
Με περίπου δέκα έξι μήνες να απομένουν έως τις προγραμματισμένες εθνικές εκλογές την άνοιξη του 2027, το πολιτικό σκηνικό στην Ελλάδα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Οι δημοσκοπήσεις των τελευταίων δύο μηνών (Οκτωβρίου–Νοεμβρίου 2025) σκιαγραφούν μια σαφή πρωτοπορία της Νέας Δημοκρατίας (ΝΔ) και παράλληλα ένα κατακερματισμένο τοπίο στην αντιπολίτευση, όπου κανένα κόμμα δεν αναδεικνύεται σε πειστική εναλλακτική κυβερνητική λύση. Σύμφωνα με τις περισσότερες μετρήσεις, η ΝΔ προηγείται με διψήφια διαφορά, ενώ η πρόθεση ψήφου για τα κόμματα της αντιπολίτευσης παραμένει διασπαρμένη σε πολλές μικρότερες δυνάμεις. Ενδεικτικά, σε πρόσφατη πανελλαδική δημοσκόπηση της GPO (τέλη Νοεμβρίου) η ΝΔ συγκεντρώνει 25,2% στην πρόθεση ψήφου –ποσοστό ακριβώς διπλάσιο από εκείνο του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής (12,6%)– με την Ελληνική Λύση στο 10,4% και το ΚΚΕ στο 8,5%. Την ίδια στιγμή, μικρότερα κόμματα όπως η Πλεύση Ελευθερίας και ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ καταγράφουν μονοψήφια ποσοστά, κοντά στο 5% ή χαμηλότερα. Συνολικά, ο μέσος όρος των δημοσκοπήσεων του Νοεμβρίου μετά την αναγωγή (κατανομή αναποφάσιστων) αποτυπώνει την ΝΔ περίπου στο 30%, το ΠΑΣΟΚ γύρω στο 14%, την Ελληνική Λύση κοντά στο 10%, την Πλεύση Ελευθερίας και το ΚΚΕ περί το 8%, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ περιορίζεται περίπου στο 5%.
Σε γραφήματα πρόθεσης ψήφου φαίνεται καθαρά ότι η ΝΔ διατηρεί το προβάδισμα της, ενώ η απουσία ενός ισχυρού δεύτερου πόλου είναι έκδηλη. Στην εικόνα παρουσιάζεται η πρόθεση ψήφου από έρευνα της RealPolls (9-10 Νοεμβρίου 2025) για το Protagon: η ΝΔ προηγείται με 24,2%, έναντι 10% του ΠΑΣΟΚ, 7,5% της Ελληνικής Λύσης, 6,1% της Πλεύσης Ελευθερίας, 6% του ΚΚΕ και μόλις 3,5% του ΣΥΡΙΖΑ ο σύνολο των λοιπών μικρών κομμάτων και των αναποφάσιστων ψηφοφόρων καταλαμβάνει σημαντικό ποσοστό, υπογραμμίζοντας τον κατακερματισμό της ψήφου.
Ανθεκτικότητα και προβάδισμα της ΝΔ
Παρά τη φθορά που λογικά συνεπάγεται η κυβερνητική θητεία και τις κρίσεις που αντιμετώπισε το τελευταίο διάστημα, η Νέα Δημοκρατία επιδεικνύει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα στις δημοσκοπήσεις. Η κυβερνώσα παράταξη εξακολουθεί να υπερτερεί καθαρά όλων των αντιπάλων της, διατηρώντας απόσταση ασφαλείας. Όλες οι μεγάλες δημοσκοπήσεις συμφωνούν σε προβάδισμα της ΝΔ με διψήφιες διαφορές – χαρακτηριστικά, η διαφορά της από το ΠΑΣΟΚ αποτυπώνεται γύρω στις 12-15 ποσοστιαίες μονάδες υπέρ της ΝΔ Αυτό συμβαίνει παρά το γεγονός ότι η πλειονότητα των πολιτών δηλώνει δυσαρεστημένη με την κυβέρνηση: σε έρευνα της GPO, το 79,6% αξιολογεί αρνητικά ή μάλλον αρνητικά το έργο της κυβέρνησης, ενώ μόλις το 27,2% θα ήθελε επανεκλογή κυβέρνησης ΝΔ με πρωθυπουργό τον Κυριάκο Μητσοτάκη – αντιθέτως, το 70,8% προτιμά “κάποια άλλη κυβέρνηση” μετά τις επόμενες εκλογές. Το παράδοξο αυτό εύρημα (έντονη δυσαρέσκεια αλλά ταυτόχρονα διατήρηση του προβαδίσματος της ΝΔ) εξηγείται από την αδυναμία της αντιπολίτευσης να καρπωθεί την κυβερνητική φθορά και την απουσία ενός εναλλακτικού πόλου εξουσίας. Με απλά λόγια, πολλοί ψηφοφόροι εμφανίζονται απογοητευμένοι από την κυβέρνηση, όμως δεν βρίσκουν συγκροτημένη εναλλακτική πρόταση να υποστηρίξουν, με αποτέλεσμα η ΝΔ να διατηρεί την πρωτοκαθεδρία της στην πρόθεση ψήφου.
Η ανθεκτικότητα της ΝΔ αποτυπώνεται και στην ανοδική τάση που καταγράφει σε ορισμένες πρόσφατες μετρήσεις. Μετά το αρχικό μετεκλογικό διάστημα όπου τα ποσοστά της υποχώρησαν (υπό το βάρος και δυσμενών εξελίξεων όπως η τραγωδία των Τεμπών στις αρχές του 2023), η ΝΔ δείχνει σημάδια ανάκαμψης. Σύμφωνα με ανάλυση του Protagon, η ανακοίνωση σημαντικών ενεργειακών συμφωνιών σε σύνοδο στο Ζάππειο έδωσε δημοσκοπικούς “πόντους” στη ΝΔ, εκτινάσσοντας την εκτίμηση εκλογικού αποτελέσματος για το κυβερνών κόμμα πάνω από το 30% – για πρώτη φορά μετά την έκρηξη του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ το περασμένο καλοκαίρι. Πράγματι, σε εκείνη την έρευνα της RealPolls σημειώνεται ότι η ΝΔ ανέβηκε στο 31% στην πρόβλεψη ψήφου, ενώ ακόμη και στην ακατέργαστη πρόθεση ψήφου βελτιώθηκε στο 24,2% (από 23,8% προηγουμένως). Αντίστοιχες τάσεις ανόδου της ΝΔ έχουν καταγράψει και άλλα γκάλοπ: στα μέσα Νοεμβρίου, τρεις ταυτόχρονες δημοσκοπήσεις (MRB, Metron, Pulse) συμφώνησαν όλες σε άνοδο της ΝΔ σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα. Είναι σαφές ότι η ΝΔ κατορθώνει να ανακάμπτει δημοσκοπικά όποτε η ατζέντα μετατοπίζεται σε ευνοϊκά για εκείνη θέματα, ενώ επωφελείται και από τη σύγκριση με μια αδύναμη αντιπολίτευση. Το γεγονός ότι δεν υπάρχει ενιαίο μέτωπο αντι-ΝΔ ψηφοφόρων αλλά μάλλον διάχυτη δυσαρέσκεια βοηθά το κυβερνών κόμμα να διατηρεί την πρωτιά του ακόμη και σε περιόδους γενικευμένης κοινωνικής δυσαρέσκειας.
Το κενό σοβαρής εναλλακτικής στα αριστερά
Σε πλήρη αντίθεση με την οργανωτική και δημοσκοπική κυριαρχία της ΝΔ, ο χώρος της αριστερής/προοδευτικής αντιπολίτευσης παρουσιάζει εικόνα πολύπλευρης κρίσης και κατακερματισμού. Μετά την εκλογική ήττα του 2023 και την αποχώρηση του Αλέξη Τσίπρα από την ηγεσία, ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία έχει περιέλθει σε κατάσταση ελεύθερης πτώσης. Οι δημοσκοπήσεις των τελευταίων μηνών εμφανίζουν το άλλοτε κυβερνών κόμμα να φλερτάρει με το όριο κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης (3%): σε έρευνες όπως της RealPolls/Protagon, ο ΣΥΡΙΖΑ μετρήθηκε μόλις στο 3,5% της πρόθεσης ψήφου ενώ στη μέτρηση της GPO για το Star περιορίστηκε στο 4,1% (καταγράφοντας επιπλέον πτώση 1,1 μονάδας σε σχέση με τον Σεπτέμβριο). Πρόκειται για δραματική συρρίκνωση ενός κόμματος που μόλις πριν λίγα χρόνια διεκδικούσε –και κέρδιζε– την εξουσία. Η νέα ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ (υπό τον Στέφανο Κασσελάκη) δεν έχει κατορθώσει μέχρι στιγμής να ανακόψει αυτή την καθοδική πορεία, με τις εσωκομματικές έριδες και αποχωρήσεις στελεχών να συμβάλλουν στην εικόνα διάλυσης.
Το κενό που αφήνει η κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει καλυφθεί από κάποιο άλλο αξιόμαχο αριστερό σχήμα – αντιθέτως, η προοδευτική αντιπολίτευση εμφανίζεται διασπασμένη σε πολλούς μικρούς πόλους, χωρίς ενιαία αντιπρόταση εξουσίας. Το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής μπορεί τυπικά να ανέλαβε ρόλο αξιωματικής αντιπολίτευσης μετά τις εκλογές (ως τρίτο κόμμα στη Βουλή, δεδομένης της άρνησης του ΣΥΡΙΖΑ να συμμετάσχει στις επαναληπτικές εκλογές του 2023), όμως δεν έχει κατορθώσει να συσπειρώσει την πλειοψηφία των δυσαρεστημένων ψηφοφόρων. Άλλα κόμματα στα αριστερά του κέντρου –όπως η Πλεύση Ελευθερίας της Ζωής Κωνσταντοπούλου, το ΚΚΕ, το νεότευκτο σχήμα Νέα Αριστερά, καθώς και μικρότεροι σχηματισμοί τύπου ΜέΡΑ25 ή Κίνημα Δημοκρατίας– αποσπούν μεν κάποια ποσοστά, αλλά κανένα δεν αναδεικνύεται ηγεμονικό. Η Πλεύση Ελευθερίας, που στις εκλογές του 2023 εξέπληξε μπαίνοντας στη Βουλή, είχε φτάσει δημοσκοπικά ως και το 7–8% στα μέσα του φθινοπώρου, όμως πλέον υποχωρεί αισθητά (μετρήθηκε στο 5,8% από την GPO, σημειώνοντας απώλειες 2,1 μονάδων). Σύμφωνα με αναλυτές, η πρόσκαιρη άνοδος της Πλεύσης τροφοδοτήθηκε από “αντισυστημική” ψήφο διαμαρτυρίας (π.χ. ηγετικός ρόλος της Κωνσταντοπούλου στην υπόθεση του απεργού πείνας Π. Ρούτσι), η οποία όμως δεν είχε σταθερά χαρακτηριστικά. Πλέον, με την ύφεση ορισμένων θεμάτων αιχμής, μέρος αυτού του κοινού φαίνεται να επιστρέφει είτε στην αποχή είτε σε πιο παραδοσιακές επιλογές, όπως το ΠΑΣΟΚ.
Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΚΚΕ) διατηρεί σχετικά σταθερή παρουσία γύρω στο 6–8%, ανεβάζοντας ελαφρώς τα ποσοστά του το τελευταίο διάστημα. Ωστόσο, λόγω των γνωστών ιδεολογικών του θέσεων, το ΚΚΕ δεν διεκδικεί ρόλο κυβερνητικού εταίρου στο υφιστάμενο σύστημα εξουσίας, συνεπώς δεν αποτελεί στα μάτια του ευρύτερου εκλογικού σώματος μια εναλλακτική “πρόταση εξουσίας”. Το κενό αυτό μιας σοβαρής, αξιόπιστης εναλλακτικής πρότασης διακυβέρνησης από τα αριστερά παραμένει εμφανές. Κανένα κόμμα της αντιπολίτευσης δεν έχει συγκεντρώσει το απαραίτητο πολιτικό κεφάλαιο ώστε να αμφισβητήσει δυναμικά την πρωτοκαθεδρία της κυβέρνησης. Αυτό ακριβώς το κενό στην αντιπολίτευση –η αδυναμία των υπαρχόντων κομμάτων να καρπωθούν τη λαϊκή δυσαρέσκεια– συντηρεί σε μεγάλο βαθμό το προβάδισμα της ΝΔ, όπως προαναφέρθηκε.
Η καθήλωση του ΠΑΣΟΚ στα μεσαία ποσοστά
Ιδιαίτερης μνείας χρήζει ο ρόλος του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, το οποίο de facto έχει αναδειχθεί ως ο μεγαλύτερος πόλος της αντιπολίτευσης στον κεντροαριστερό χώρο. Παρά την ευκαιρία που παρουσιάστηκε μετά την αποδυνάμωση του ΣΥΡΙΖΑ, το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη δεν έχει πετύχει κάποια θεαματική εκτόξευση της επιρροής του. Αντίθετα, κινείται στάσιμα σε μεσαία ποσοστά, γύρω στο επίπεδο των τελευταίων εκλογικών του επιδόσεων. Στις περισσότερες δημοσκοπήσεις του φθινοπώρου, το ΠΑΣΟΚ καταγράφεται μεταξύ 10% και 14% – ποσοστό σαφώς βελτιωμένο σε σχέση με τα ιστορικά χαμηλά του παρελθόντος, αλλά ανεπαρκές για να διεκδικήσει ηγεμονικό ρόλο. Για παράδειγμα, στην έρευνα της Marc που δημοσιεύτηκε πρόσφατα, το ΠΑΣΟΚ επανήλθε σε διψήφιο ποσοστό 10% (από 8,6% τον προηγούμενο μήνα), ενώ στην προαναφερθείσα GPO έπιασε 12,6% (κέρδος μόλις +0,3%). Η εικόνα καθηλωμένης δύναμης επιβεβαιώνεται και από την εκτίμηση ψήφου: ο μέσος όρος αναγωγής Νοεμβρίου δίνει στο ΠΑΣΟΚ ~14%, δηλαδή λίγο πάνω από το αποτέλεσμα των εκλογών του ‘23, χωρίς όμως δυναμική περαιτέρω ανόδου.
Πέρα από τα ποσοτικά στοιχεία, σημασία έχει και η ποιοτική αξιολόγηση της παρουσίας του ΠΑΣΟΚ ως αξιωματικής αντιπολίτευσης. Και εδώ τα νέα δεν είναι ενθαρρυντικά για τη Χαριλάου Τρικούπη: σε πανελλαδική δημοσκόπηση, το 81,7% των ερωτηθέντων αξιολογεί αρνητικά ή μάλλον αρνητικά το έργο του ΠΑΣΟΚ στην θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Με άλλα λόγια, η συντριπτική πλειονότητα δεν θεωρεί ότι το ΠΑΣΟΚ έχει ανταποκριθεί επαρκώς στον ρόλο του ως αντίβαρο στην κυβέρνηση, γεγονός που εξηγεί γιατί δεν σημειώνει ραγδαία άνοδο παρά τη φθορά της ΝΔ. Οι πολίτες φαίνεται να αναγνωρίζουν την έλλειψη μιας πειστικής αντιπολιτευτικής πρότασης: χαρακτηριστικά, το κυβερνητικό αφήγημα συνοψίζεται στη φράση «Μητσοτάκης ή χάος», υποδηλώνοντας ότι «δεν υπάρχει εναλλακτική κυβέρνηση» – ένα δόγμα που, έως τώρα, δεν έχει αντικρουστεί πειστικά από την αντιπολίτευση. Το ΠΑΣΟΚ προσπαθεί μεν να ενισχύσει τα ποσοστά του, απευθυνόμενο σε ένα κεντρογενές ακροατήριο, όμως ακόμη δεν έχει καταφέρει να διεμβολίσει αποφασιστικά ούτε τη βάση της ΝΔ από τα δεξιά, ούτε να απορροφήσει πλήρως τους απογοητευμένους αριστερούς ψηφοφόρους. Η περιορισμένη δυναμική του ΠΑΣΟΚ συμβάλλει στη γενικότερη εικόνα αδυναμίας της αντιπολίτευσης να απειλήσει την κυριαρχία της ΝΔ.
Ο παράγοντας Τσίπρας και τα σενάρια νέου κόμματος
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, ένα μεγάλο ερώτημα που πλανάται είναι τι θα συμβεί αν ο Αλέξης Τσίπρας αποφασίσει να ιδρύσει νέο κόμμα. Ο πρώην πρωθυπουργός, μετά την παραίτησή του από την προεδρία του ΣΥΡΙΖΑ, παραμένει πολιτικά ενεργός (π.χ. με την έκδοση βιβλίου-απολογισμού) και δεν έχει αποκλείσει το ενδεχόμενο ηγεσίας ενός νέου φορέα της κεντροαριστεράς. Οι δημοσκοπικές εταιρείες ήδη δοκιμάζουν σενάρια «κόμματος Τσίπρα» και τα ευρήματα δείχνουν ότι θα μπορούσε να αναδιατάξει σημαντικά τις ισορροπίες στην αντιπολίτευση. Συγκεκριμένα, καταγράφεται μια αξιοσημείωτη δεξαμενή δυνητικών ψηφοφόρων για ένα υποθετικό νέο κόμμα υπό τον Τσίπρα. Σύμφωνα με την τελευταία έρευνα της GPO, το 11,8% των ερωτηθέντων δηλώνει “πολύ πιθανό” να ψήφιζε ένα κόμμα Τσίπρα, ενώ επιπλέον 10% το θεωρεί “αρκετά πιθανό” – αθροιστικά δηλαδή περίπου 22% δυνητική εκλογική επιρροή του νέου φορέα. Το ποσοστό αυτό μάλιστα εμφανίζεται αυξημένο κατά 2,4 μονάδες σε σχέση με τον Σεπτέμβριο, ένδειξη ότι η παρουσία του Τσίπρα στην επικαιρότητα (μέσω συνεντεύξεων και του βιβλίου του) ενίσχυσε την προθυμία μέρους του κοινού να τον ακολουθήσει πολιτικά.
Βεβαίως, πρέπει να σημειωθεί ότι τέτοιου είδους ερωτήματα αποτυπώνουν δυνητικές προθέσεις και όχι πραγματική πρόθεση ψήφου, όμως δίνουν μια εικόνα της απήχησης που θα μπορούσε να έχει ο πρώην πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ. Περίπου 1 στους 5 ψηφοφόρους εμφανίζεται ανοικτός στο ενδεχόμενο να στηρίξει ένα νέο εγχείρημα του Τσίπρα – ποσοστό όχι αρκετό για αυτοδυναμία, αλλά ικανό να καταστήσει το υποθετικό κόμμα του μία ισχυρή αντιπολιτευτική φωνή. Οι δημοσκοπήσεις αυτές επιβεβαιώνουν ότι ο Τσίπρας διατηρεί ισχυρή επιρροή στον χώρο της αριστεράς: για παράδειγμα, το 92% των ψηφοφόρων του σημερινού ΣΥΡΙΖΑ δηλώνουν ότι τον εμπιστεύονται πολύ ή αρκετά σε περίπτωση επιστροφής του με νέο κόμμα. Επιπλέον, σημειώνεται συντριπτική διαρροή από το υπάρχον αριστερό κοινό προς τον Τσίπρα: σε άλλη μέτρηση, το 65% των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ στις τελευταίες ευρωεκλογές εμφανίζονται πρόθυμοι να στηρίξουν ένα νέο κόμμα Τσίπρα, ενώ αντίστοιχα υψηλή (άνω του 60%) είναι η προθυμία και μεταξύ των ψηφοφόρων της “Νέας Αριστεράς” – ενός μικρού κόμματος που συγκροτήθηκε από πρώην στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ. Σημαντική είναι και η διείσδυση του σε άλλες “δεξαμενές”: περίπου 1 στους 4 ψηφοφόρους της Πλεύσης Ελευθερίας (24,1%) και σχεδόν 1 στους 5 του ΚΚΕ (19,1%) δηλώνουν ότι θα εξέταζαν θετικά ένα κόμμα Τσίπρα. Ακόμη και στο κεντροαριστερό κοινό του ΠΑΣΟΚ, ένα αξιοσημείωτο 13% αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο ψήφου σε κόμμα υπό τον πρώην πρωθυπουργό.
Τα παραπάνω στοιχεία δείχνουν ότι ένα κόμμα υπό τον Αλέξη Τσίπρα θα συγκέντρωνε εξαρχής έναν “σκληρό πυρήνα” υποστηρικτών γύρω στο 9–12% (πολύ πιθανή ψήφος) και θα μπορούσε να επεκταθεί σε δυνητικά επίπεδα της τάξης του 20% με βάση τη σημερινή δεξαμενή. Ένα τέτοιο εγχείρημα θα είχε σοβαρές επιπτώσεις: αφενός, πιθανότατα θα εξαφάνιζε εκλογικά τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και θα απορροφούσε μικρότερους σχηματισμούς του αριστερού χώρου (οι περισσότεροι από τους οποίους, όπως είδαμε, είναι ήδη πρόθυμοι για συμπόρευση). Αφετέρου, ο Τσίπρας θα επανατοποθετούσε τον εαυτό του στο επίκεντρο της αντιπολίτευσης, επιχειρώντας να καλύψει το υπάρχον αντιπολιτευτικό κενό. Μια πλειοψηφία 23,9% του γενικού δείγματος πιστεύει ότι η ίδρυση κόμματος Τσίπρα μπορεί να καλύψει το αντιπολιτευτικό κενό που παρατηρείται σήμερα. Ωστόσο, όπως επισημαίνουν αναλυτές, η απήχηση αυτή δεν ισοδυναμεί με προοπτική πλειοψηφίας ικανής να διεκδικήσει διακυβέρνηση – τουλάχιστον όχι χωρίς συνεργασίες. Ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας δείχνει να μην βιάζεται να κάνει το επόμενο βήμα, ενδεχομένως αναμένοντας ευνοϊκότερες συνθήκες και αποφεύγοντας να διαταράξει το ευνοϊκό δημοσκοπικό περιβάλλον προτού υπάρξουν ώριμες προϋποθέσεις για την ίδρυση του νέου φορέα.
Προοπτικές και πιθανά εκλογικά σενάρια
Με βάση τα σημερινά δεδομένα, ποια είναι τα πιθανότερα σενάρια για τις επόμενες βουλευτικές εκλογές; Η εικόνα που αναδύεται από τις δημοσκοπήσεις υποδεικνύει ότι η Νέα Δημοκρατία παραμένει το φαβορί για την πρωτιά, όμως η επίτευξη αυτοδυναμίας μόνο βέβαιη δεν είναι. Το εκλογικό σύστημα που θα ισχύσει (ενισχυμένη αναλογική με μπόνους εδρών στο πρώτο κόμμα) δίνει πλεονέκτημα στη ΝΔ, αλλά η μεγάλη διασπορά ψήφων σε πολλά κόμματα σημαίνει ότι η αυτοδυναμία θα εξαρτηθεί από το πόσα κόμματα θα μπουν τελικά στη Βουλή και τι ποσοστό θα συγκεντρώσει ο πρώτος. Αυτή τη στιγμή, η ΝΔ εμφανίζεται «να απέχει πολύ από τον πήχυ της αυτοδυναμίας» δημοσκοπικά, ενώ το κομματικό σκηνικό είναι πλήρως κατακερματισμένο. Είναι ενδεικτικό ότι οι έξι στους δέκα πολίτες (60%) δηλώνουν πως δεν τους ανησυχεί καθόλου το ενδεχόμενο μη αυτοδυναμίας – έχουν, δηλαδή, προεξοφλήσει ότι πιθανότατα δεν θα υπάρξει μονοκομματική κυβέρνηση στις επόμενες εκλογές και δεν το βλέπουν απαραίτητα ως πρόβλημα.
Σε αυτό το πλαίσιο, τα κομματικά επιτελεία ήδη κάνουν υπολογισμούς για μετεκλογικές συνεργασίες. Όπως όλα δείχνουν, είναι σχεδόν αδύνατος ο σχηματισμός κυβέρνησης χωρίς τη συμμετοχή του πρώτου κόμματος (δηλαδή της ΝΔ), δεδομένου ότι οι υπόλοιπες δυνάμεις αδυνατούν να πιάσουν αθροιστικά την απαιτούμενη πλειοψηφία. Αν δεν προκύψει αυτοδύναμη ΝΔ, δύο είναι οι ρεαλιστικές εκδοχές κυβέρνησης συνεργασίας που προκύπτουν αριθμητικά με τα σημερινά δημοσκοπικά δεδομένα:
- Συγκυβέρνηση ΝΔ – ΠΑΣΟΚ: Σύμφωνα με ανάλυση των «Νέων», ένας συνασπισμός του πρώτου και του τρίτου κόμματος θα μπορούσε να διαθέτει άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία (περί τις 175 έδρες με βάση την πρόθεση ψήφου της δημοσκόπησης GPO/Παραπολιτικά). Παρά τις πολιτικές διαφορές τους, ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα αποτελούσε κεντρογενή, σταθεροποιητική λύση – αν και ο Νίκος Ανδρουλάκης έχει αποφύγει μέχρι στιγμής οποιαδήποτε δέσμευση, κρατώντας κλειστά τα χαρτιά του για μετεκλογικές συνεργασίες.
- Συγκυβέρνηση ΝΔ – Ελληνικής Λύσης: Το δεύτερο σενάριο θα ήταν μια δεξιότερη κυβερνητική σύμπραξη, με την είσοδο της Ελληνικής Λύσης του Κυριάκου Βελόπουλου. Μια τέτοια συμμαχία εκτιμάται ότι θα αθροίσει γύρω στις 165 έδρες. Ωστόσο, πολιτικά θα συνιστούσε στροφή της ΝΔ προς τα δεξιά και πιθανώς θα αντιμετωπιζόταν με επιφυλάξεις, δεδομένων των διαφορών ύφους και θέσεων μεταξύ των δύο κομμάτων. Μέχρι στιγμής, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει αποφύγει να προσεγγίσει την Ελληνική Λύση και επαναφέρει διαρκώς το αίτημα της αυτοδυναμίας, θέλοντας να αποφύγει συζητήσεις περί συνεργασιών.
Από εκεί και πέρα, δεν φαίνεται ρεαλιστική καμία κυβέρνηση “χωρίς τη ΝΔ”. Ένα υποθετικό αντι-ΝΔ μέτωπο όλων των λοιπών κομμάτων (ΠΑΣΟΚ, κόμμα Τσίπρα αν ιδρυθεί, ΚΚΕ, Πλεύση κ.ά.) θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να συγκροτηθεί, τόσο αριθμητικά όσο και πολιτικά. Ακόμη και αν άθροιζαν θεωρητικά την πλειοψηφία των εδρών –κάτι αμφίβολο– θα υπήρχαν αγεφύρωτες ιδεολογικές διαφορές (π.χ. το ΚΚΕ δεν συμμετέχει σε κυβερνήσεις συνεργασίας, η Πλεύση έχει ιδιότυπη ατζέντα, το ΠΑΣΟΚ δύσκολα θα συμπορευόταν με ριζοσπαστικές δυνάμεις κ.ο.κ.). Επομένως, το πρώτο κόμμα μετά τις εκλογές θα έχει τον “πρώτο λόγο” στις διερευνητικές εντολές, και αυτό το κόμμα –με τα σημερινά δεδομένα– αναμένεται να είναι η ΝΔ.
Όσον αφορά το σενάριο εισόδου του Αλέξη Τσίπρα στην κούρσα με δικό του κόμμα, αυτό πιθανότατα θα αναδιαμορφώσει τον χάρτη της αντιπολίτευσης αλλά όχι απαραίτητα το τελικό αποτέλεσμα ως προς την πρωτιά. Ένα κόμμα Τσίπρα, όπως αναλύθηκε, θα συγκέντρωνε μεγάλο μέρος του κατακερματισμένου αριστερού χώρου υπό μία στέγη – ενδεχομένως θα εκτόπιζε το ΠΑΣΟΚ από τη δεύτερη θέση, καθιστώντας τον ίδιο τον Τσίπρα επικεφαλής της αντιπολίτευσης. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε λιγότερα κόμματα στη Βουλή (καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ και η Νέα Αριστερά πιθανότατα θα εξαφανιστούν απορροφώμενα), ίσως ευνοώντας έτσι την κατανομή των εδρών υπέρ του πρώτου κόμματος. Από την άλλη, θα τερμάτιζε την πολυδιάσπαση στα αριστερά, κάτι που μακροπρόθεσμα ίσως ενισχύσει τη συνολική εκλογική δύναμη του προοδευτικού χώρου. Ωστόσο, ακόμη και σε αυτό το υποθετικό σενάριο, η ΝΔ δύσκολα θα χάσει την πρωτιά, δεδομένου ότι το προβάδισμά της είναι ισχυρό και ο νέος φορέας του Τσίπρα θα ξεκινήσει μεν δυναμικά αλλά όχι από θέση διεκδίκησης αυτοδύναμης πλειοψηφίας. Εκείνο που θα άλλαζε είναι ότι ο χώρος της αντιπολίτευσης θα είχε έναν σαφέστερο πόλο (το κόμμα Τσίπρα) γύρω από τον οποίο θα μπορούσε να συσπειρωθεί μεγαλύτερο μέρος των αντικυβερνητικών ψηφοφόρων.
Συμπερασματικά, αν οι τάσεις των τελευταίων μηνών διατηρηθούν, οι επόμενες εκλογές προδιαγράφονται ως εξής: Η Νέα Δημοκρατία αναμένεται να τερματίσει πρώτη, αξιοποιώντας τόσο το προβάδισμα της όσο και το μπόνους του εκλογικού νόμου, χωρίς όμως να είναι βέβαιο ότι θα πετύχει αυτοδυναμία. Η αντιπολίτευση, στην παρούσα μορφή της, μοιάζει ανίκανη να ανατρέψει τους συσχετισμούς – εκτός απροόπτου, ο μόνος παράγοντας που θα μπορούσε να δώσει νέα δυναμική θα ήταν η εμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα με νέο κόμμα, το οποίο όμως περισσότερο θα ανασυντάξει τον προοδευτικό χώρο παρά θα απειλήσει την πρωτιά της ΝΔ. Τα πιο πιθανά σενάρια είναι είτε μια αυτοδύναμη κυβέρνηση της ΝΔ (αν ευνοηθεί από τις συνθήκες και το εκλογικό μπόνους), είτε μια κυβέρνηση συνεργασίας με κορμό τη ΝΔ, πιθανότατα με το ΠΑΣΟΚ ως εταίρο. Σε κάθε περίπτωση, το «δόγμα Μητσοτάκη» περί σταθερότητας έναντι χάους θα συνεχίσει να παίζει ρόλο κεντρικού διακυβεύματος της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης: η ΝΔ θα ζητήσει ισχυρή εντολή για να κυβερνήσει μόνη, ενώ η αντιπολίτευση θα πρέπει να πείσει ότι μπορεί να αποτελέσει βιώσιμη εναλλακτική. Μέχρι στιγμής, η ανθεκτικότητα της ΝΔ και η έλλειψη σοβαρού αντίπαλου δέους στα αριστερά καθιστούν ως πιθανότερη εξέλιξη τη συνέχιση της κεντροδεξιάς κυριαρχίας, είτε υπό μονοκομματική μορφή είτε μέσω μιας ευρύτερης σύμπραξης υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
