Ο Γάλλος πρωθυπουργός Σεμπαστιέν Λεκορνού δίνει μάχη για να παραμείνει στη θέση του και να καταφέρει να περάσει τον κρατικό προϋπολογισμό. Και πάνω σε αυτή την προτεραιότητα είναι πρόθυμος να θυσιάσει τη μεγαλύτερη μεταρρύθμιση κοινωνικών παροχών της τελευταίας γενιάς. Πρόκειται για σοβαρό λάθος, προειδοποιεί μια νέα έκθεση για τη γαλλική δημογραφική πραγματικότητα και τις ασφυκτικές δημοσιονομικές συνέπειες που αυτή συνεπάγεται.
Η βασική εικόνα είναι απλή και αμείλικτη: ο γαλλικός ενεργός πληθυσμός μειώνεται, ενώ ο αριθμός των συνταξιούχων εκτινάσσεται. Το Ελεγκτικό Συνέδριο —το κορυφαίο όργανο που ελέγχει τη χρήση των δημόσιων δαπανών— τονίζει ότι αυτή η δημογραφική μετάβαση θα έχει «βαθιά επίδραση στα δημόσια οικονομικά» για δεκαετίες. Η έκθεσή του σκιαγραφεί, με ακρίβεια σχεδόν δυσάρεστη, το ευρύτερο πρόβλημα που βιώνουν πλέον τα περισσότερα δυτικά κράτη πρόνοιας: ένα σύστημα παροχών που θεμελιώθηκε σε πληθυσμιακές τάσεις του 20ού αιώνα, αδύνατο να συντηρηθεί στις συνθήκες του 21ου.
Οι συντάξεις αποτελούν μακράν τη μεγαλύτερη κοινωνική δαπάνη της Γαλλίας. Απορροφούν σχεδόν το 14% του ΑΕΠ — ποσοστό από τα υψηλότερα στην Ευρώπη. Το 2023 το σύστημα κόστισε πάνω από 411 δισ. δολάρια, ποσό που συνεχώς διογκώνεται. Αν προστεθούν οι λοιπές παροχές σχετικές με την ηλικία —όπως υγειονομική φροντίδα ηλικιωμένων, επιδόματα αναπηρίας, μέριμνα μακροχρόνιας φροντίδας— τότε η γαλλική κυβέρνηση δαπανά πλέον πάνω από 47.500 δολάρια τον χρόνο για κάθε άτομο άνω των 65. Συνολικά, οι δαπάνες που σχετίζονται με την τρίτη ηλικία ξεπερνούν το 40% των κρατικών εξόδων. Με άλλα λόγια, σχεδόν ο μισός κρατικός προϋπολογισμός κατευθύνεται σε ηλικιωμένους.
Και η δυναμική αυτών των μεγεθών είναι τρομακτικά ανοδική. Η έκθεση εκτιμά ότι το 2070 σχεδόν το 30% των Γάλλων θα είναι 65 ετών και άνω — από 21,8% το 2024 και μόλις 16,3% το 2005. Πρόκειται για άλμα άνω των 8 εκατοστιαίων μονάδων μέσα σε δύο δεκαετίες, σε έναν πληθυσμό 68 εκατομμυρίων. Το προσδόκιμο ζωής έχει αυξηθεί: οι Γάλλοι ζουν περισσότερο και λαμβάνουν παροχές για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Το 1960 η μέση ζωή μετά τη συνταξιοδότηση ήταν περίπου 15 χρόνια· σήμερα πλησιάζει τα 25.
Όμως το πραγματικό σοκ βρίσκεται στην αναλογία εργαζομένων προς συνταξιούχους. Σήμερα στη Γαλλία αντιστοιχούν 39 ηλικιωμένοι για κάθε 100 άτομα σε ηλικία εργασίας. Το 2070 η αναλογία αυτή θα φτάσει σχεδόν τους 60 ηλικιωμένους ανά 100 άτομα σε ηλικία εργασίας. Αυτό σημαίνει ότι η «δεξαμενή» που χρηματοδοτεί το σύστημα (οι εργαζόμενοι) φθίνει, ενώ η «δεξαμενή» που δέχεται παροχές (οι συνταξιούχοι) αυξάνεται εκθετικά.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, η Γαλλία πάσχει και από χαμηλή συμμετοχή των νέων στην αγορά εργασίας. Η ανεργία τον Οκτώβριο του 2025 ήταν 7,7% — πολύ πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ήταν 6%. Σχεδόν τέσσερις στους δέκα που λαμβάνουν επίδομα ανεργίας είναι κάτω των 35 ετών. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η ανεργία, αλλά και η διάρκεια και γενναιοδωρία των επιδομάτων, τα οποία συχνά λειτουργούν αποτρεπτικά στην αναζήτηση εργασίας. Κάθε μήνας επιδόματος σημαίνει χαμηλότερα έσοδα για το κράτος και υψηλότερη επιβάρυνση στο σύστημα παροχών.
Ο Εμανουέλ Μακρόν προσπάθησε —όχι πάντα με επιτυχία— να ανακόψει αυτή τη ροή. Η μεταρρύθμιση του 2023 ανέβασε σταδιακά την ηλικία συνταξιοδότησης από τα 62 στα 64. Ακόμα και αυτή η απόφαση προκάλεσε μαζικές διαδηλώσεις, ενώ η Γαλλία παραμένει πολύ κάτω από το όριο πολλών άλλων ευρωπαϊκών χωρών, όπου η συνταξιοδοτική ηλικία κινείται γύρω στα 65-67. Ο Μακρόν είχε επιδιώξει και μεταρρύθμιση στο σύστημα ανεργίας, αλλά η πολιτική πραγματικότητα μετά τις πρόωρες εκλογές του 2024 —οι οποίες τον αποδυνάμωσαν βαριά— ακύρωσε κάθε τέτοια φιλοδοξία. Η σημερινή Εθνοσυνέλευση είναι από τις πιο διχασμένες των τελευταίων δεκαετιών. Η όποια μεταρρύθμιση είναι νεκρή πριν καν κατατεθεί, ενώ η κατάργηση ακόμη και των ημίμετρων που πέρασαν, όπως η συνταξιοδοτική αλλαγή, ενώνει τόσο την αριστερή συμμαχία όσο και το ακροδεξιό Εθνικό Ράλι.
Παράλληλα, οι δημόσιες δαπάνες στη Γαλλία έχουν ξεφύγει σε επίπεδα που θυμίζουν σοσιαλδημοκρατία δεκαετίας ’70: ανέρχονται στο 57% του ΑΕΠ, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στον δυτικό κόσμο. Η έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου προειδοποιεί ότι, μόνο και μόνο για να χρηματοδοτηθούν οι δαπάνες των άνω των 65, το ποσοστό αυτό θα αυξηθεί στο 60,8% μέχρι το 2070 — και αυτό υπό την προϋπόθεση ότι οι δαπάνες ανά ηλικιωμένο δεν αυξάνονται περαιτέρω. Πρακτικά: η κοινωνική προστασία θα «καταπιεί» κάθε άλλη κυβερνητική προτεραιότητα, από την άμυνα και την παιδεία μέχρι τις δημόσιες επενδύσεις.
Η έκθεση αναγνωρίζει ότι η οικονομική ανάπτυξη θα μπορούσε να απορροφήσει μέρος του δημογραφικού σοκ. Αλλά στο σημερινό πολιτικό κλίμα, όπου κυριαρχούν οι εύκολες υποσχέσεις και η επιτάχυνση των κρατικών δαπανών, είναι προτιμότερο πολιτικά να φορτωθούν οι νέοι και παραγωγικοί με περισσότερους φόρους. Σήμερα οι εργαζόμενοι ηλικίας 40 έως 59 ετών συνεισφέρουν κατά μέσο όρο πάνω από 22.500 δολάρια τον χρόνο στο σύστημα κοινωνικής προστασίας. Πρόκειται για φορολογικό βάρος που πνίγει την επιχειρηματικότητα, εμποδίζει την αύξηση της παραγωγικότητας και λειτουργεί ως αντικίνητρο για εργασία.
Η έκθεση δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας: η διόγκωση των κοινωνικών παροχών αποδυναμώνει τις δυτικές κοινωνίες και υπονομεύει σταδιακά την αναπτυξιακή τους δυναμική. Και οι Ηνωμένες Πολιτείες —με τα δικά τους δυσθεώρητα προγράμματα Medicare και Social Security— βαδίζουν ήδη στον ίδιο δρόμο που οδηγεί σε καθήλωση, βαρύ χρέος και ανικανότητα χρηματοδότησης βασικών δημόσιων λειτουργιών.

