
Η Ευρώπη, που κάποτε διαμόρφωνε το παγκόσμιο γεωπολιτικό σκηνικό με τις αποικιακές της αυτοκρατορίες και τη βιομηχανική της δύναμη, βρίσκεται σήμερα σε μια κατάσταση στρατιωτικής και γεωπολιτικής αδυναμίας που θα φαινόταν αδιανόητη μόλις πριν από μερικές δεκαετίες. Ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει αποκαλύψει με βίαιο τρόπο την πραγματική κατάσταση της ευρωπαϊκής αμυντικής ικανότητας: μια ήπειρο που, παρά το τεράστιο οικονομικό της μέγεθος και τον πληθυσμό της, εξαρτάται σχεδόν πλήρως από τις Ηνωμένες Πολιτείες για την ασφάλειά της και δεν μπορεί να μετακινήσει αποτελεσματικά τις δυνάμεις της ούτε καν εντός των δικών της συνόρων.
Η ευρωπαϊκή στρατιωτική αδυναμία δεν είναι θέμα υποκειμενικής εκτίμησης αλλά μετρήσιμη πραγματικότητα που αποτυπώνεται σε συγκεκριμένους αριθμούς. Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση του Γαλλικού Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων (IFRI), είκοσι από τις τριάντα ευρωπαϊκές χώρες του ΝΑΤΟ και της ΕΕ διαθέτουν λιγότερους από 15.000 στρατιώτες. Το 2024, οι 27 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ξόδεψαν συνολικά 343 δισεκατομμύρια ευρώ για την άμυνα, που αντιστοιχεί στο 1,9% του ΑΕΠ τους, ενώ για το 2025 προβλέπεται να φτάσουν τα 381 δισεκατομμύρια ευρώ (2,1% του ΑΕΠ).
Αυτοί οι αριθμοί, αν και εντυπωσιακοί σε απόλυτη αξία, χλωμιάζουν μπροστά στο γεγονός ότι η Ρωσία, με οικονομία εννέα φορές μικρότερη από αυτή της ΕΕ, αφιερώνει το 6,7% του ΑΕΠ της για στρατιωτικές δαπάνες το 2025 – σχεδόν τριπλάσιο ποσοστό από τη μέση ευρωπαϊκή χώρα. Η Ρωσία διατηρεί στρατό 1,5 εκατομμυρίων ενεργών στρατιωτών, ενώ ολόκληρη η Ευρώπη (συμπεριλαμβανομένης της Βρετανίας) έχει περίπου 1,47 εκατομμύρια. Το πιο ανησυχητικό δεν είναι όμως το μέγεθος των δυνάμεων, αλλά η έλλειψη συντονισμού, διαλειτουργικότητας και κεντρικής διοίκησης που τις καθιστά αναποτελεσματικές ως συλλογική δύναμη.
Ίσως το πιο εξωφρενικό σύμπτωμα της ευρωπαϊκής στρατιωτικής ανικανότητας είναι το γεγονός ότι, παρά το ότι οι δαπάνες άμυνας αυξήθηκαν σε επίπεδο ρεκόρ, η Ευρώπη δεν μπορεί να μετακινήσει τους στρατιωτικούς της πόρους γρήγορα εντός των δικών της συνόρων. Ο Ευρωπαϊκός Ελεγκτικός Συνέδριος δημοσίευσε τον Φεβρουάριο του 2025 μια καταστροφική έκθεση για τη στρατιωτική κινητικότητα στην ΕΕ, συμπεραίνοντας ότι το δεύτερο Σχέδιο Δράσης της ΕΕ για τη Στρατιωτική Κινητικότητα παρουσίαζε εννοιολογικές αδυναμίες και είχε σημειώσει ανεπαρκή πρόοδο.
Παρά την αρχική κατανομή 1,69 δισεκατομμυρίων ευρώ για την περίοδο 2021-2027, οι ένοπλες δυνάμεις των κρατών-μελών παρέμειναν ανίκανες να μετακινηθούν γρήγορα σε όλη την Ένωση. Η τρίτη πρόσκληση υποβολής προτάσεων για έργα στρατιωτικής κινητικότητας αποκάλυψε την έκταση της καθυστέρησης: 112 αιτήσεις από 22 κράτη-μέλη, συνολικού ύψους 3,7 δισεκατομμυρίων ευρώ, ανταγωνίστηκαν για μόλις 807 εκατομμύρια ευρώ διαθέσιμης χρηματοδότησης.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε τον Νοέμβριο του 2025 το Πακέτο Στρατιωτικής Κινητικότητας, την πιο φιλόδοξη προσπάθεια μέχρι σήμερα για την υπέρβαση αυτής της δομικής παράλυσης. Ωστόσο, όπως προειδοποιούν οι γερμανικές υπηρεσίες πληροφοριών (BND), η Ρωσία θα μπορούσε να είναι στρατιωτικά ικανή να επιτεθεί σε άλλο ευρωπαϊκό κράτος μέχρι το τέλος της δεκαετίας – και η Ευρώπη δεν μπορεί ούτε καν να μετακινήσει τις δυνάμεις της για να αντιμετωπίσει μια τέτοια απειλή.
Ουκρανία: Ο πόλεμος που η Ευρώπη δεν μπορούσε να πολεμήσει
Ο πόλεμος στην Ουκρανία λειτούργησε ως μια βίαιη αφύπνιση για την Ευρώπη. Από την έναρξη της ρωσικής πλήρους εισβολής τον Φεβρουάριο του 2022, η Ουκρανία έχει πληρώσει τεράστιο τίμημα: σύμφωνα με εκτιμήσεις του Ιανουαρίου 2025 από τον Πρόεδρο Ζελένσκι, 400.000 Ουκρανοί στρατιώτες έχουν σκοτωθεί ή τραυματιστεί. Πάνω από 39.000 άμαχοι έχουν καταγραφεί ως θύματα, ενώ 9,5 εκατομμύρια Ουκρανοί έχουν εκτοπιστεί – 3,8 εκατομμύρια εντός της χώρας και 5,7 εκατομμύρια ως πρόσφυγες, εκ των οποίων 5,1 εκατομμύρια στην Ευρώπη. Η Ρωσία ελέγχει πλέον το 19% του ουκρανικού εδάφους, περιοχή ίση με την πολιτεία του Οχάιο.
Η Ουκρανία έχει χάσει το 80% της θερμικής της ικανότητας παραγωγής ενέργειας, το 60% της παραγωγής φυσικού αερίου της, και λειτουργεί με μόλις ένα τρίτο της προ-εισβολής ηλεκτρικής της χωρητικότητας. Παρά την ευρωπαϊκή βοήθεια που ξεπερνά τα 158 δισεκατομμύρια δολάρια συνολικά (οικονομική, στρατιωτική, ανθρωπιστική), το γεγονός παραμένει ότι η Ευρώπη δεν μπορούσε – και δεν μπορεί – να πολεμήσει αυτόν τον πόλεμο μόνη της.
Όπως καταλήγει η ανάλυση του IFRI, η ουκρανική αντίσταση λειτουργεί αυτή τη στιγμή ως το κύριο αποτρεπτικό μέσο της Ευρώπης κατά της ευρύτερης ρωσικής επιθετικότητας, ενώ η ήπειρος βιάζεται να οικοδομήσει στρατιωτικές ικανότητες που θα έπρεπε ήδη να κατέχει. Ο Ουκρανός πρόεδρος, σε σκληρή αλλά ακριβή εκτίμηση, χαρακτήρισε την ευρωπαϊκή άμυνα «αδύναμη», σημειώνοντας ότι ενώ η ετοιμότητα έχει αυξηθεί, όσον αφορά την πραγματική δύναμη – «τον αριθμό των μαχητών, το στόλο, την πολεμική αεροπορία, τα drones» – η Ευρώπη παραμένει επικίνδυνα ανεπαρκής.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα της ευρωπαϊκής άμυνας είναι η σχεδόν πλήρης εξάρτησή της από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, 470.000 Αμερικανοί στρατιώτες ήταν σταθμευμένοι στην Ευρώπη. Μετά το τέλος του, αυτός ο αριθμός μειώθηκε δραματικά: 113.000 το 1997, 66.000 το 2008, και μόλις 63.000 το 2013. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 αύξησε την αμερικανική παρουσία σε πάνω από 100.000 στρατιώτες, αλλά μέχρι τον Απρίλιο του 2025, ο αριθμός είχε μειωθεί πάλι στους 84.000.
Το 2024, οι ΗΠΑ ξόδεψαν 997 δισεκατομμύρια δολάρια για την άμυνα (3,38% του ΑΕΠ), αντιπροσωπεύοντας το 66% των συνολικών δαπανών του ΝΑΤΟ και το 37% των παγκόσμιων στρατιωτικών δαπανών. Οι ευρωπαϊκές χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ ξόδεψαν συνολικά 454 δισεκατομμύρια δολάρια, μόλις το 30% των συνολικών δαπανών της συμμαχίας. Αυτή η ανισορροπία σημαίνει ότι η Ευρώπη δεν διαθέτει στρατηγική αυτονομία – μια πραγματικότητα που έγινε επώδυνα φανερή όταν οι ΗΠΑ συναντήθηκαν με τη Ρωσία στη Σαουδική Αραβία τον Φεβρουάριο του 2025 για συνομιλίες ειρήνης σχετικά με την Ουκρανία, χωρίς ούτε ουκρανική ούτε ευρωπαϊκή εκπροσώπηση.
Όπως δήλωσε ο Πολωνός πρωθυπουργός Ντόναλντ Τουσκ τον Νοέμβριο του 2024, «Κάποιοι υποστηρίζουν ότι το μέλλον της Ευρώπης εξαρτάται από τις αμερικανικές εκλογές, ενώ εξαρτάται πρώτα και κύρια από εμάς. Υπό την προϋπόθεση ότι η Ευρώπη τελικά ωριμάσει και πιστέψει στη δική της δύναμη», σηματοδοτώντας ότι «η εποχή της γεωπολιτικής εξωτερίκευσης έχει τελειώσει».
Η σημερινή ευρωπαϊκή αδυναμία δεν είναι ατυχές συμβάν αλλά αποτέλεσμα συνειδητών επιλογών. Μετά την πτώση του Σοβιετικού Τείχους, η Ευρώπη μετέτρεψε το «ειρηνικό μέρισμα» σε πολιτικό δόγμα. Η Γερμανία, που κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου διέθετε έναν από τους ισχυρότερους στρατούς στην Ευρώπη με αποστολή την άμυνα έναντι του Συμφώνου της Βαρσοβίας, μείωσε δραματικά τις αμυντικές της δαπάνες και επικεντρώθηκε σε αποστολές ειρηνευτικής διατήρησης.
Το 2011, η Γερμανία κατήργησε την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία – μια απόφαση που, σε συνδυασμό με δεκαετίες υποεπένδυσης, άφησε τη χώρα εντελώς απροετοίμαστη για τον τύπο συμβατικού πολέμου που είναι τώρα πραγματικότητα στα ευρωπαϊκά της σύνορα. Η έμφαση στην εδαφική άμυνα υποβιβάστηκε, και η μαχητική ετοιμότητα της Bundeswehr άρχισε να επιδεινώνεται.
Το πρόβλημα δεν ήταν μόνο γερμανικό. Σχεδόν όλες οι ευρωπαϊκές χώρες ακολούθησαν παρόμοια τροχιά, βασιζόμενες στην παραδοχή ότι η μεγάλη διακρατική σύγκρουση ήταν κάτι του παρελθόντος. Αυτή η παραδοχή αποδείχθηκε τραγικά λανθασμένη. Ο ιστορικός πολέμου Sönke Neitzel τοποθετεί την αρχή αυτής της καθοδικής πορείας στη μετα-Ψυχροπολεμική εποχή, όταν η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης αναπροσανατόλισε τις ευρωπαϊκές προτεραιότητες προς την παγκοσμιοποίηση και την οικονομική ανάπτυξη, αφήνοντας την άμυνα να εκλείψει.
Πέρα από τις ανεπαρκείς δαπάνες, η Ευρώπη αντιμετωπίζει ένα θεμελιώδες δομικό πρόβλημα: τον κατακερματισμό. Με 27 κράτη-μέλη της ΕΕ που έχουν ξεχωριστούς στρατούς, ξεχωριστές διαδικασίες προμηθειών και ξεχωριστές στρατιωτικές στρατηγικές, η Ευρώπη στερείται της διαλειτουργικότητας και της κεντρικής δομής διοίκησης που είναι απαραίτητες για αποτελεσματική συλλογική άμυνα. Το πρόβλημα αυτό επιδεινώνεται από εσωτερικές πολιτικές διαιρέσεις: χώρες όπως η Ουγγαρία και η Σλοβακία έχουν υπονομεύσει σταθερά την ενότητα της ΕΕ αντιτασσόμενες σε κυρώσεις κατά της Ρωσίας, καθυστερώντας πακέτα βοήθειας και μπλοκάροντας προσπάθειες κοινής προμήθειας.
Μια μελέτη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου εκτιμά ότι το «κόστος της μη-Ευρώπης» στις αμυντικές δαπάνες – δηλαδή η αναποτελεσματικότητα που προκύπτει από τον κατακερματισμό – κυμαίνεται από 18 έως 57 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως. Αυτό σημαίνει ότι ακόμα και αν η Ευρώπη αύξανε τις δαπάνες της, ένα σημαντικό μέρος αυτών των χρημάτων θα σπαταλούνταν λόγω επικαλύψεων, έλλειψης οικονομιών κλίμακας και ασυμβατότητας συστημάτων.

Η βιομηχανική διάσταση: Ένας κλάδος υπό πίεση
Η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία, παρά το ότι φιλοξενεί παγκόσμιου επιπέδου εταιρείες όπως η Rheinmetall, η BAE Systems και η Thales, έχει αργήσει να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα. Το 2023, η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία είχε κύκλο εργασιών 158,8 δισεκατομμυρίων ευρώ, αύξηση 16,9% από το προηγούμενο έτος. Πέντε από τις 20 μεγαλύτερες αμυντικές εταιρείες στον κόσμο είναι ευρωπαϊκές (εννέα είναι αμερικανικές).
Ωστόσο, ο πόλεμος στην Ουκρανία αποκάλυψε κρίσιμες ελλείψεις. Η παραγωγή πυρομαχικών είναι ανεπαρκής για να υποστηρίξει παρατεταμένες μαχητικές επιχειρήσεις. Η παραγωγή πυραύλων περιγράφεται ως «ζοφερή εικόνα». Οι υψηλότεροι αμυντικοί προϋπολογισμοί δεν έχουν μεταφραστεί σε απτή κατασκευαστική ικανότητα. Αρχιτέκτονας της Rheinmetall, Armin Papperger, μιλώντας κατά την παρουσίαση της ετήσιας έκθεσης 2024 της εταιρείας, αναφέρθηκε σε μια «εποχή επανεξοπλισμού», με πωλήσεις που αυξήθηκαν κατά 36% και κέρδη κατά 61%.
Παρόλα αυτά, υπάρχει χάσμα μεταξύ της βιομηχανικής ικανότητας και της πραγματικής παραγωγής. Πολλές ευρωπαϊκές αμυντικές εταιρείες έχουν την ικανότητα να αυξήσουν τις γραμμές παραγωγής αλλά έχουν στερηθεί των παραγγελιών για να δικαιολογήσουν τέτοιες ενέργειες. Αυτό οφείλεται εν μέρει στον ευρωπαϊκό κατακερματισμό των προμηθειών: κάθε χώρα αγοράζει ξεχωριστά, συχνά από εθνικούς προμηθευτές, εμποδίζοντας τις οικονομίες κλίμακας που θα μπορούσαν να επιτευχθούν μέσω κοινών προμηθειών.
Ένα άλλο κρίσιμο στοιχείο της ευρωπαϊκής αδυναμίας είναι η ενεργειακή εξάρτηση. Παρά όλα τα ζητήματα της Ευρώπης με τη Ρωσία, εξακολουθεί να λαμβάνει σχεδόν 20% του υγροποιημένου φυσικού αερίου της από τη Μόσχα, και οι προσπάθειες να απεξαρτηθεί πλήρως δεν έχουν αποδώσει τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Τις τελευταίες έξι δεκαετίες, η Ευρώπη αύξησε σταθερά την εξάρτησή της από το ρωσικό φυσικό αέριο, χτίζοντας ένα σύνθετο δίκτυο αγωγών που τελικά ανάγκασε την Ευρώπη σε άβολη θέση όταν ξεκίνησε η σύγκρουση Ρωσίας-Ουκρανίας.
Καθώς ο πόλεμος κλιμακώθηκε, η Ευρώπη βρέθηκε μεταξύ σφύρας και άκμονος: να επιβάλλει κυρώσεις στο ίδιο το έθνος που προμήθευε την ενέργειά της, πληρώνοντας ταυτόχρονα εκτιμώμενα 204 δισεκατομμύρια ευρώ για ρωσικό φυσικό αέριο. Ο αγωγός Nord Stream, που κάποτε ήταν σύμβολο του οικονομικού πραγματισμού, έγινε γεωπολιτικός θηλιάς. Αυτή η ενεργειακή ευπάθεια υπονομεύει την ικανότητα της Ευρώπης να ενεργήσει αυτόνομα στη διεθνή σκηνή και αποτελεί θεμελιώδη στρατηγική αδυναμία που η Ρωσία έχει εκμεταλλευτεί επανειλημμένα.
Το νέο στρατηγικό περιβάλλον: Ο «Άξονας της Αναστάτωσης»
Η ευρωπαϊκή ασφάλεια απειλείται όχι μόνο από τη Ρωσία. Η εμφάνιση αυτού που περιγράφεται ως ο «Άξονας της Αναστάτωσης» – μια αυξανόμενη ευθυγράμμιση μεταξύ Ρωσίας, Κίνας, Βόρειας Κορέας και Ιράν – αποτελεί «γενεαγενεακή πρόκληση» που απαιτεί ισχυρή και συντονισμένη απάντηση. Η Ρωσία επωφελείται από στρατιωτική υποστήριξη της Βόρειας Κορέας και του Ιράν, και τη στήριξη της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας. Ταυτόχρονα, η επιθετική συμπεριφορά της Κίνας στην Ινδο-Ειρηνική και τα καταναγκαστικά μέτρα προς ευρωπαϊκές χώρες απαιτούν προσπάθειες για μείωση των εξαρτήσεων της εφοδιαστικής αλυσίδας από κινεζική τεχνολογία και πρώτες ύλες.
Η παγκόσμια φύση της εμβαθυνόμενης γεωπολιτικής αντιπαράθεσης έχει βαθιές επιπτώσεις για το κόστος της ευρωατλαντικής ασφάλειας σε στρατιωτικούς, οικονομικούς και κοινωνικούς όρους. Το πρόβλημα είναι ότι οι Ευρωπαίοι, με λίγες εξαιρέσεις, αποτυγχάνουν να κατανοήσουν τα τεράστια κόστη που ένα τέτοιο σενάριο θα επέβαλε στη συμμαχική ασφάλεια.
Η απάντηση: Πολύ λίγο, πολύ αργά;
Η Ευρώπη έχει ξεκινήσει να αντιδρά, αλλά παραμένει αμφίβολο αν η απάντηση είναι επαρκής ή έγκαιρη. Τον Μάρτιο του 2025, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε το σχέδιο «ReArm Europe / Readiness 2030», που προτείνει να μοχλεύσει πάνω από 800 δισεκατομμύρια ευρώ σε αμυντικές δαπάνες μέσω εθνικής δημοσιονομικής ευελιξίας, ενός νέου δανειακού μέσου 150 δισεκατομμυρίων ευρώ (SAFE) για κοινή προμήθεια, πιθανής ανακατεύθυνσης των ταμείων συνοχής και επεκταμένης υποστήριξης από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων.
Στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στη Χάγη το 2025, τα κράτη-μέλη συμφώνησαν σε στόχο 5% του ΑΕΠ για το 2035, συμπεριλαμβανομένου του 1,5% για θέματα που σχετίζονται με την άμυνα όπως η κυβερνοασφάλεια και οι υποδομές. Είκοσι τρία από τα 32 κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ πληρούν πλέον το όριο δαπανών 2%, σε σχέση με 11 το 2023. Η Γερμανία, με τον Καγκελάριο Friedrich Merz, έχει χαλαρώσει τους περιορισμούς στον κρατικό δανεισμό, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης ειδικών κονδυλίων για να διαθέσει αμυντικές επενδύσεις ελεύθερες από το «φρένο χρέους».
Η Πολωνία, που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της ανατολικής πλευράς του ΝΑΤΟ, ξοδεύει ήδη 4,2% του ΑΕΠ της στην άμυνα και σχεδιάζει να φτάσει το 4,7% το 2025. Η Εσθονία στοχεύει σε «τουλάχιστον 5,0% του ΑΕΠ» από το 2026. Η Γαλλία προτίθεται να αυξήσει τις αμυντικές της δαπάνες στο 3,5% του ΑΕΠ. Η Ιταλία σχεδιάζει να διπλασιάσει τις δαπάνες της στο 3% του ΑΕΠ σε τέσσερα χρόνια.
Όμως το κεντρικό ζήτημα δεν είναι απλώς χρήμα ή ικανότητα – είναι πολιτική βούληση. Όπως καταλήγει η ανάλυση του IFRI, οι ευρωπαϊκές χώρες διαθέτουν το αναγκαίο δυναμικό – τα οικονομικά μέσα, τις στρατιωτικές ικανότητες και την τεχνολογική εξειδίκευση – για να αντιμετωπίσουν τη Ρωσία μέχρι το 2030, υπό την προϋπόθεση ότι επιδεικνύουν την πολιτική βούληση να το κάνουν. Η ανάλυση υπογραμμίζει ότι οι ευρωπαϊκές χώρες μπορούν να ταιριάξουν τη ρωσική στρατιωτική δύναμη εντός πέντε ετών – αλλά μόνο αν η Ουκρανία συνεχίσει να κρατά τη γραμμή.
Το ερώτημα είναι αν η ευρωπαϊκή πολιτική βούληση μπορεί να ταιριάξει την ουκρανική στρατιωτική αποφασιστικότητα πριν η αρχιτεκτονική ασφαλείας επιδεινωθεί περαιτέρω. Η ήπειρος αντιμετωπίζει έναν κρίσιμο αγώνα δρόμου με το χρόνο. Χωρίς ενότητα, αποφασιστικότητα και ταχεία δράση, η ΕΕ κινδυνεύει να καταδικαστεί σε μόνιμη στρατηγική ασημαντότητα.
Συμπέρασμα: Η Ώρα της Αλήθειας
Η γεωπολιτική και στρατιωτική ανυπαρξία της Ευρώπης δεν είναι υπερβολή ρητορικής αλλά μια σκληρή πραγματικότητα που επιβεβαιώνεται από συγκεκριμένα δεδομένα και συμβάντα. Μια ήπειρος με οικονομία εννέα φορές μεγαλύτερη από αυτή της Ρωσίας, με σχεδόν τριπλάσιο πληθυσμό, με τεχνολογική υπεροχή σε πολλούς τομείς, βρίσκεται σε θέση γεωπολιτικής εξάρτησης και στρατιωτικής αδυναμίας.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι ο πόλεμος που η Ευρώπη δεν μπορούσε να πολεμήσει μόνη της – και αν αποτύχει να προετοιμαστεί επαρκώς, μπορεί να είναι πρόγευση ενός πολέμου που θα πρέπει να πολεμήσει στο μέλλον. Η ιστορία σπάνια δίνει δεύτερες ευκαιρίες σε όσους αρνούνται να μάθουν από τα λάθη τους. Η Ευρώπη βρίσκεται στην άκρη του γκρεμού – και το επόμενο βήμα που θα κάνει θα καθορίσει όχι μόνο τη δική της μοίρα αλλά και τη μοίρα της διεθνούς τάξης που βασίστηκε στην ευρωπαϊκή ασφάλεια και ευημερία.
Τα στοιχεία είναι σαφή: η Ευρώπη έχει τους πόρους, έχει την τεχνολογία, έχει τη βιομηχανική βάση. Αυτό που λείπει είναι η πολιτική βούληση να μετατρέψει αυτούς τους πόρους σε πραγματική στρατιωτική ικανότητα, η στρατηγική όραση να υπερβεί τον εθνικό κατακερματισμό, και η ιστορική συνειδητοποίηση ότι η ειρήνη δεν διατηρείται με ευχές αλλά με δύναμη. Αν η Ευρώπη δεν ενεργήσει αποφασιστικά και άμεσα, θα βρεθεί να είναι θεατής και όχι πρωταγωνιστής της δικής της μοίρας – μια τραγική κατάληξη για μια ήπειρο που κάποτε διαμόρφωνε το παγκόσμιο γίγνεσθαι.
