Ο Προϋπολογισμός 2026 θα κατατεθεί σε περιβάλλον «δύσκολης ισορροπίας». Από τη μία, το Υπουργείο Οικονομικών μπαίνει στη χρονιά με ισχυρή κληρονομιά πρωτογενούς πλεονάσματος στο 8μηνο του 2025 και υπεραπόδοση στα φορολογικά έσοδα έναντι στόχων. Από την άλλη, η Τράπεζα της Ελλάδος αναθεωρεί προς τα κάτω την αναμενόμενη ανάπτυξη για το 2026 και «βλέπει» τον πληθωρισμό να παραμένει υψηλότερος της ΕΕ, άρα με πιέσεις στο διαθέσιμο εισόδημα. Το στοίχημα είναι να διατηρηθεί η δημοσιονομική αξιοπιστία χωρίς να εξαντληθούν νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Στην κορυφή των αναγκών παραμένουν η Υγεία και η Ενέργεια. Το 2025 είδαμε αυξημένες μεταβιβάσεις προς νοσοκομεία και την ΕΚΑΠΥ για φάρμακα και προμήθειες, καθώς και ενισχύσεις που σχετίζονται με ΥΚΩ στην ηλεκτρική ενέργεια. Είναι εύλογο ότι αυτές οι «γραμμές» θα συνεχίσουν να πιέζουν το 2026, ειδικά αν οι τιμές υπηρεσιών και τροφίμων παραμείνουν κολλημένες ψηλά. Σε αυτό το πλαίσιο, οι οριζόντιες επιδοτήσεις ενέργειας θεωρούνται ακριβές και αναποτελεσματικές και πιθανόν θα περιοριστούν υπέρ πιο στοχευμένων ενισχύσεων για ευάλωτα νοικοκυριά.
Δεύτερος μεγάλος άξονας είναι οι μισθολογικές δαπάνες Γενικής Κυβέρνησης και οι συντάξεις. Με δεδομένο ότι το 2025 η εκτέλεση του Προϋπολογισμού κινήθηκε καλύτερα από το στόχο, μια «ήπια» αύξηση λόγω ωριμάνσεων και τιμαριθμικών αναπροσαρμογών είναι πιθανή, αλλά δύσκολα χωρά κάτι πολύ γενναιόδωρο χωρίς αντισταθμιστικά μέτρα. Στον αντίποδα, δαπάνες μη στοχευμένων επιδοτήσεων και «έκτακτων» προγραμμάτων με χαμηλή αποδοτικότητα είναι υποψήφιες για περικοπές ή ανασχεδιασμό. Η σύσταση της Κομισιόν για ελαφρά δημοσιονομική σύσφιξη στην Ευρωζώνη και το 2026 ενισχύει αυτή την κατεύθυνση.
Τρίτος άξονας είναι οι δημόσιες επενδύσεις. Παρά τον περιοριστικό ευρωπαϊκό «τόνο», η χώρα έχει κίνητρο να «τρέξει» ώριμα έργα που χρηματοδοτούνται από ευρωπαϊκούς πόρους, ώστε να πετύχει υψηλό πολλαπλασιαστή με μικρό δημοσιονομικό αποτύπωμα. Εδώ όμως απαιτείται προσοχή στη μετακύλιση εθνικής συμμετοχής και στο ρυθμό απορρόφησης.
Πρωτογενές πλεόνασμα: Πώς διατηρείται χωρίς νέα φορολογική ασφυξία
Το 8μηνο του 2025 έκλεισε με πρωτογενές πλεόνασμα αισθητά πάνω από τον στόχο, κάτι που δίνει «μαξιλάρι» αξιοπιστίας. Όμως δεν μπορεί να στηριχθεί μονίμως σε υπεραπόδοση έμμεσων φόρων ή συγκυριακές εισπράξεις. Η βιωσιμότητα περνά από τρεις γραμμές πολιτικής: στοχευμένες δαπάνες, διεύρυνση φορολογικής βάσης και ανάπτυξη που τροφοδοτεί τα έσοδα χωρίς αύξηση συντελεστών. Η Κομισιόν βλέπει ανάπτυξη 2,2% το 2026, αλλά η ΤτΕ πλέον «δείχνει» ακόμη χαμηλότερα, κοντά στο 1,9 2,0%. Άρα, η συντήρηση πλεονάσματος απαιτεί αυστηρή εκτέλεση δαπανών και μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν την παραγωγικότητα.
Στη φορολογία, το βάρος μετατοπίζεται από νέους συντελεστές σε καλύτερη συμμόρφωση και ψηφιοποίηση ελέγχων. Το 2025 καταγράφηκε υπέρβαση στα έσοδα από φόρους έναντι στόχου, κάτι που συνδέεται με την οικονομική δραστηριότητα αλλά και με την εντατικοποίηση εισπράξεων. Το 2026, ο στόχος θα είναι να «κλειδωθεί» αυτή η επίδοση με λιγότερη κυκλική μεταβλητότητα και χωρίς επιβάρυνση κατανάλωσης σε περίοδο επίμονων τιμών.
Ο ρόλος των εξωτερικών πόρων ΕΕ και Ταμείου Ανάκαμψης
Το RRF παραμένει ο βασικός μοχλός για να χρηματοδοτηθούν επενδύσεις με υψηλή προστιθέμενη αξία σε ψηφιακό μετασχηματισμό, πράσινα έργα, δεξιότητες και ιδιωτικά δάνεια με κρατική στήριξη. Η πρόοδος των εκταμιεύσεων το 2024 2025 είναι θετική με συνεχόμενα αιτήματα πληρωμών, αλλά ο ρυθμός απορρόφησης και η ωρίμανση έργων θα κρίνουν το αποτύπωμα στο ΑΕΠ του 2026. Όσο μεγαλύτερο μέρος των δημοσίων επενδύσεων «κουμπώνει» σε ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, τόσο μικρότερο το καθαρό βάρος στον Προϋπολογισμό.
Η επίδραση των ευρωπαϊκών πόρων δεν είναι μόνο λογιστική. Αν κατευθυνθούν σε κλάδους με υψηλό πολλαπλασιαστή και εισαγόμενη τεχνογνωσία logistics, ΑΠΕ, αποθήκευση ενέργειας, ψηφιακές υποδομές μπορούν να αντισταθμίσουν εν μέρει την επιβράδυνση της ιδιωτικής ζήτησης που προκαλεί ο επίμονος πληθωρισμός. Αυτό δημιουργεί χώρο ώστε το πρωτογενές πλεόνασμα να «βγαίνει» από την πλευρά της ανάπτυξης και όχι μόνο των περικοπών.
Τρία ρεαλιστικά σενάρια κινδύνου για το 2026
Σενάριο επίμονου πληθωρισμού
Αν ο πληθωρισμός μείνει γύρω από 2,6% το 2026 όπως εκτιμά η ΤτΕ και παραμείνει υψηλότερος της Ευρωζώνης, η αγοραστική δύναμη θα διαβρώνεται και η κατανάλωση θα φρενάρει. Πολιτική απάντηση είναι η στοχοποίηση ενισχύσεων σε ευάλωτους και η αποφυγή οριζόντιων μέτρων που τροφοδοτούν τις τιμές. Παράλληλα, σύνεση σε διορθώσεις έμμεσων φόρων ώστε να μη μονιμοποιηθεί η ακρίβεια.
Σενάριο εξωτερικού σοκ
Μια διεθνής κρίση ενέργειας ή γεωπολιτική αναταραχή θα επιβαρύνει ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, τιμές και ρυθμό ανάπτυξης. Ο δημοσιονομικός χώρος είναι περιορισμένος, άρα προβλέπεται μικρό «μαξιλάρι» για οριζόντιες άμυνες. Η στρατηγική θα πρέπει να βασιστεί σε ρευστότητα για ΜμΕ, ταχεία επανστοχοποίηση επενδυτικών δαπανών και αξιοποίηση RRF για ενεργειακή αυτάρκεια.
Σενάριο ασθενέστερης ανάπτυξης
Η ΤτΕ ήδη δείχνει χαμηλότερο ρυθμό για το 2026 σε σχέση με την Κομισιόν. Εφόσον ο ρυθμός πέσει πιο κοντά στο 1,9%, η ελαστικότητα εσόδων θα αποδυναμωθεί, άρα η πειθαρχία στις πρωτογενείς δαπάνες γίνεται κρίσιμη. Η αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας και η αποκλιμάκωση του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ δίνουν ασπίδα, αλλά δεν «επιτρέπουν» χαλάρωση.
Τι θα κρίνει την επιτυχία του Προϋπολογισμού 2026
Πρώτον, η ακρίβεια εκτέλεσης. Το 2025 η εκτέλεση κινήθηκε καλύτερα του στόχου, αλλά το 2026 θα δοκιμάσει αν αυτό είναι διατηρήσιμο χωρίς «έκτακτες» εισπράξεις. Δεύτερον, ο ρυθμός και η ποιότητα επενδύσεων RRF. Τρίτον, η ικανότητα της διοίκησης να ανακατανείμει πόρους από χαμηλής απόδοσης δαπάνες σε στοχευμένες πολιτικές με κοινωνικό και αναπτυξιακό πολλαπλασιαστή.
Συμπέρασμα ρεαλιστικό αλλά αισιόδοξο. Η Ελλάδα μπαίνει στο 2026 με θετικό δημοσιονομικό μομέντουμ και ευρωπαϊκούς πόρους που, αν αξιοποιηθούν σωστά, μπορούν να θωρακίσουν την ανάπτυξη ακόμη και με επίμονο πληθωρισμό. Το στοίχημα δεν είναι να «μετρήσουμε» ένα ακόμη πλεόνασμα, αλλά να το πετύχουμε με τρόπο που βελτιώνει την ανθεκτικότητα της οικονομίας και το βιοτικό επίπεδο. Αυτό προϋποθέτει πειθαρχία στις δαπάνες, στοχευμένη στήριξη και επιτάχυνση επενδύσεων με υψηλή προστιθέμενη αξία.
