά στα φυσικά ισοζύγια. Τα φυσικά αυτά ισοζύγια θα συνεχίσουν μεν να αρνητικά, διαφέρουν όμως σημαντικά ανά σενάριο ενώ το «έλλειμα» αυξάνεται συνεχώς. Η συνεχιζόμενη δε και μη δυνάμενη να ανακοπεί αύξηση των 65 + οδηγεί σε έναν υψηλό αριθμό θανάτων, που δεν είναι δυνατόν να αντισταθμισθεί από τις γεννήσεις ακόμη και στο ευνοϊκότερο σενάριο της γονιμότητας».

Τα τρία σενάρια, σύμφωνα με την έκθεση: 

«Τα φυσικά ισοζύγια θα συνεχίσουν μέχρι το 2050 να είναι αρνητικά -αν και σαφώς διαφοροποιημένα ανά σενάριο- συμβάλλοντας καθοριστικά στη μείωση του πληθυσμού.

Ο πληθυσμός μας που εκτιμάται σήμερα σε 10,5 εκατ. θα συνεχίσει να μειώνεται μέχρι το 2050 με διαφοροποιημένους ρυθμούς ανά σενάριο (9,2 εκατ. στο «ενδιάμεσο» πιθανότερο σενάριο, 8,5 εκατ. στο «χαμηλό» και 9,8 εκατ. στο «υψηλό»)».

Ως προς την εξέλιξη του πλήθους των τριών μεγάλων ηλικιακών ομάδων:

«Η μόνη ηλικιακή ομάδα που θα αυξηθεί είναι αυτή των 65 ετών και άνω. Το πλήθος της δεν αλλάζει στα τρία σενάρια (θα εγγίζει τα 3,16 εκατ. το 2050 έναντι 2,37 το 2022, μια αύξηση σχεδόν κατά 800 χιλ.) αν και το ειδικό της βάρος -το ποσοστό της δηλαδή στον συνολικό πληθυσμό- διαφέρει στα 3 σενάρια. Η κατά 800 χιλ. δε αύξηση του πληθυσμού των 65+ θα οφείλεται κατά 40% στην αύξηση των 85 και άνω. Η γήρανση επομένως είναι μη αναστρέψιμη. • Ο πληθυσμός των νέων (0-19 ετών) αναμένεται να μειωθεί από ελάχιστα έως 1 εκατ. • Ο πληθυσμός των 20-64 ετών θα μειωθεί από 1,36 – 1,65 εκατ. (ελάχιστο/ μέγιστο), κατά 1,5 εκατ. δε στο ενδιάμεσο σενάριο επηρεάζοντας προφανώς το εργατικό δυναμικό και το πλήθος των απασχολουμένων».