
Νομισματικές εξελίξεις στην Ευρωζώνη τον Οκτώβριο: σταθεροποίηση του Μ3, ενίσχυση της ρευστότητας από τα νοικοκυριά και ήπια επιτάχυνση των δανείων
Η εικόνα της προσφοράς χρήματος
Ο Οκτώβριος επιβεβαίωσε μια τάση ισορροπίας στη νομισματική κυκλοφορία της Ευρωζώνης. Ο ευρύς δείκτης χρήματος Μ3 παρέμεινε στο 2,8% σε ετήσια βάση, ένδειξη ότι η συνολική ρευστότητα αυξάνεται με σταθερούς αλλά συγκρατημένους ρυθμούς. Το μέσο τρίμηνο που ολοκληρώνεται τον Οκτώβριο διαμορφώθηκε στο 2,9%, χωρίς σημαντικές αποκλίσεις.
Το ενδιαφέρον, ωστόσο, μετατοπίζεται στο στενό χρήμα. Ο δείκτης Μ1 – νόμισμα σε κυκλοφορία και καταθέσεις όψεως – επιτάχυνε στο 5,2% από 5,0%, επιβεβαιώνοντας ότι η βραχυπρόθεσμη ρευστότητα ανακάμπτει. Το γεγονός δείχνει ότι οι οικονομικοί φορείς διατηρούν προτίμηση στα άμεσα ρευστοποιήσιμα μέσα, καθώς οι αποδόσεις των προθεσμιακών προϊόντων έχουν αρχίσει να σταθεροποιούνται μετά τον κύκλο σύσφιξης της ΕΚΤ.
Παράλληλα, οι βραχυπρόθεσμες καταθέσεις (M2–M1) παρέμειναν σε αρνητική μεταβολή, αλλά με μικρότερη πτώση: -1,8% από -2,1%. Αντίθετα, τα εμπορεύσιμα μέσα (M3–M2) κατέγραψαν αισθητή επιβράδυνση στο 1,9% από 4,3%, υποδηλώνοντας μειωμένη δραστηριότητα σε επενδυτικά προϊόντα χρήματος και repos.
Ποιοι ενισχύουν και ποιοι αποδυναμώνουν τη ρευστότητα
Η συμβολή των επιμέρους στοιχείων στον Μ3 δείχνει μια καθαρή μετατόπιση. Το Μ1 ενίσχυσε την ετήσια μεταβολή κατά 3,3 ποσοστιαίες μονάδες, έναντι 3,1 τον Σεπτέμβριο. Οι προθεσμιακές καταθέσεις είχαν αρνητική συμβολή (-0,5), ενώ τα εμπορεύσιμα μέσα μόλις 0,1 μονάδα.
Στο επίπεδο των καταθετών, τα νοικοκυριά επιβράδυναν τις τοποθετήσεις τους: 3% από 3,2%. Οι επιχειρήσεις όμως αύξησαν τον ρυθμό καταθέσεων στο 3,5% από 3,1%, εναρμονίζοντας την εικόνα με τα – μέχρι στιγμής – ενθαρρυντικά στοιχεία για τη βιομηχανική παραγωγή και την αύξηση των ταμειακών ροών σε ορισμένους κλάδους. Η μεγάλη αρνητική έκπληξη ήταν τα επενδυτικά funds (πλην money market funds), όπου η αύξηση προσγειώθηκε στο 2,1% από 7,1%, φανερώνοντας απομόχλευση και χαμηλότερη ανάληψη ρίσκου.
Δάνεια προς τον ιδιωτικό τομέα: σταθερή επιτάχυνση
Στις χορηγήσεις, η εικόνα του Οκτωβρίου δείχνει συγκρατημένη αλλά καθαρή βελτίωση. Τα συνολικά δάνεια προς τον ιδιωτικό τομέα αυξήθηκαν 2,9% – από 2,7% – ενώ τα προσαρμοσμένα δάνεια (με διόρθωση για μεταβιβάσεις και cash pooling) διαμορφώθηκαν στο 3%, έναντι 2,8%.
Τα νοικοκυριά είδαν τον ετήσιο ρυθμό να ενισχύεται στο 2,8% από 2,6%. Το γεγονός αυτό συνδέεται με σταδιακή σταθεροποίηση στην αγορά κατοικίας και ήπια αύξηση της ζήτησης για καταναλωτική πίστη. Οι επιχειρήσεις διατήρησαν την ίδια εικόνα με τον Σεπτέμβριο: 2,9%. Πρόκειται για έναν ρυθμό που επιβεβαιώνει μεν ότι η χρηματοδότηση κινείται χωρίς προβλήματα, αλλά δεν καταδεικνύει ακόμη επιστροφή σε πιο δυναμικό κύκλο επενδύσεων.
Η άνοδος των συνολικών απαιτήσεων των τραπεζών προς τους ιδιώτες στο 2,9% και η σταθερή αύξηση των απαιτήσεων προς το Δημόσιο στο 0,7% δείχνουν μια ισορροπία που δεν προκαλεί ανησυχίες, ούτε όμως επιτρέπει αισιοδοξία για ισχυρό credit cycle.
Τα αντίβαρα στον ισολογισμό των τραπεζών
Στους «αντίστοιχους» του χρήματος, το σκηνικό είναι σύνθετο. Η αύξηση του Μ3 κατά 2,8% οφείλεται κατά 2,8 ποσοστιαίες μονάδες στα δάνεια προς τον ιδιωτικό τομέα και 1,7 μονάδα στα καθαρά εξωτερικά στοιχεία. Οι απαιτήσεις κατά των κυβερνήσεων παρέμειναν με ελάχιστη θετική συμβολή, ενώ οι μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις των τραπεζών συνέχισαν να λειτουργούν αποπληθωριστικά στη ρευστότητα (-1 μονάδα).
Το γεγονός ότι η συμβολή από το εξωτερικό μειώνεται ελαφρά (1,7 από 1,8) δείχνει ήπια εξάντληση των εισροών από το εξωτερικό εμπορικό πλεόνασμα και από τις καθαρές ροές που επηρέασαν τις προηγούμενες περιόδους.
Τι σημαίνουν τα στοιχεία για την κατεύθυνση της πολιτικής
Η εικόνα του Οκτωβρίου δεν στέλνει κάποιο ηχηρό σήμα στην ΕΚΤ. Η προσφορά χρήματος παραμένει σταθερή, το στενό χρήμα ισχυροποιείται ελαφρά, οι καταθέσεις των επιχειρήσεων ενισχύονται και η πιστωτική επέκταση ακολουθεί μια υπομονετική ανιούσα πορεία.
Για τα νοικοκυριά, η επιτάχυνση στα δάνεια δείχνει ότι ο υψηλός πληθωρισμός των τελευταίων ετών και οι επιθετικές αυξήσεις επιτοκίων έχουν πλέον απορροφηθεί σε μεγάλο βαθμό. Για τις επιχειρήσεις, το σταθερό 2,9% αντικατοπτρίζει μια προσπάθεια ισορροπίας: διατήρηση ρευστότητας και προσεκτικές κινήσεις σε περιβάλλον αβέβαιων προοπτικών.
Το συνολικό συμπέρασμα είναι ότι η νομισματική δυναμική της Ευρωζώνης παραμένει ουδέτερη. Δεν υπάρχει ούτε υπερθέρμανση της ρευστότητας, ούτε όμως ενδείξεις για σοβαρή υποχώρησή της. Η ΕΚΤ θα παρακολουθεί ιδιαίτερα τις τάσεις στο Μ1 και τις μεταβολές στις καταθέσεις των επιχειρήσεων, ενόψει των αποφάσεων για την πορεία των επιτοκίων μέσα στο 2026.

