Στο εννεάμηνο του 2025, οι τέσσερις συστημικές ελληνικές τράπεζες – Εθνική Τράπεζα, Eurobank, Alpha Bank και Τράπεζα Πειραιώς – κατέγραψαν αθροιστικά καθαρά κέρδη ύψους €3,775 δισ., παρουσιάζοντας ελαφρά αύξηση σε σχέση με τα €3,2 δισ. του αντίστοιχου εννεαμήνου του 2024. Παρά τις πιέσεις από τη μείωση των επιτοκίων, που επηρέασαν τα καθαρά έσοδα από τόκους (NII), οι τράπεζες κατάφεραν να διατηρήσουν υψηλά επίπεδα κερδοφορίας, αξιοποιώντας κυρίως την αύξηση των χορηγήσεων, τις μειώσεις στο κόστος καταθέσεων και τη διεύρυνση των μη επιτοκιακών εσόδων. Ωστόσο, η σύνθεση αυτής της κερδοφορίας διαφέρει σημαντικά μεταξύ των τραπεζών, αποκαλύπτοντας ποικίλους βαθμούς ανθεκτικότητας απέναντι στη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής.
Η Alpha Bank ήταν η μεγάλη πρωταγωνίστρια του 9μήνου, με εντυπωσιακή αύξηση 44% στα καθαρά της κέρδη, ενώ η Eurobank ήταν η μόνη που παρουσίασε πτώση σε σχέση με πέρυσι. Συνολικά, οι τέσσερις τράπεζες ενίσχυσαν την αθροιστική τους κερδοφορία κατά περίπου €318 εκατ. σε ετήσια βάση.
| Τράπεζα | Καθαρά Κέρδη 9Μ 2025 (€ εκ.) | Καθαρά Κέρδη 9Μ 2024 (€ εκ.) | Μεταβολή (%) |
| Alpha Bank | 704 | 489 | +44,0% |
| Τράπεζα Πειραιώς | 1.035 | 831 | +24,6% |
| Εθνική Τράπεζα (ETE) | 1.003 | 1.002 | +0,1% |
| Eurobank Holdings | 1.033 | 1.135 | –9,0% |
| Σύνολο | 3.775 | 3.457 | +9,2% |
Η Alpha Bank ήταν η μεγάλη πρωταγωνίστρια του 9μήνου, με εντυπωσιακή αύξηση 44% στα καθαρά της κέρδη, ενώ η Eurobank ήταν η μόνη που παρουσίασε πτώση σε σχέση με πέρυσι. Συνολικά, οι τέσσερις τράπεζες ενίσχυσαν την αθροιστική τους κερδοφορία κατά περίπου €318 εκατ. σε ετήσια βάση.
Κατά τη διάρκεια των πρώτων εννέα μηνών του 2025, οι ελληνικές τράπεζες επηρεάστηκαν σημαντικά από την πτώση των επιτοκίων (περίπου –150 μ.β. ετησίως από την ΕΚΤ). Ωστόσο, η επίπτωση στα καθαρά έσοδα από τόκους διέφερε μεταξύ των τραπεζών. Η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (ΕΤΕ) κατέγραψε τη μεγαλύτερη αναλογική πτώση, με τα καθαρά έσοδα από τόκους να μειώνονται κατά 9,8% σε ετήσια βάση, φτάνοντας τα €1.606 εκατ. Αντίθετα, οι υπόλοιπες τράπεζες παρουσίασαν αύξηση ή σταθερότητα στα καθαρά έσοδα από τόκους, παρά το περιβάλλον χαμηλότερων επιτοκίων. Συγκεκριμένα, τα καθαρά έσοδα από τόκους της Alpha Bank ανήλθαν περίπου σε €1.240 εκατ. το 9M 2025, έναντι ~€1.198 εκατ. το 9M 2024 (αύξηση περίπου +3,5%). Η Eurobank κατέγραψε €1.902 εκατ. (από €1.830 εκατ.), αύξηση +4,0%. Η Τράπεζα Πειραιώς είδε ακόμη μεγαλύτερη άνοδο: €1.575 εκατ. φέτος έναντι €1.426 εκατ. πέρυσι (+10,4%). Παρακάτω απεικονίζεται συγκεντρωτικά η ποσοτική εξέλιξη των καθαρών εσόδων από τόκους:
| Τράπεζα | Καθαρά Έσοδα τόκων 9Μ2025 (€ εκ.) | Μεταβολή vs 9Μ2024 (€ εκ. / %) |
| Εθνική Τράπεζα Ελλάδος | 1.606 (9Μ2024: ~1.782) | -176 / –9,8 % |
| Alpha Bank | ~1.240 (9Μ2024: ~1.198) | +42 / +3,5 % |
| Eurobank Holdings | 1.902 (9Μ2024: 1.830) | +72 / +4,0 % |
| Πειραιώς Financial Holdings | 1.575 (9Μ2024: 1.426) | +149 / +10,4 % |
Πίνακας 1. Εξέλιξη των καθαρών εσόδων από τόκους (NII) των τεσσάρων ελληνικών τραπεζών στο 9μηνο 2025 έναντι 2024.
Τα ενδιαφέροντα τεχνικά στοιχεία δείχνουν ότι παρόλο που οι τράπεζες μείωσαν τα επιτοκιακά περιθώρια, η οργανική αύξηση των δανείων (και η μείωση του κόστους καταθέσεων) αντιστάθμισαν σε μεγάλο βαθμό τις απώλειες από χαμηλότερα επιτόκια. Για παράδειγμα, η Alpha Bank διατήρησε το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο (NIM) στο ~2,2%, υποστηρίζοντας τα έσοδα της, ενώ η Eurobank είδε το NIM της να περιορίζεται από 2,81% σε 2,49% (μείωση 32 μον.β.). Η Πειραιώς είχε μεγαλύτερη μείωση περιθωρίου (από 2,7% σε 2,3%), αλλά ταυτοχρόνως αύξησε έντονα τον όγκο χορηγήσεων. Συνολικά, οι αριθμοί δείχνουν ότι η Εθνική Τράπεζα υπέστη τη μεγαλύτερη αναλογική απώλεια εσόδων από τόκους (≈-€176 εκατ.), ενώ οι υπόλοιπες τράπεζες πέτυχαν μικρή αύξηση ή σταθερότητα στα καθαρά έσοδά τους.
Ανάλυση ανά τράπεζα
Alpha Bank: Η Alpha Bank πέτυχε στο 9M 2025 προσαρμοσμένα καθαρά κέρδη €704 εκ. (+44% ετησίως), ευνοούμενα από «θετική δυναμική στα έσοδα από τόκους». Σύμφωνα με την ανακοίνωση, τα καθαρά έσοδα από τόκους αυξήθηκαν για δεύτερο συνεχές τρίμηνο στο Q3, φτάνοντας τα €402 εκ. (+1% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο). Παρά τη μείωση των επιτοκίων δανεισμού, η άνοδος αυτή οφείλεται κυρίως στη βελτίωση του κόστους χρηματοδότησης (χαμηλότερα επιτόκια στις καταθέσεις) και την αύξηση των μέσων υπολοίπων δανείων. Συνολικά, τα καθαρά έσοδα από τόκους του 9μήνου εκτιμώνται στα ~€1,24 δισ., περίπου +3,5% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα 2024. Το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο διατηρήθηκε σταθερό στο ~2,2%.
Για να περιορίσει τις συνέπειες από τα χαμηλότερα επιτόκια, η Alpha εφάρμοσε στρατηγικές που περιλαμβάνουν: ανατιμολόγηση καταθέσεων (μείωση του επιτοκίου καταθέσεων) για μείωση του κόστους, επιθετική πιστωτική επέκταση (+13% στα εξυπηρετούμενα δάνεια), καθώς και περαιτέρω εξωστρεφή ανάπτυξη (π.χ. ολοκλήρωση εξαγοράς της AstroBank στην Κύπρο). Επίσης, η συνεργασία με τη UniCredit ενίσχυσε τη βάση κεφαλαίων και τη διαχείριση ρευστότητας. Η διατήρηση υψηλής κεφαλαιακής επάρκειας (FL CET1 ~15,7%) υποστήριξε τη δυνατότητα διανομής μερισμάτων (€352εκ. πρόβλεψη) χωρίς πίεση.
Εθνική Τράπεζα (ΕΤΕ): Η Εθνική Τράπεζα ανακοίνωσε καθαρά κέρδη ~€1,0 δισ. στο εννεάμηνο, με απόδοση ιδίων κεφαλαίων ~15,6%. Όμως, τα καθαρά έσοδα από τόκους της ΕΤΕ υπέστησαν σημαντική πτώση: μειώθηκαν κατά 9,8% ετησίως, στα €1.606 εκ. Η πτώση αυτή αντανακλά την ισχυρή αποκλιμάκωση των αγοραίων επιτοκίων (περίπου –150 μ.β. από πέρυσι) και τη συνεχιζόμενη χρηματοδοτική «επούλωση» του ισολογισμού. Οι σταδιακές μειώσεις στα επιτόκια δανεισμού οδήγησαν σε χαμηλότερα εισοδήματα από νέες χορηγήσεις, αν και αντισταθμίστηκαν εν μέρει από αύξηση ενεργητικών εντός χαρτοφυλακίου και από τα 15εκ. κέρδη διεθνών δραστηριοτήτων (Κύπρος).
Στρατηγικά, η ΕΤΕ εστιάζει στην αξιοποίηση των ισχυρών ταμειακών διαθεσίμων της για στήριξη των εσόδων από τόκους στο μέλλον και στην ανατιμολόγηση προθεσμιακών καταθέσεων. Με βάση σχετικές αναλύσεις, η τράπεζα σχεδιάζει να επενδύσει μέρος των πλεοναζόντων ρευστών σε ομόλογα υψηλής απόδοσης, επιδιώκοντας μεγαλύτερη απόδοση ενεργητικού. Παράλληλα, επιδιώκει διατήρηση ή ήπια αύξηση του χαρτοφυλακίου δανείων (πιστωτική επέκταση >€2,5 δισ. το 2025) ώστε να επωφεληθεί από τυχόν μελλοντική άνοδο επιτοκίων. Σε κάθε περίπτωση, η ΕΤΕ παραμένει η πλέον ευαίσθητη στις τάσεις των επιτοκίων, όπως μαρτυρά και το ισχυρό πλήγμα στα έσοδά της.
Eurobank: Η Eurobank (Eurobank Holdings) κατέγραψε σταθερή κερδοφορία στο 9M 2025, με καθαρά έσοδα προ φόρων +6,7% (προσαρμοσμένα). Τα καθαρά έσοδα από τόκους ανήλθαν σε €1.902 εκ. (αύξηση +4,0% έναντι €1.830εκ.πέρυσι). Ωστόσο, το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο περιορίστηκε σε 2,49% από 2,81% το αντίστοιχο περσινό διάστημα (πτώση ~32 μ.β.), κυρίως λόγω των μειώσεων επιτοκίων της ΕΚΤ. Η Eurobank περιέγραψε ότι η ανάπτυξη των εσόδων οφείλεται σε αύξηση του όγκου χορηγήσεων (+€3,3 δισ. οργανικά στο 9μηνο) και στην εξάπλωση δραστηριοτήτων εκτός Ελλάδας, που μετρίασαν τις πιέσεις από χαμηλότερα επιτόκια. Οι καταθέσεις αυξήθηκαν οριακά (+€0,4 δισ.), γεγονός που βοήθησε στη συγκράτηση του κόστους άντλησης ρευστότητας.
Στρατηγικά, η Eurobank ενισχύει τη διαφοροποίηση εισοδημάτων και κεφαλαίων της: πρόσφατα συμφώνησε στην εξαγορά του 80% της Eurolife FFH (ασφαλιστικές εργασίες ζωής), βελτιώνοντας τη βάση κερδοφορίας της μέσω μη-επιτοκιακών εσόδων. Επιπλέον, εκμεταλλεύεται τη σταδιακή αναχρηματοδότηση των οφειλών της σε χαμηλότερα επιτόκια (διακρατούμενα repos και deposits) ώστε να μειώσει το κόστος χρέους. Ωστόσο, όπως και οι άλλες τράπεζες, είδε το επιτοκιακό περιθώριο να συρρικνώνεται, γεγονός που δείχνει ότι και η Eurobank δεν είναι απρόσβλητη στην πτώση επιτοκίων. Παρά ταύτα, η αύξηση των επιτοκιακών εσόδων (+4%) υποδηλώνει ότι η ανάπτυξη του ενεργητικού και η διατήρηση υγιών επιτοκίων στις νέες χορηγήσεις απέδωσαν κάποια αποτελέσματα.
Τράπεζα Πειραιώς: Η Πειραιώς Financial Holdings παρουσίασε ισχυρή πιστωτική επέκταση στο 9μηνο (€3,1 δισ. οργανικά), οδηγώντας τις χρηματοδοτήσεις σε €36,8 δισ. (+15% ετησίως). Τα καθαρά έσοδα από τόκους ανήλθαν σε €1.575 εκ., από €1.426εκ. πέρυσι (+10,4%). Μάλιστα, τα επιτοκιακά έσοδα στο γ’ τρίμηνο (~€471εκ.) ήταν σχεδόν αμετάβλητα σε σχέση με το β’ τρίμηνο, παρότι οι επιτοκιακές περικοπές της ΕΚΤ είχαν πλήξει τον κύκλο (αναφέροντας ότι επιτεύχθηκε το χαμηλότερο σημείο των εσόδων). Αυτό δείχνει ότι η δυναμική αύξηση των δανείων αντιστάθμισε τις απώλειες από τη μείωση των αποδόσεων δανεισμού. Το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο της Πειραιώς περιορίστηκε στο ~2,3% (από 2,7%), αλλά χάρη στην αύξηση του ενεργητικού, τα έσοδα από τόκους αυξήθηκαν σημαντικά σε απόλυτο μέγεθος.
Οι κυριότερες στρατηγικές της Πειραιώς εστιάζουν στην επιθετική αναπτυξιακή πολιτική: αύξηση χορηγήσεων σε όλες τις κατηγορίες (συμπεριλαμβανομένων των στεγαστικών μετά από 15 έτη θετικών ροών), αύξηση καταθέσεων (+5% ετησίως) και ειδική διαχείριση του παθητικού. Στο παθητικό, η τράπεζα «ανατιμολόγησε» καταθέσεις προθεσμίας ώστε να μειώσει το κόστος (σήμερα ~27% των καταθέσεων σε προθεσμιακές). Επίσης, έχει επικεντρωθεί στη σταδιακή μείωση του λειτουργικού κόστους (Κόστους/Έσοδα ~34%). Η Πειραιώς προσανατολίστηκε επίσης στη ενίσχυση των μη επιτοκιακών εσόδων (αύξηση εσόδων προμηθειών) και στη διαχείριση κινδύνου κινήσεων επιτοκίου, αλλά το βασικό της «όπλο» παραμένει η γρήγορη αύξηση των δανείων, που της επέτρεψε να παραμείνει ανθεκτική.
Αξιολόγηση Επιδόσεων και Ευαισθησίας
Η συγκριτική εικόνα δείχνει ότι η Εθνική Τράπεζα υπέστη την πλέον σημαντική πτώση στα καθαρά επιτοκιακά έσοδα (-9,8%). Αντίθετα, οι τράπεζες με μικρότερο ρίσκο «κέρδισαν» από την τρέχουσα φάση: η Πειραιώς αύξησε κατακόρυφα τις νέες εκταμιεύσεις (+€3,1 δισ.) και εκμεταλλεύτηκε το πλήρες κύμα χρηματοδότησης, εμφανίζοντας έτσι τη μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση εσόδων από τόκους (+10,4%). Η Alpha και η Eurobank, αν και είδαν το περιθώριο να συμπιέζεται, πέτυχαν μέτριες αυξήσεις εισοδήματος (+3–4%). Με βάση αυτές τις επιδόσεις, φαίνεται ότι η ευαισθησία κάθε τραπέζης εξαρτάται και από τη δομή του ισολογισμού της: οι τράπεζες με μεγαλύτερη «επένδυση» σε σταθερά ομόλογα ή υψηλή χρηματοδότηση πελατών (όπως η ΕΤΕ) ήταν πιο εκτεθειμένες στην πτώση των επιτοκίων. Αντίθετα, αυτές με «διαθέσιμα» σε ταμειακά ρευστά και έντονη πιστωτική ανάπτυξη (Pειραιώς, Alpha) εμφάνισαν καλύτερη ανθεκτικότητα.
Εν κατακλείδι, η μελέτη των καθαρών επιτοκιακών εσόδων αποκαλύπτει ότι η πτώση των επιτοκίων έπληξε περισσότερο τις τράπεζες με μεγάλο μερίδιο αποδόσεων από παλιά, πιο υψηλότοκα χαρτοφυλάκια. Η Πειραιώς δείχνει την ισχυρότερη ανθεκτικότητα λόγω του δυναμικού διευρυμένου δανειακού χαρτοφυλακίου της. Η Alpha Bank, με διαρκή ανατιμολόγηση καταθέσεων και διεύρυνση χαρτοφυλακίου (και εξαγορές όπως της Astrobank) αντιμετώπισε ελαφρώς καλύτερα το σοκ. Η Eurobank και η Εθνική, αν και είχαν παρόμοιες τάσεις επιτοκίων, διαφοροποιήθηκαν ως προς την ένταση των απωλειών, με την Εθνική να επωμίζεται το βαρύτερο πλήγμα.
Συμπεράσματα
Η ανάλυση δείχνει ότι η ευαισθησία των τραπεζών στις διακυμάνσεις επιτοκίων είναι υψηλή αλλά εξαρτάται από τη σύνθεση του ενεργητικού/παθητικού τους και τις διοικητικές στρατηγικές τους. Η τρέχουσα πτώση των επιτοκίων σε συνδυασμό με την αυξανόμενη προσφορά ρευστότητας απαιτεί από τις τράπεζες να προσαρμόσουν δυναμικά τα μοντέλα τιμολόγησης τους. Όσες εστίασαν σε μείωση κόστους καταθέσεων και επέκταση δανείων κατάφεραν να συγκρατήσουν ή και να αυξήσουν τα έσοδα. Παράλληλα, η ώθηση σε εναλλακτικές πηγές εσόδων (προμήθειες, χρηματοοικονομικές συναλλαγές, ασφαλιστικά προϊόντα) άμβλυνε την εξάρτηση από το επιτοκιακό περιθώριο. Τελικά, καθώς οι τράπεζες αναμένουν σταθεροποίηση ή ακόμα και άνοδο των επιτοκίων, η ευελιξία στην επιχειρησιακή στρατηγική αποδεικνύεται κρίσιμο εργαλείο για τη διαχείριση των εσόδων τους.

