
Το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα αντιμετωπίζει σημαντικές δομικές προκλήσεις λόγω ενός κατακερματισμένου ρυθμιστικού τοπίου και της έλλειψης ολοκληρωμένων μηχανισμών προστασίας καταθετών. Παρά τις μεταρρυθμίσεις μετά την κρίση, οι ευρωπαϊκές τράπεζες παραμένουν μικρότερες και λιγότερο κερδοφόρες σε σχέση με τους διεθνείς ανταγωνιστές τους, επιβαρυμένες από υψηλά κόστη συμμόρφωσης. Όπως σημειώνει η Επίτροπος Μαρία Λουίς Αλμπουκέρκε, ενώ οι ισολογισμοί των ευρωπαϊκών τραπεζών έχουν ενισχυθεί, αυτές «λειτουργούν μέσα σε ένα κατακερματισμένο τοπίο που περιορίζει την ικανότητά τους να κλιμακώνονται, να καινοτομούν και να ανταγωνίζονται ισότιμα». Η λύση που προωθεί η εποπτεία είναι μια βαθύτερη τραπεζική και χρηματοπιστωτική ενοποίηση, ώστε να αποδεσμευθούν πόροι για δανεισμό, ψηφιακό μετασχηματισμό και επενδύσεις.
- Σύμφωνα με το ΔΝΤ, τα εσωτερικά εμπόδια στην Ενιαία Αγορά ισοδυναμούν με «δασμούς» 44% στα εμπορεύματα και 110% στις υπηρεσίες. Για παράδειγμα, η μη πλήρης απελευθέρωση των διασυνοριακών τραπεζικών υπηρεσιών λειτουργεί ως «αόρατος δασμός» 110% εις βάρος της ευρωπαϊκής ανάπτυξης.
- Στο τέλος του 2023 ο άμεσος διασυνοριακός τραπεζικός δανεισμός εντός ευρωζώνης έφτασε μόλις τα €1,03 τρισ., δηλαδή το 14,1% του συνολικού δανεισμού των τραπεζών προς ιδιώτες. Σε επίπεδο ομίλων τραπεζών οι διασυνοριακές εκθέσεις (συμπεριλαμβανομένων ενδοομιλικών) αυξήθηκαν κατά 67%, φτάνοντας €1,72 τρισ. στα τέλη 2023. Οι αριθμοί αυτοί δείχνουν ότι η διασυνοριακή δραστηριότητα παραμένει περιορισμένη.
- Αντίθετα, οι καταθέσεις των πολιτών στην Ευρωπαϊκή Ένωση προσεγγίζουν τα 11 τρισ. ευρώ. Το γεγονός ότι τόσο μεγάλη ρευστότητα «κάθεται» σε εγχώριες καταθέσεις, ενώ παράλληλα λείπουν ευέλικτα επενδυτικά προϊόντα, υπογραμμίζει την ανάγκη για βαθύτερο συγχρονισμό των τραπεζών με κεφαλαιαγορές.
Ρυθμιστική απλοποίηση και καινοτομία
Οι ευρωπαϊκές τράπεζες κρίνουν τις ρυθμίσεις ως εξαιρετικά πολύπλοκες, ειδικά μετά τις μεταρρυθμίσεις μετά το 2010. Όπως αναγνωρίζει η Επίτροπος Αλμπουκέρκε, ορισμένες επικρίσεις για την πολυπλοκότητα του ρυθμιστικού πλαισίου «είναι κατανοητές», και πολλά από τα θετικά αποτελέσματα των κανόνων θα μπορούσαν να επιτευχθούν με μικρότερες γραφειοκρατικές τριβές. Στόχος είναι η σταδιακή απλοποίηση του rulebook, όχι για να χαλαρώσουν τα κεφαλαιακά πρότυπα, αλλά για να καταστούν οι κανόνες πιο αναλογικοί, συνεπείς και προβλέψιμοι. Μια τέτοια απλοποίηση, σε συνδυασμό με ενιαία εφαρμογή των κανόνων, θα απελευθέρωνε πόρους για νέα δάνεια και νέες τεχνολογίες, ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητα. Σε αυτό το πλαίσιο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη προωθήσει νομοθετικές πρωτοβουλίες απλοποίησης (π.χ. το πρώτο Omnibus του 2025).
Ενίσχυση διασυνοριακής ενοποίησης
Για να αυξηθεί το μέγεθος και η αποδοτικότητα των ευρωπαϊκών τραπεζών, κρίνεται αναγκαία η εμβάθυνση των διασυνοριακών συγχωνεύσεων και συνεργασιών. Όπως επισημαίνεται, «κανένας από εμάς (πόλεις) δεν είναι αρκετά μεγάλος» για να ανταγωνιστεί μόνος του κι απ’ αυτή την άποψη «χρειαζόμαστε εταιρείες και τράπεζες που μπορούν να ανταγωνιστούν τους μεγάλους διεθνείς χρηματοπιστωτικούς ομίλους, προσφέροντας καλύτερες υπηρεσίες με ανταγωνιστικότερες τιμές». Ωστόσο, η ενοποίηση φράζεται από εθνικά εμπόδια (φορολογικά, πτωχευτικά, προστατευτισμό), που αντιστοιχούν σε σημαντικά «έμμεσα κόστη».
Παράλληλα με τη μεταρρύθμιση κανόνων, προωθούνται πρακτικά μέτρα: για παράδειγμα, μελέτες της ΕΚΤ προτείνουν την «μετατροπή υποκαταστημάτων σε παραρτήματα» (branchification) ως προσωρινό μονοπάτι προς ενοποίηση, καθώς έτσι θα αποδεσμευτούν κεφάλαια εντός κοινού νομικού σχήματος. Η ΕΚΤ τονίζει ότι, σε μια τέτοια δομή, οι εποπτικές αποφάσεις λαμβάνονται με κριτήριο μόνο την ευστάθεια της τράπεζας, αγνοώντας εθνικά στεγανά.
Κοινή εγγύηση καταθέσεων
Στις προσπάθειες ολοκλήρωσης της Τραπεζικής Ένωσης, ο κοινός Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Εγγύησης Καταθέσεων (EDIS) θεωρείται «το κρίσιμο ελλείπον στοιχείο». Επί του παρόντος, σε περίπτωση κρίσης, η αξιοπιστία μιας τράπεζας εξακολουθεί να συνδέεται στενά με τη δύναμη του εθνικού φορέα εγγύησης καταθέσεων και την πιστοληπτική ικανότητα του αντίστοιχου κράτους. Με το EDIS, αυτή η συσχέτιση θα χαλάρωνε, καθώς θα αλληλοϋποστηριζόταν η προστασία των καταθετών σε όλα τα κράτη μέλη. Όπως επισημαίνει εκπρόσωπος της ΕΚΤ, η υλοποίηση ενός κοινoύ σχήματος «θα ενίσχυε την εμπιστοσύνη ότι οι καταθέτες απολαμβάνουν ίση προστασία ανεξαρτήτως της χώρας όπου βρίσκεται η τράπεζά τους». Χωρίς κοινή εγγύηση, οι προσπάθειες διασυνοριακής συγχώνευσης υφίστανται αναστολές, καθώς οι τοπικές αρχές ανησυχούν για τον χειρισμό κρίσεων.
Μετά από χρόνια ομαλοποίησης της νομοθεσίας, πρόσφατη συμφωνία των διαχειριστών του ευρώ (Eurogroup) διαμορφώνει τις συνθήκες για την επανεκκίνηση των διαπραγματεύσεων για την EDIS. Μέχρι τώρα οι υπουργοί Οικονομικών των χωρών της ευρωζώνης απαιτούσαν πρώτα απαντήσεις σε άλλα ζητήματα διαχείρισης κρίσεων (π.χ. μικρότερες τράπεζες) πριν προχωρήσουν στο EDIS. Η ολοκλήρωση όμως του νέου πλαισίου διαχείρισης κρίσεων («CMDI») άνοιξε τον δρόμο για πολιτική συμφωνία και στο ζήτημα της κοινής εγγύησης.
Προοπτικές για την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων
Ο σχεδιασμός της Ενιαίας Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων (SIU) στοχεύει στο να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ των τεράστιων αποθεματικών των πολιτών και των αναγκαίων χρηματοδοτήσεων της οικονομίας. Μέσω απλούστερων κανόνων και ενίσχυσης των διασυνοριακών αγορών κεφαλαίου, η SIU φιλοδοξεί να διοχετεύσει αποδοτικότερα τα 11 τρισ.€ ευρωπαϊκών αποταμιεύσεων προς «παραγωγικές επενδύσεις». Ωστόσο, οι μεταρρυθμίσεις απαιτούν συνέργεια: πέρα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, χρειάζονται συντονισμένες εθνικές πρωτοβουλίες (π.χ. φορολογικές κινήσεις για επενδύσεις, εκπαίδευση επενδυτών), αλλά και το ίδιο το τραπεζικό σύστημα να προσαρμοστεί. Όπως τονίζεται, «χωρίς ισχυρές, ανταγωνιστικές και καινοτόμες τράπεζες, οι κεφαλαιαγορές δεν μπορούν να εμβαθύνουν, οι αποταμιεύσεις δεν διοχετεύονται αποδοτικά, και η οικονομία της Ευρώπης δεν μπορεί να αναπτυχθεί με διατηρήσιμο τρόπο».
Ταυτόχρονα, οι επίσημοι εφόσον διαμορφώνουν το ρυθμιστικό πλαίσιο, επιμένουν ότι η σταθερότητα και η ανταγωνιστικότητα δεν είναι ανταγωνιστικές έννοιες, αλλά συμπληρωματικές. Η τραπεζική εποπτεία καλείται λοιπόν να υποστηρίξει ένα «νέο μοντέλο» που συνδυάζει α) υψηλά προαπαιτούμενα κεφαλαιακής επάρκειας (διατηρώντας τη φερεγγυότητα) με β) ενοποιημένες, απλουστευμένες διαδικασίες (προωθώντας τη μεγέθυνση και την καινοτομία). Στην πράξη, αυτό σημαίνει στροφή προς εμπροσθοβαρείς συγχωνεύσεις και δημιουργία μεγάλων, πανευρωπαϊκών τραπεζικών ομίλων, ενώ παράλληλα ενισχύονται μικρότερες τράπεζες με πιο σαφή ρόλο. Το ζητούμενο είναι «να περάσουμε από ένα σύστημα σταθερό αλλά κατακερματισμένο, σε ένα σύστημα που θα παραμένει σταθερό και ταυτόχρονα ολοκληρωμένο, δυναμικό και ανταγωνιστικό παγκοσμίως».

