Στο Παρίσι, οι κυβερνήσεις πέφτουν σαν τα φύλλα του φθινοπώρου. Στο Βερολίνο, η οικονομία παραπαίει με μηδενικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Η Ευρώπη των δύο μεγαλύτερων οικονομιών της αντιμετωπίζει μια κρίση που δεν έχει να κάνει με τις αγορές, τα spreads ή τις τράπεζες. Πρόκειται για μια πολύ πιο βαθιά και επικίνδυνη κρίση: την αδυναμία να μεταρρυθμίσει ένα κοινωνικό μοντέλο που έχει καταστεί μη βιώσιμο, ενώ παράλληλα ένας πληθυσμός που γερνάει και συνήθισε σε γενναιόδωρες παροχές αρνείται να αποδεχθεί την αναγκαιότητα της αλλαγής.
Το πρόβλημα δεν είναι θεωρητικό ούτε μακρινό. Είναι εδώ, είναι τώρα, και εκδηλώνεται με τον πιο θεαματικό τρόπο στη Γαλλία, όπου η πολιτική αστάθεια έχει γίνει το νέο κανονικό. Η χώρα που κάποτε θεωρούνταν ο πυρήνας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης δεν μπορεί πλέον να βρει κυβέρνηση και πρωθυπουργό που να αντέχουν περισσότερο από λίγους μήνες. Η αιτία; Μια συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση που σε οποιαδήποτε άλλη εποχή θα θεωρούνταν μετριοπαθής: η αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης από τα 62 στα 64 έτη και η αναθεώρηση των «ειδικών καθεστώτων» που επέτρεπαν σε ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων να συνταξιοδοτούνται νωρίτερα.
Το γαλλικό παράδοξο: Πλούσια χώρα, φτωχή σε λύσεις
Η Γαλλία είναι ένα από τα πλουσιότερα κράτη στον πλανήτη, με ισχυρή βιομηχανία, δυναμική γεωργία και μια οικονομία που παραμένει ανταγωνιστική σε πολλούς τομείς. Ωστόσο, το 34% του ΑΕΠ της διοχετεύεται σε δαπάνες για το «κοινωνικό κράτος» – ένα ποσοστό που αποτελεί παγκόσμιο ρεκόρ. Αυτό το ποσοστό περιλαμβάνει συντάξεις, επιδόματα ανεργίας, υγειονομική περίθαλψη και ένα πλέγμα κοινωνικών παροχών που έχει εξελιχθεί σε ιερή αγελάδα της γαλλικής κοινωνίας.
Το πρόβλημα είναι ότι αυτό το σύστημα δημιουργήθηκε σε μια εποχή με διαφορετική δημογραφική πραγματικότητα. Όταν η Γαλλία είχε νεαρό πληθυσμό και ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης, η γενναιοδωρία του κράτους ήταν διαχειρίσιμη. Σήμερα, με έναν πληθυσμό που γερνάει ραγδαία και με ρυθμούς ανάπτυξης που παραμένουν χλιαροί, η εξίσωση δεν βγαίνει. Κάθε απόπειρα να ισορροπήσει τα βιβλία με μετριοπαθείς μεταρρυθμίσεις συναντά την άμεση και σφοδρή αντίδραση των συνδικάτων, των κοινωνικών κινημάτων και ενός σημαντικού τμήματος της αντιπολίτευσης που εκτείνεται από την άκρα αριστερά έως την άκρα δεξιά.
Το αποτέλεσμα είναι μια χώρα παγιδευμένη σε έναν φαύλο κύκλο: οι μεταρρυθμίσεις είναι αναγκαίες για τη βιωσιμότητα του συστήματος, αλλά πολιτικά ανέφικτες. Οι κυβερνήσεις που τολμούν να τις προωθήσουν καταρρέουν, ενώ αυτές που αποφεύγουν τη σύγκρουση απλώς μετακυλύουν το πρόβλημα στους διαδόχους τους. Η Γαλλία, με άλλα λόγια, έχει μετατραπεί σε μια πολιτική δημοκρατία όπου η λαϊκή βούληση συγκρούεται ευθέως με την οικονομική αναγκαιότητα, και κανείς δεν φαίνεται να έχει τη συνταγή για την έξοδο από το αδιέξοδο.
Η γερμανική παραδοξολογία: Πειθαρχία που οδηγεί σε στασιμότητα
Αν η Γαλλία είναι το παράδειγμα της πολιτικής ακυβερνησίας, η Γερμανία αντιπροσωπεύει μια διαφορετική παραλλαγή της ίδιας κρίσης. Η «ατμομηχανή» της Ευρώπης έχει χάσει τον ατμό της, και οι δείκτες είναι ανησυχητικοί. Το 31,2% του γερμανικού ΑΕΠ κατευθύνεται σε κοινωνικές παροχές – το λεγόμενο Sozialstaatsquote. Για να κατανοήσει κανείς τη μεγάλη εικόνα, αξίζει να κοιτάξει την ιστορική εξέλιξη: το 1960, το ποσοστό ήταν μόλις 18,3%. Το 2010 είχε φτάσει στο 30%, μετά την πανδημία εκτινάχθηκε στο 33,4%, και το 2024 παρέμεινε στο 31,2%.
Αυτή η ανοδική πορεία δεν οφείλεται μόνο στη γήρανση του πληθυσμού, αλλά και σε μια σειρά επιδομάτων που, ενώ προστατεύουν τους ανέργους και τους ευάλωτους, λειτουργούν ταυτόχρονα ως αντικίνητρα για την επιστροφή στην αγορά εργασίας. Το επίδομα Bürgergeld, για παράδειγμα, προσφέρει εισόδημα που αντιστοιχεί σε έναν κανονικό χαμηλό μισθό. Το αποτέλεσμα είναι προφανές: γιατί κάποιος να αναζητήσει δύσκολη και χαμηλά αμειβόμενη εργασία όταν μπορεί να επιβιώσει χωρίς αυτήν;
Παράλληλα, η Γερμανία εξακολουθεί να εμφανίζει μηδενικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Η περίφημη γερμανική βιομηχανία, ιδιαίτερα ο αυτοκινητοβιομηχανικός κλάδος, χάνει έδαφος έναντι ασιατικών ανταγωνιστών. Η ενεργειακή κρίση και η απομάκρυνση από το φθηνό ρωσικό φυσικό αέριο έχουν πλήξει την ανταγωνιστικότητα. Και το κράτος, αντί να επενδύει σε υποδομές, καινοτομία και παραγωγικότητα, αναγκάζεται να αυξάνει τη φορολογία για να καλύψει τα αυξανόμενα ελλείμματα του κοινωνικού προϋπολογισμού.
Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη γερμανική ειρωνεία: η περιβόητη δημοσιονομική πειθαρχία, που για δεκαετίες αποτελούσε το πρότυπο για την υπόλοιπη Ευρώπη, έχει μετατραπεί σε εμπόδιο. Η επιμονή για μηδενικά ελλείμματα περιορίζει δραστικά τις δυνατότητες του κράτους να πραγματοποιήσει τις απαραίτητες επενδύσεις που θα μπορούσαν να επαναφέρουν την ανάπτυξη. Η Γερμανία, με άλλα λόγια, έχει παγιδευτεί σε μια λογική όπου η βραχυπρόθεσμη δημοσιονομική ορθοδοξία θυσιάζει τη μακροπρόθεσμη οικονομική ευημερία.
Το δημογραφικό τσουνάμι που έρχεται
Πίσω από όλα αυτά κρύβεται ο ελέφαντας στο δωμάτιο: η δημογραφική κρίση. Η Ευρώπη γερνάει με ταχύτατους ρυθμούς. Οι γεννήσεις μειώνονται, το προσδόκιμο ζωής αυξάνεται, και ο λόγος εργαζομένων προς συνταξιούχους χειροτερεύει συνεχώς. Κάθε χρόνο που περνά, λιγότεροι εργαζόμενοι καλούνται να υποστηρίξουν περισσότερους συνταξιούχους. Αυτή η αλλαγή δεν είναι απλώς μια στατιστική παρατήρηση – είναι μια θεμελιώδης μετατόπιση που απειλεί την ίδια τη βάση του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου.
Το πρόβλημα επιτείνεται από το γεγονός ότι οποιαδήποτε συζήτηση για μεταρρύθμιση συναντά την αντίδραση των ισχυρών συνδικάτων και ενός εκλογικού σώματος που έχει συνηθίσει σε γενναιόδωρες παροχές. Οι πολιτικοί, φοβούμενοι την εκλογική τιμωρία, αποφεύγουν τις δύσκολες αποφάσεις. Το αποτέλεσμα είναι μια κοινωνία που ζει πέρα από τις δυνατότητές της, κλείνοντας τα μάτια στο γεγονός ότι η απόλαυση του σήμερα χρηματοδοτείται εν μέρει με το χρέος των επόμενων γενεών.
Ο χρονοδιακόπτης που έχει τεθεί σε λειτουργία
Η μεταφορά για τη «γερμανική βόμβα» δεν είναι υπερβολική. Κάθε χρόνο που περνά χωρίς ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις, το πρόβλημα μεγαλώνει. Οι δημογραφικές τάσεις είναι αμείλικτες, η δημοσιονομική πίεση αυξάνεται, και η πολιτική θέληση για αλλαγή απουσιάζει. Το ερώτημα δεν είναι αν η έκρηξη θα έρθει, αλλά πότε και με ποια μορφή.
Η Γαλλία και η Γερμανία αντιμετωπίζουν το ίδιο δίλημμα από διαφορετικές γωνίες: πώς να διατηρήσουν ένα κοινωνικό μοντέλο που είναι βαθιά ριζωμένο στην ευρωπαϊκή ταυτότητα, ενώ παράλληλα το προσαρμόζουν στις νέες οικονομικές και δημογραφικές πραγματικότητες. Η αποτυχία να βρεθεί αυτή η ισορροπία δεν απειλεί μόνο τις δύο χώρες, αλλά ολόκληρο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Διότι αν οι δύο μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρώπης δεν μπορούν να λύσουν το πρόβλημα του κοινωνικού κράτους, τότε η υπόλοιπη ήπειρος θα βρεθεί αναπόφευκτα στη σκιά της ίδιας κρίσης.
Ο χρονοδιακόπτης μετράει. Και κανείς δεν ξέρει πόσο χρόνο έχει απομείνει.
