Η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (ΕΤΕ) ανακοίνωσε τα αποτελέσματα εννεαμήνου 2025, παρουσιάζοντας ισχυρή κερδοφορία και υψηλή κεφαλαιακή επάρκεια, αλλά και σαφή ένδειξη επιβράδυνσης στους βασικούς δείκτες αποδοτικότητας. Παρά το γεγονός ότι η Τράπεζα διατηρεί το υψηλότερο επίπεδο κεφαλαιακής θωράκισης στην ελληνική αγορά, οι τάσεις που καταγράφονται στο σκέλος των εσόδων και του λειτουργικού κόστους προϊδεάζουν για μια περίοδο σταθεροποίησης και προσαρμογής, μετά την υπερ-κερδοφορία που σημειώθηκε το 2023–2024.
1. Μακροοικονομικό περιβάλλον: επιτόκια, ανάπτυξη και πίεση στα καθαρά έσοδα
Η αποκλιμάκωση των επιτοκίων κατά περίπου 150 μονάδες βάσης σε ετήσια βάση είχε σημαντική επίδραση στα καθαρά επιτοκιακά έσοδα της ΕΤΕ, τα οποία υποχώρησαν κατά 9,8% σε ετήσια βάση. Η τάση αυτή ήταν αναμενόμενη, καθώς η Τράπεζα είχε στηρίξει την κερδοφορία της προηγούμενης διετίας σε υψηλά περιθώρια επιτοκίων, τα οποία πλέον ομαλοποιούνται με την επιστροφή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας σε πολιτική χαμηλότερων επιτοκίων.
Η διοίκηση αναγνωρίζει την πρόκληση αυτή, σημειώνοντας ότι τα καθαρά έσοδα από τόκους «πλησιάζουν σε σημείο καμπής». Ωστόσο, η εξάρτηση του επιχειρηματικού μοντέλου από το επιτοκιακό περιθώριο παραμένει υψηλή, και το ενδεχόμενο νέων μειώσεων στα επιτόκια το 2026 ενδέχεται να επηρεάσει περαιτέρω την οργανική κερδοφορία.
2. Απολογισμός αποτελεσμάτων: σταθερά κέρδη, μειωμένη αποδοτικότητα
Πίνακας 1. Κατάσταση Αποτελεσμάτων Ομίλου (σε εκατ. ευρώ)
| Στοιχείο | Εννεάμηνο 2025 | Εννεάμηνο 2024 | Μεταβολή |
|---|---|---|---|
| Καθαρά έσοδα από τόκους | 1.606 | 1.782 | -9,8% |
| Καθαρά έσοδα από προμήθειες | 336 | 313 | +7,6% |
| Οργανικά έσοδα | 1.943 | 2.094 | -7,2% |
| Κέρδη μετά φόρων | 979 | 1.063 | -7,9% |
| Δείκτης κόστους προς έσοδα | 33,3% | 30,4% | +2,9 π.μ. |
Η ΕΤΕ κατέγραψε κέρδη μετά φόρων €979 εκατ., χαμηλότερα κατά 7,9% σε σχέση με το 2024. Τα έσοδα από προμήθειες αυξήθηκαν κατά 7,6%, αντισταθμίζοντας μερικώς τη μείωση στα καθαρά έσοδα από τόκους, ενώ οι δαπάνες αυξήθηκαν κατά 7,3%, λόγω των επενδύσεων σε προσωπικό και τεχνολογικό εκσυγχρονισμό.
Η καθαρή απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (RoTE) ανήλθε σε 15,6%, κάτω από το 16,1% της προηγούμενης χρονιάς. Παρότι ο δείκτης παραμένει άνω του στόχου (>15%), η επιβράδυνση της απόδοσης συνδέεται άμεσα με τη μείωση του επιτοκιακού περιθωρίου και την αύξηση του λειτουργικού κόστους.
3. Δομή και ανθεκτικότητα ισολογισμού
Πίνακας 2. Κύριοι Δείκτες Ισολογισμού και Κεφαλαιακής Επάρκειας
| Δείκτης | Γ’ τρίμηνο 2025 | Γ’ τρίμηνο 2024 | Μεταβολή |
|---|---|---|---|
| Δείκτης CET1 | 19,0% | 18,7% | +0,3 π.μ. |
| Συνολικός Δείκτης Κεφαλαιακής Επάρκειας | 21,8% | 21,5% | +0,3 π.μ. |
| Δείκτης ΜΕΑ | 2,5% | 3,3% | -0,8 π.μ. |
| Κάλυψη ΜΕΑ | 101% | 86% | +15 π.μ. |
| Καθαρό επιτοκιακό περιθώριο | 2,80% | 3,20% | -0,40 π.μ. |
Η κεφαλαιακή επάρκεια παραμένει ισχυρή, με τον δείκτη CET1 να ενισχύεται στο 19,0% και τον συνολικό δείκτη στο 21,8%. Τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα (ΜΕΑ) έχουν περιοριστεί σε 2,5%, ποσοστό ιδιαίτερα χαμηλό σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η κάλυψη ΜΕΑ στο 101% παρέχει σημαντική ανθεκτικότητα, ενόψει πιθανών επιβραδύνσεων στην οικονομική δραστηριότητα.
Ωστόσο, το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο υποχώρησε στις 280 μονάδες βάσης από 320 πέρυσι, γεγονός που αναμένεται να επηρεάσει αρνητικά την κερδοφορία του 2026, εφόσον συνεχιστεί η ίδια νομισματική πολιτική.
4. Πιστωτική επέκταση και δανειακή δυναμική
Η πιστωτική επέκταση παραμένει θετική, αλλά υποτονική. Τα εξυπηρετούμενα δάνεια ανήλθαν σε €34,7 δισ., αυξημένα κατά 12% ετησίως, ωστόσο η καθαρή αύξηση από την αρχή του έτους περιορίζεται στα €1,8 δισ., κάτω του ετήσιου στόχου >€2,5 δισ.
Οι νέες εκταμιεύσεις ύψους €5,7 δισ. προήλθαν κυρίως από εταιρικές χρηματοδοτήσεις (ενέργεια, τουρισμός, ναυτιλία), ενώ η λιανική τραπεζική παραμένει σε φάση στασιμότητας, με περιορισμένες χορηγήσεις στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων.
Η εικόνα αυτή καταδεικνύει ότι, παρά την επάρκεια ρευστότητας, η τραπεζική διαμεσολάβηση προς νοικοκυριά και μικρές επιχειρήσεις εξακολουθεί να είναι περιορισμένη.
5. Καταθέσεις και ρευστότητα
Οι συνολικές καταθέσεις πελατών αυξήθηκαν σε €58,3 δισ., ενισχυμένες κατά €1,4 δισ. σε ετήσια βάση. Παρά ταύτα, το μείγμα μεταβάλλεται, με 81% να αφορά λογαριασμούς όψεως και ταμιευτηρίου και με εμφανή στροφή καταθετών προς επενδυτικά προϊόντα.
Το επιτόκιο προθεσμιακών καταθέσεων υποχώρησε στις 154 μ.β., οδηγώντας το συνολικό κόστος χρηματοδότησης κάτω από 0,6% — θετικό για τα περιθώρια, αλλά ενδεικτικό ενός περιβάλλοντος χαμηλής απόδοσης για τους αποταμιευτές. Οι δείκτες ρευστότητας παραμένουν από τους υψηλότερους στην Ευρώπη (LCR: 249%).
6. Ψηφιακός μετασχηματισμός και λειτουργικό κόστος
Η ΕΤΕ επενδύει συστηματικά σε ψηφιακή τραπεζική, με 4,4 εκατ. συνδρομητές στα ψηφιακά της κανάλια και ενεργούς χρήστες που υπερβαίνουν τα 3,2 εκατ. Η μετάπτωση στο νέο Core Banking System προγραμματίζεται για το α’ τρίμηνο 2026, ενώ παράλληλα υλοποιούνται έργα τεχνητής νοημοσύνης, όπως η ψηφιακή βοηθός Sophia, που λειτουργεί ήδη στο site της Τράπεζας.
Αν και οι επενδύσεις αυτές ενισχύουν την παραγωγικότητα μακροπρόθεσμα, έχουν οδηγήσει σε αύξηση λειτουργικών εξόδων κατά 7%, με έμφαση στις δαπάνες προσωπικού (+6,8%) και στις αποσβέσεις (+8%). Το κόστος αυτό, εφόσον δεν εξισορροπηθεί από νέα έσοδα, μπορεί να επιβαρύνει την αποδοτικότητα της επόμενης διετίας.
7. Διεθνείς δραστηριότητες: συρρίκνωση και περιορισμένη συνεισφορά
Οι διεθνείς δραστηριότητες κατέγραψαν καθαρά κέρδη €15 εκατ., σημειώνοντας πτώση 70,7% σε σχέση με το 2024. Η υποχώρηση των επιτοκίων και η έλλειψη διαφοροποίησης των χαρτοφυλακίων εξηγούν εν μέρει την πτώση, ωστόσο το μέγεθος της μείωσης αναδεικνύει μια δομική αδυναμία εξωτερικής ανάπτυξης του Ομίλου. Η ΕΤΕ πλέον αντλεί το 96% των κερδών της από την εγχώρια αγορά, γεγονός που αυξάνει τη συστημική της έκθεση στην πορεία της ελληνικής οικονομίας.
8. Κοινωνική υπευθυνότητα και ESG
Η Τράπεζα ενισχύει τη θέση της σε θέματα βιώσιμης τραπεζικής, με χρηματοδοτήσεις πράσινων έργων και διάθεση κεφαλαίων από το δεύτερο πράσινο ομόλογο ύψους €650 εκατ. Παράλληλα, προχωρά σε κοινωνικές πρωτοβουλίες, όπως το πρόγραμμα ανακαίνισης σχολικών υποδομών «Μαριέττα Γιαννάκου».
Ωστόσο, η έλλειψη συγκεκριμένων ποσοτικών στόχων ESG και η απουσία λεπτομερών στοιχείων για μείωση του ανθρακικού αποτυπώματος περιορίζουν τη διαφάνεια και την αξιοπιστία της στρατηγικής αυτής, σε μια περίοδο που οι διεθνείς επενδυτές ζητούν σαφείς δεσμεύσεις.
9. Συνολική αξιολόγηση: σταθερότητα με προκλήσεις
Η ΕΤΕ εισέρχεται στο τελευταίο τρίμηνο του 2025 με κεφαλαιακή ισχύ, χαμηλά ΜΕΑ και διατηρήσιμη κερδοφορία. Ωστόσο, τα μεγέθη δείχνουν ότι η περίοδος των υψηλών αποδόσεων πλησιάζει στο τέλος της. Το επόμενο στάδιο ανάπτυξης θα εξαρτηθεί από:
- Την ικανότητα διατήρησης της κερδοφορίας σε συνθήκες χαμηλών επιτοκίων.
- Την αποτελεσματική ολοκλήρωση του τεχνολογικού μετασχηματισμού χωρίς υπέρβαση κόστους.
- Τη διεύρυνση των πηγών εσόδων, ιδίως μέσω επενδυτικών υπηρεσιών και διεθνούς παρουσίας.
- Τη διατήρηση της ρευστότητας ενόψει πιθανής μετακίνησης κεφαλαίων σε αγορές υψηλότερης απόδοσης.
Η Εθνική Τράπεζα εξακολουθεί να αποτελεί πυλώνα σταθερότητας του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, ωστόσο η επιτυχία της επόμενης φάσης θα κριθεί από την ικανότητά της να ισορροπήσει μεταξύ επενδύσεων, κόστους και βιώσιμης αποδοτικότητας.

