
Στη Νέα Υόρκη, οι μετοχές υποχωρούν την Παρασκευή (14/11), καθώς ένα ακόμη κύμα έντονων ρευστοποιήσεων στις τεχνολογικές εταιρείες ασκεί πίεση στη Wall Street.
Μετά και τη χθεσινή «βουτιά» του αμερικανικού χρηματιστηρίου, τη χειρότερη μέρα από τις 10 Οκτωβρίου, οι τρεις βασικοί αμερικανικοί δείκτες καταγράφουν εκ νέου απώλειες.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Nasdaq Composite υποχωρεί κατά 0,50% στις 22.754,961 μονάδες , ενώ ο S&P 500 παρουσιάζει παρόμοιες απώλειες (-0,55%) στις 6.701,77 μονάδες. Την ίδια στιγμή, ο Dow Jones Industrial Average καταγράφει τις μεγαλύτερες απώλειες, της τάξης του 1,02%, κινούμενος στις 46.957, 05 μονάδες.
Στα αξιόλογα της μέρας, σημαντικές τεχνολογικές μετοχές συνεχίζουν να βρίσκονται υπό πίεση. Στην έναρξη της συνεδρίασης, η Nvidia και η Advanced Micro Devices σημείωσαν πτώση 3% και 4,9%, αντίστοιχα, επεκτείνοντας τις απώλειές τους από την προηγούμενη συνεδρίαση. Οι Palantir Technologies και Tesla υποχώρησαν επίσης, μετά από την πτώση άνω του 6% η καθεμία στην προηγούμενη συνεδρίαση. Τέλος το ETF Technology Select Sector SPDR Fund (XLK) σημείωσε πτώση 2% σήμερα (14/11), αφού είχε ήδη χάσει 2% και την Πέμπτη.
Παράλληλα, υπενθυμίζεται ότι το Bitcoin σημείωσε επίσης σημαντικές απώλειες την Παρασκευή, υποχωρώντας κάτω από τα 95.000 δολάρια, ένδειξη της γενικευμένης αποστροφής προς τον κίνδυνο στη Wall Street, ιδίως από επενδυτές της τεχνολογίας.
Σημειώνεται ότι οι κύριοι αμερικανικοί δείκτες την Πέμπτη (13/11) κατέγραψαν τη χειρότερη ημερήσια επίδοση από τις 10 Οκτωβρίου. Ο Dow Jones Industrial Average έχασε περίπου 800 μονάδες, επιστρέφοντας τα κέρδη της Τετάρτης, όταν είχε ξεπεράσει το επίπεδο των 48.000 μονάδων. Ο Nasdaq Composite υποχώρησε πάνω από 2%, καθώς οι μεγάλες τεχνολογικές μετοχές δέχθηκαν ισχυρό πλήγμα. Οι απώλειες αυτές έχουν πλέον θέσει τον τεχνολογικά βαρύ Nasdaq σε τροχιά να τερματίσει το επτα εβδομάδων ανοδικό σερί του, με εβδομαδιαία πτώση 0,6%. Ο S&P 500 ενισχύεται περίπου 0,1% για την εβδομάδα, ενώ ο Dow βρίσκεται υψηλότερα κατά 1%.
Ανησυχίες γύρω από το επενδυτικό αφήγημα της τεχνητής νοημοσύνης αναδείχθηκαν πιο έντονα αυτή την εβδομάδα, καθώς η πρόσφατη κατακόρυφη πτώση της μέχρι πρότινος «καυτής» μετοχής της Oracle ενέτεινε τον φόβο των επενδυτών σχετικά με τις υψηλές αποτιμήσεις στον τεχνολογικό κλάδο, τη ραγδαία αύξηση της χρηματοδότησης μέσω δανεισμού και τα εκτοξευμένα επενδυτικά σχέδια για AI. Πάντως, η ανάπτυξη της Oracle εξαρτάται σε ιδιαίτερα μεγάλο βαθμό από τη συμφωνία cloud με την OpenAI, ενώ η εταιρεία διαθέτει σαφώς λιγότερα μετρητά σε σχέση με άλλους τεχνολογικούς κολοσσούς.
«Μεγάλο μέρος της αγοράς στηρίζεται στο αφήγημα της τεχνητής νοημοσύνης», δήλωσε ο Yung-Yu Ma, επικεφαλής στρατηγικής επενδύσεων στη PNC Asset Management. «Η διόρθωση αυτή είναι μια υγιής διόρθωση. Και βλέπουμε αυτή τη δυναμική στο ταμπλό: από τη μία, επαναπροσδιορίζεται το επενδυτικό κλίμα· από την άλλη, υπάρχουν πολλά αποτυχημένα ανοδικά ξεσπάσματα και “σπασμένα” διαγράμματα. Και αυτό χρειάζεται χρόνο για να επανέλθει».
Η αυξανόμενη ανησυχία για την επερχόμενη απόφαση της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Federal Reserve) για τα επιτόκια πρόσθεσε επίσης πίεση στην αγορά αυτή την εβδομάδα. Οι traders αποτιμούν πλέον πιθανότητα σχεδόν 52% ότι η Fed θα μειώσει το βασικό επιτόκιο δανεισμού κατά ένα τέταρτο της ποσοστιαίας μονάδας στη συνεδρίαση του Δεκεμβρίου — ποσοστό χαμηλότερο από το 62,9% που αποτιμούσε η αγορά νωρίτερα μέσα στην εβδομάδα και πολύ κάτω από το 95,5% πριν από έναν μήνα, σύμφωνα με το CME FedWatch Tool.
Οι επενδυτές στηρίζουν ελπίδες σε μια ακόμη μείωση επιτοκίων τον Δεκέμβριο για να τονωθεί η οικονομία και να ενισχυθεί η διάθεση ανάληψης ρίσκου στη Wall Street. Ωστόσο, ορισμένα μέλη της Fed εκφράζουν ανησυχία ότι ο πληθωρισμός παραμένει υπερβολικά επίμονος για να δικαιολογήσει άλλη μια μείωση φέτος.
Το αμερικανικό κυβερνητικό shutdown, το μεγαλύτερο σε διάρκεια στην ιστορία, έληξε το βράδυ της Τετάρτης, έπειτα από περισσότερο από έξι εβδομάδες. Αν και αυτό αναμενόταν να σημάνει το τέλος μιας περιόδου κατά την οποία οι επενδυτές λειτουργούσαν χωρίς κρίσιμα οικονομικά στοιχεία, τελικά δημιούργησε νέα ερωτήματα. Η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, Καρολάιν Λέβιτ, άφησε να εννοηθεί ότι ορισμένα οικονομικά δεδομένα που έπρεπε να δημοσιευθούν κατά τη διάρκεια του αδιεξόδου ενδέχεται να μην δημοσιοποιηθούν ποτέ.

