
Η πολιτική ιστορία έχει έναν παράξενο τρόπο να επιστρέφει. Όχι επειδή οι συνθήκες είναι ίδιες, αλλά επειδή κάποιοι πολιτικοί θέλουν συνειδητά να αντιγράψουν τα μοντέλα που κάποτε κυριάρχησαν. Οι τελευταίες κινήσεις του Αλέξη Τσίπρα δείχνουν έναν πολιτικό που δεν επιστρέφει απλώς στην επικαιρότητα· επιστρέφει με σχέδιο. Και το σχέδιο αυτό μοιάζει ανατριχιαστικά με εκείνο του Ανδρέα Παπανδρέου στις αρχές της δεκαετίας του ’80: οικοδόμηση ενός νέου, μεγάλου κεντροαριστερού φορέα και πλήρης απορρόφηση όσων παραμένουν αδύναμοι, διαιρεμένοι ή πολιτικά ασήμαντοι.
Το σημερινό ΠΑΣΟΚ, με την παρούσα ηγεσία του, δεν μπορεί να σηκώσει τον χώρο. Αυτό είναι φανερό όχι μόνο δημοσκοπικά, αλλά και κοινωνικά: άχρωμο, χωρίς αφήγημα, χωρίς προοπτική, χωρίς εκείνη τη «ρίζα» που κρατά ζωντανή μια παράταξη. Ο Αλέξης Τσίπρας το βλέπει και το αξιοποιεί. Όπως κάποτε ο Ανδρέας Παπανδρέου είδε την αδυναμία του ΚΚΕ Εσωτερικού και «αγκάλιασε» τον Λεωνίδα Κύρκο πριν απορροφήσει το εκλογικό του ακροατήριο, έτσι και ο Τσίπρας κινείται σήμερα με προσεκτικές αλλά αποφασιστικές κινήσεις για να κυριαρχήσει στον κεντροαριστερό χώρο.
Η αναγνώριση του κενού ηγεσίας
Ο πρώην πρωθυπουργός αντιλαμβάνεται ότι η κεντροαριστερά είναι πολιτικά ορφανή. Το ΠΑΣΟΚ, παρά το ιστορικό του βάρος, δεν έχει καταφέρει να ανακτήσει τον ρόλο του ούτε ως αντίβαρο στη Νέα Δημοκρατία ούτε ως φορέας ενός νέου προοδευτικού οράματος. Η παρουσία του στη Βουλή δεν εμπνέει και το αποτύπωμά του στον δημόσιο διάλογο είναι υποτονικό.
Σε αυτό το κενό βρίσκει χώρο ο Τσίπρας. Δεν χρειάζεται να επιτεθεί ανοικτά στο ΠΑΣΟΚ· αρκεί να υπενθυμίζει έμμεσα ότι ο χώρος χρειάζεται ηγεσία, προσανατολισμό, αφήγημα. Με κάθε δημόσια εμφάνιση ενισχύει το αίσθημα ότι αυτός μπορεί να προσφέρει όσα το ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί.
Η παπανδρεϊκή συνταγή: επικράτηση αντί για συνεργασία
Το κρίσιμο σημείο της αναλογίας με τον Ανδρέα Παπανδρέου είναι ξεκάθαρο: ο Παπανδρέου ποτέ δεν θέλησε δύο πόλους στην Αριστερά. Ήθελε έναν ενιαίο φορέα με τον ίδιο στο τιμόνι. Γι’ αυτό μπόρεσε να προσεγγίσει ιδεολογικά τον Κύρκο, να τον πείσει ότι υπάρχει περιθώριο συνεργασίας και στη συνέχεια να απορροφήσει τον κοινωνικό χώρο που εκπροσωπούσε το ΚΚΕ Εσωτερικού.
Ο Κύρκος πίστεψε στην ισοτιμία· ο Παπανδρέου πίστευε μόνο στην κυριαρχία.
Ο Τσίπρας, που έχει δηλώσει επανειλημμένα τον θαυμασμό του για τον Παπανδρέου, φαίνεται να ακολουθεί την ίδια λογική. Δεν επιδιώκει σύμπραξη με το ΠΑΣΟΚ ούτε επιθυμεί μια συμμαχία δύο ισότιμων φορέων. Αντιθέτως, επιδιώκει την πολιτική του εξαΰλωση για να μπορέσει να οικοδομήσει τη δική του νέα παράταξη. Και αυτό φαίνεται από τη στάση του: αφήνει ανοιχτές πόρτες ιδεολογικής σύγκλισης, μιλά για ανάγκη ανασύνθεσης του χώρου, ενώ στην πραγματικότητα δουλεύει για ένα εντελώς νέο σχήμα.
Προσεταιρισμός στελεχών και βάσης — όχι κομμάτων
Ο Τσίπρας δεν στοχεύει στη συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ· στοχεύει στην αποψίλωσή του. Η τακτική του είναι απλή και εξαιρετικά αποτελεσματική: προσεταιρίζεται πρόσωπα, όχι κομματικούς μηχανισμούς. Χτίζει κλίμα, όχι συμμαχίες κορυφής.
Πρώην στελέχη που νιώθουν ότι το ΠΑΣΟΚ έχει χάσει το στίγμα του, πολιτικές προσωπικότητες που αναζητούν νέο πολιτικό σπίτι, ψηφοφόροι που νιώθουν ότι δεν τους εκπροσωπεί πια η παράταξη που κάποτε στήριξαν· όλα αυτά είναι η «μαγιά» που προσπαθεί να συλλέξει ο Τσίπρας.
Όπως ο Ανδρέας δεν χρειάστηκε ποτέ να κλείσει επίσημη συμφωνία με την Ανανεωτική Αριστερά για να την απορροφήσει, έτσι και ο Τσίπρας γνωρίζει ότι η ουσία δεν βρίσκεται στο τι λένε τα κόμματα, αλλά στο πού πάνε οι ψηφοφόροι.
Η υπέρβαση του ΣΥΡΙΖΑ και η ανάγκη νέου φορέα
Ο ΣΥΡΙΖΑ, ειδικά μετά τις τελευταίες εξελίξεις, δεν αποτελεί πλέον όχημα για μεγάλες πολιτικές φιλοδοξίες. Είναι ένα κόμμα κουρασμένο, ταλαιπωρημένο, διχασμένο, χωρίς συνοχή και χωρίς στρατηγική ταυτότητα. Ο Τσίπρας το γνωρίζει. Και επειδή δεν μπορεί να εμπνεύσει μέσα από το παλιό, αναζητά τρόπο να εμπνεύσει μέσα από το νέο.
Το νέο αυτό εγχείρημα αναμένεται να θυμίζει κάτι από την παλιά μεγάλη κεντροαριστερή παράταξη: κοινωνική φροντίδα, πατριωτικό προφίλ, προοδευτική αφήγηση χωρίς τα βαρίδια του ΣΥΡΙΖΑ της αντιμνημονιακής εποχής. Με λίγα λόγια, ένα κόμμα που θα μπορεί να μιλήσει ξανά στον χώρο που κάποτε ήταν ΠΑΣΟΚ αλλά σήμερα δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του στο σημερινό ΠΑΣΟΚ.
Πώς επιχειρεί να εξαϋλώσει το ΠΑΣΟΚ
Η στρατηγική Τσίπρα είναι ακριβής και όχι κραυγαλέα. Λειτουργεί περισσότερο υπόγεια παρά μετωπικά:
Απονομιμοποίηση της ηγεσίας Ανδρουλάκη.
Όχι με επιθέσεις, αλλά με σταθερή υπόδειξη ότι δεν έχει το πολιτικό ανάστημα για να ηγηθεί της παράταξης.
Προσέλκυση προσωπικοτήτων με ΠΑΣΟΚικό υπόβαθρο.
Ο ιστός γύρω από το ΠΑΣΟΚ αποξηλώνεται σταδιακά.
Δημιουργία νέας ιδεολογικής ταυτότητας.
Μια αφήγηση που θυμίζει ΠΑΣΟΚ χωρίς να είναι ΠΑΣΟΚ, αλλά με παπανδρεϊκό άρωμα που ταιριάζει με το προσωπικό ύφος του Τσίπρα.
Επικοινωνιακή ηγεμονία.
Ο Τσίπρας παράγει πολιτικό ενδιαφέρον· το ΠΑΣΟΚ προσπαθεί να εξηγήσει την ύπαρξή του.
Κατάληψη του αντιδεξιού χώρου.
Όσο το ΠΑΣΟΚ μοιάζει άχρωμο, τόσο ο Τσίπρας διεκδικεί το μονοπώλιο της αντίθεσης στην κυβέρνηση.
Το αποτέλεσμα είναι σαφές: ο χώρος της κεντροαριστεράς γίνεται όλο και πιο «στενός» για το ΠΑΣΟΚ. Η στρατηγική του Τσίπρα είναι το πολιτικό αντίστοιχο της σταδιακής εξάτμισης· όχι σύγκρουση, αλλά απορρόφηση.
Η ιστορική αναλογία που δεν μπορεί να αγνοηθεί
Είναι σχεδόν αναπόφευκτο να συγκριθεί η σημερινή κατάσταση με εκείνη της σχέσης Παπανδρέου – Κύρκου. Όπως τότε, έτσι και τώρα ένας μεγάλος παίκτης επιχειρεί να πείσει τον μικρότερο ότι υπάρχει κοινό έδαφος, ενώ στην πραγματικότητα σχεδιάζει την πλήρη κυριαρχία στον χώρο.
Ο Κύρκος πίστεψε ότι ο Παπανδρέου επιδίωκε ενότητα. Ο Παπανδρέου επιδίωκε δύναμη.
Το ΠΑΣΟΚ σήμερα φαίνεται να μην αντιλαμβάνεται την επανάληψη του ίδιου έργου. Θεωρεί ότι ο Τσίπρας επιθυμεί «ανασύνθεση του χώρου». Αυτό που επιθυμεί είναι να γίνει ο απόλυτος κυρίαρχος του χώρου.
Και η ειρωνεία της ιστορίας είναι ότι αυτή τη φορά ο ρόλος του Κύρκου δεν ανήκει στην Ανανεωτική Αριστερά — ανήκει στο ίδιο το ΠΑΣΟΚ.
Το πολιτικό συμπέρασμα
Το σχέδιο Τσίπρα δεν είναι περίπλοκο. Είναι συγκεκριμένο, δομημένο και σε μεγάλο βαθμό εμπνευσμένο από το μοντέλο Παπανδρέου:
να συγκροτήσει νέο φορέα που θα απορροφήσει τον κεντροαριστερό χώρο, να καταστήσει το ΠΑΣΟΚ πολιτικά περιττό και να παρουσιάσει τον εαυτό του ως τον μόνο ικανό να ανταγωνιστεί την κυβέρνηση.
Αν πετύχει, θα έχει επιτύχει ό,τι πέτυχε ο Παπανδρέου το 1981: όχι απλώς εκλογική επικράτηση, αλλά ιστορική πολιτική μετατόπιση.
Το ερώτημα δεν είναι αν το ΠΑΣΟΚ κινδυνεύει.
Το ερώτημα είναι αν το καταλαβαίνει.
Και κυρίως, αν έχει τη δύναμη – ή την ικανότητα – να αντιδράσει πριν ο χώρος του αλλάξει χέρια οριστικά.
