
Η εικόνα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος στο τέλος του 2025 αποκαλύπτει ένα παράδοξο. Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες ανακοινώνουν θεαματική αύξηση των χορηγήσεων, με την πιστωτική επέκταση να αγγίζει το 60% σε σχέση με πέρυσι και τον όγκο των νέων δανείων να υπερβαίνει τα 10 δισ. ευρώ στο εννεάμηνο. Ωστόσο, πίσω από τα εντυπωσιακά νούμερα κρύβεται μια πραγματικότητα διπλής ταχύτητας: ένα τραπεζικό σύστημα που επιστρέφει στην ενεργό χρηματοδότηση, αλλά επιλέγει πολύ συγκεκριμένα ποιον θα χρηματοδοτήσει.
Οι τράπεζες δείχνουν ότι θέλουν να στηρίξουν την ανάπτυξη και την επενδυτική δραστηριότητα, αλλά το προφίλ του πελάτη που περνά την πόρτα της χρηματοδότησης έχει γίνει πιο στενό και περισσότερο «επιλεκτικό» από ποτέ. Η μετα-πανδημική φάση, η πίεση για μείωση κινδύνου, τα κριτήρια ESG και η ανάγκη υψηλής απόδοσης κεφαλαίων ωθούν τις τράπεζες να δανείζουν κυρίως τους ισχυρούς — τις μεγάλες επιχειρήσεις, τους ομίλους με πρόσβαση σε κεφάλαια, και όσους έχουν εγγυήσεις ή διεθνή παρουσία.
Οι μεγάλοι όμιλοι απορροφούν τη ρευστότητα
Η πρώτη μεγάλη ομάδα που επωφελείται είναι οι επιχειρηματικοί όμιλοι στους τομείς της ενέργειας, των υποδομών και των logistics. Πρόκειται για κλάδους που συνδέονται άμεσα με ευρωπαϊκά προγράμματα, ιδίως το Ταμείο Ανάκαμψης και τις πράσινες επενδύσεις, και για τους οποίους οι τράπεζες έχουν αναπτύξει εξειδικευμένες μονάδες. Οι τράπεζες προτιμούν έργα που έχουν εξασφαλισμένες χρηματοδοτήσεις ή συμβάσεις, ελαχιστοποιώντας έτσι τον πιστωτικό κίνδυνο.
Στο πρώτο εξάμηνο του έτους, περισσότερα από 4,5 δισ. ευρώ νέων δανείων κατευθύνθηκαν προς μεγάλα ενεργειακά και υποδομικά έργα, ενώ η ζήτηση από τη βιομηχανία περιορίστηκε. Η ελληνική μεταποίηση, αν και ανακάμπτει, δυσκολεύεται να περάσει τα αυστηρά τραπεζικά φίλτρα, καθώς οι περισσότερες επιχειρήσεις παραμένουν οικογενειακές, με περιορισμένη διαφάνεια στα οικονομικά τους στοιχεία.
Η εικόνα αυτή ενισχύει μια δομική ανισορροπία στην οικονομία: οι τράπεζες «ποτίζουν» εκείνους που ήδη έχουν πρόσβαση σε κεφάλαια, ενώ η περιφέρεια της αγοράς – οι μικρομεσαίοι, οι αγρότες, οι αυτοαπασχολούμενοι – εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν ένα αόρατο τείχος.
Οι μικρομεσαίοι στο περιθώριο
Παρά τα προγράμματα εγγυοδοσίας και τις δημόσιες δηλώσεις περί «στήριξης της ΜμΕ», τα στοιχεία δείχνουν ότι λιγότερο από το 15% των νέων δανείων αφορά μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Οι λόγοι είναι συγκεκριμένοι:
- αυστηρότερα κριτήρια κεφαλαιακής επάρκειας,
- ανάγκη εξασφαλίσεων (συχνά ακινήτων),
- και γραφειοκρατικές διαδικασίες που καθυστερούν ή αποθαρρύνουν τη συμμετοχή.
Η κατάσταση αυτή δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο. Οι μικρομεσαίοι αδυνατούν να δανειστούν για να επενδύσουν, άρα δεν βελτιώνουν τους δείκτες τους, με αποτέλεσμα να παραμένουν «εκτός πιστοληπτικού ραντάρ». Πολλοί στρέφονται σε εναλλακτικές μορφές χρηματοδότησης, όπως factoring ή leasing, αλλά και σε σκιώδη δανεισμό από μη τραπεζικά ιδρύματα, τα οποία με τη σειρά τους δανείζονται από τις ίδιες τις τράπεζες. Η ανισορροπία αυτή ενισχύει την αίσθηση ότι υπάρχει «δύο ταχυτήτων τραπεζική πίστη» στην Ελλάδα.
Καταναλωτικά δάνεια με φειδώ
Ακόμη πιο συντηρητική είναι η στάση απέναντι στα νοικοκυριά. Οι τράπεζες διατηρούν χαμηλή έκθεση σε καταναλωτικά δάνεια, προτιμώντας πιστωτικές κάρτες και προϊόντα με ευέλικτους όρους. Τα στεγαστικά, αν και επιστρέφουν, απευθύνονται κυρίως σε πελάτες με σταθερή εργασιακή σχέση και υψηλό εισόδημα. Το 2025 καταγράφεται άνοδος στις εγκρίσεις στεγαστικών περίπου 10%, αλλά το προφίλ του μέσου δανειολήπτη έχει αλλάξει δραματικά: τριαντάρηδες και σαραντάρηδες με επαγγελματική σταθερότητα αντικαθιστούν τους «γενναίους» της προ κρίσης περιόδου.
Η κουλτούρα της προσεκτικής δανειοδότησης, που επιβλήθηκε μετά το 2010, έχει γίνει πλέον κανόνας. Οι τραπεζίτες ομολογούν ότι δεν πρόκειται να επιστρέψουν ποτέ στις «χρυσές εποχές» των εύκολων εγκρίσεων, ούτε και θέλουν. Αντίθετα, αναζητούν σταθερότητα στα χαρτοφυλάκια και δάνεια με πραγματικό σκοπό ανάπτυξης, όχι κατανάλωσης.
Πιστωτικοί δείκτες και ποιοτικός κίνδυνος
Οι δείκτες ποιότητας χαρτοφυλακίων των τραπεζών βελτιώνονται: τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα (NPEs) έχουν υποχωρήσει κάτω από το 5% του συνόλου. Ωστόσο, πίσω από την εικόνα αυτή υπάρχουν προειδοποιητικά σημάδια. Η μείωση των επιτοκίων στενεύει τα περιθώρια κέρδους, ενώ η αύξηση των καταθέσεων επιβαρύνει τη ρευστότητα. Οι τράπεζες καλούνται να διατηρήσουν υψηλή απόδοση κεφαλαίων (ROE), χωρίς να πάρουν υπερβολικό ρίσκο.
Αυτό σημαίνει ότι η επιλογή πελατών θα γίνεται όλο και πιο αυστηρή. Οι εσωτερικές επιτροπές πιστοδότησης εξετάζουν πλέον όχι μόνο τα οικονομικά στοιχεία αλλά και δείκτες βιωσιμότητας, φορολογικής συνέπειας και «ESG συμπεριφοράς». Η τραπεζική χρηματοδότηση έχει γίνει πιο τεχνοκρατική – και λιγότερο κοινωνική.
Ο γεωγραφικός αποκλεισμός της περιφέρειας
Ενδιαφέρον στοιχείο είναι η γεωγραφική κατανομή της νέας πίστης. Πάνω από το 70% των νέων εταιρικών δανείων κατευθύνεται στην Αττική και στη Θεσσαλονίκη. Οι περιφέρειες της χώρας παραμένουν «ξηρές» από ρευστότητα, με τις τοπικές επιχειρήσεις να δυσκολεύονται να βρουν πρόσβαση σε τραπεζικό δανεισμό. Το φαινόμενο συνδέεται και με το κλείσιμο πολλών υποκαταστημάτων τα τελευταία χρόνια, που περιορίζει την προσωπική σχέση πελάτη–τράπεζας, αλλά και με την απουσία τοπικών τραπεζών, μετά την εξαφάνιση των συνεταιριστικών.
Η συγκέντρωση του συστήματος σε τέσσερις μεγάλους ομίλους ενισχύει τη συγκέντρωση της πίστης: όπου υπάρχει μεγάλη δραστηριότητα και επενδυτικό ενδιαφέρον, ρέει το χρήμα· όπου υπάρχει στασιμότητα, η ρευστότητα στερεύει.
Η πρόκληση της «ποιοτικής» ανάπτυξης
Το ερώτημα που αναδύεται είναι αν η τρέχουσα πιστωτική επέκταση οδηγεί σε ουσιαστική ανάπτυξη ή απλώς ανακυκλώνει την ίδια οικονομική ελίτ. Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει ήδη επισημάνει ότι η αύξηση των χορηγήσεων πρέπει να συνδυάζεται με διαφοροποίηση κινδύνου και περιφερειακή διασπορά. Ειδάλλως, υπάρχει κίνδυνος να δημιουργηθεί ένα νέο είδος «πιστωτικού αποκλεισμού» για τις μικρότερες μονάδες, παρά την καλή μακροοικονομική συγκυρία.
Οι τράπεζες απαντούν ότι τα νέα ψηφιακά εργαλεία, τα συστήματα αξιολόγησης και οι συνεργασίες με fintech εταιρείες θα επιτρέψουν πιο δίκαιη και γρήγορη αξιολόγηση πελατών στο μέλλον. Ωστόσο, οι μικρές επιχειρήσεις δεν βλέπουν ακόμα την αλλαγή: για εκείνες, η γραφειοκρατία και η έλλειψη εμπιστοσύνης συνεχίζουν να είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο.
Οι επόμενοι μήνες
Καθώς το 2026 πλησιάζει, το στοίχημα για το τραπεζικό σύστημα είναι αν μπορεί να στηρίξει τη διατηρήσιμη ανάπτυξη και να σπάσει τον φαύλο κύκλο του αποκλεισμού. Η Ελλάδα δεν έχει πρόβλημα ρευστότητας· έχει πρόβλημα κατεύθυνσης της ρευστότητας. Αν οι τράπεζες συνεχίσουν να δανείζουν μόνο εκεί όπου ήδη υπάρχει ισχύς, τότε η πιστωτική επέκταση θα μεταφραστεί σε συγκέντρωση, όχι σε ανάπτυξη.
Η πραγματική δοκιμασία θα είναι η ικανότητά τους να ανοίξουν ξανά τις πόρτες τους στους «δύσκολους» πελάτες – εκείνους που δεν έχουν τα τέλεια νούμερα αλλά διαθέτουν προοπτική. Στο τέλος της ημέρας, η υγιής οικονομία δεν χτίζεται μόνο πάνω στους ισχυρούς ομίλους, αλλά πάνω στη δυνατότητα του μικρού να μεγαλώσει. Και αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα της τραπεζικής πίστης στην Ελλάδα του 2025.
