
Η κυβέρνηση φέρνει στη Βουλή –με στόχο να ισχύσει από τις αρχές του 2026– το πρώτο ολοκληρωμένο θεσμικό πλαίσιο ρύθμισης για τα στεγαστικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο, κλείνοντας μια εκκρεμότητα σχεδόν είκοσι ετών. Σύμφωνα με τα στοιχεία, συνολικά είχαν χορηγηθεί περίπου 57.000 δάνεια αξίας 14,1 δισ. ελβετικών φράγκων, εκ των οποίων σήμερα παραμένουν ενεργά γύρω στις 20.000 με υπόλοιπο περίπου 2,5 δισ. φράγκα.
Στην καρδιά του νομοσχεδίου βρίσκεται η μετατροπή των δανείων από ελβετικό φράγκο σε ευρώ με «βελτιωμένη» ισοτιμία και σταθερό επιτόκιο, ώστε να παγώσει ο συναλλαγματικός κίνδυνος και να μειωθεί ουσιαστικά η μηνιαία δόση. Ταυτόχρονα, το πλαίσιο προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανακούφιση των δανειοληπτών και στη διατήρηση της κεφαλαιακής σταθερότητας τραπεζών και servicers.
Πώς θα λειτουργεί η ρύθμιση – οι βασικοί άξονες
Το σχέδιο νόμου, όπως έχει παρουσιαστεί σε τράπεζες και εμπλεκόμενους φορείς, κινείται σε συγκεκριμένες ράγες:
Μετατροπή σε ευρώ με επιδοτούμενη ισοτιμία
- Η οφειλή υπολογίζεται με βάση την τρέχουσα ισοτιμία EUR/CHF της ΕΚΤ.
- Πάνω σε αυτή εφαρμόζεται κρατική «βελτίωση» –έκπτωση– από 15% έως 50% της συναλλαγματικής επιβάρυνσης που συσσωρεύτηκε όλα τα προηγούμενα χρόνια.
- Στην πράξη αυτό ισοδυναμεί με κούρεμα της οφειλής, καθώς ένα μέρος της διαφοράς λόγω ισοτιμίας το απορροφά ο μηχανισμός της ρύθμισης.
- Τέσσερις κατηγορίες προστασίας με κοινωνικά κριτήρια
Η επιδότηση διαβαθμίζεται ανάλογα με εισόδημα και περιουσία:- 1η κατηγορία: βελτίωση ισοτιμίας +50%, σταθερό επιτόκιο 2,3%, για εισόδημα έως 22.000 ευρώ και περιουσία έως 185.000 ευρώ.
- 2η κατηγορία: βελτίωση +30%, επιτόκιο 2,5%, εισόδημα έως 27.500 ευρώ, περιουσία έως 231.250 ευρώ.
- 3η κατηγορία: βελτίωση +20%, επιτόκιο 2,7%, εισόδημα έως 33.000 ευρώ και περιουσία έως 277.500 ευρώ.
- 4η κατηγορία: βελτίωση +15%, επιτόκιο 2,9%, χωρίς εισοδηματικά ή περιουσιακά όρια, για τους οικονομικά ισχυρότερους δανειολήπτες.
- Δύο «κανάλια» εφαρμογής – εντός και εκτός εξωδικαστικού
- Μηχανισμός Α: μέσω του Εξωδικαστικού Μηχανισμού, όπου η συναίνεση των πιστωτών γίνεται υποχρεωτική για δάνεια που πληρούν τα κριτήρια, η διαδικασία είναι πλήρως ηλεκτρονική και η μετατροπή θεωρείται τροποποίηση της υφιστάμενης σύμβασης χωρίς νέα προσημείωση.
- Μηχανισμός Β: ρύθμιση εκτός εξωδικαστικού, με απευθείας συμφωνία δανειολήπτη–τράπεζας/servicer, αλλά με τους ίδιους βασικούς κανόνες για ισοτιμία, επιτόκιο και «κούρεμα».
- Επιμήκυνση διάρκειας και μείωση δόσης
Προβλέπεται δυνατότητα παράτασης της διάρκειας έως και 5 χρόνια, ώστε η μηνιαία δόση να πέσει ακόμα και κατά 40%–43%, ανάλογα με την κατηγορία επιδότησης και το υπόλοιπο του δανείου. Αυτό όμως σημαίνει ότι ο δανειολήπτης θα πληρώσει για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, άρα και μεγαλύτερο συνολικό ποσό τόκων.
Ποιοι καλύπτονται – ποιο είναι το εύρος της παρέμβασης
Η ρύθμιση αφορά:
Δάνεια που χορηγήθηκαν την περίοδο 2006–2009 σε ελβετικό φράγκο, κυρίως στεγαστικά αλλά και ορισμένα επιχειρηματικά.
- Δανειολήπτες φυσικά πρόσωπα αλλά και μικρές επιχειρήσεις.
- Δάνεια ενήμερα ή με μικρές καθυστερήσεις (κάτω των 90 ημερών).
Για τα «κόκκινα» δάνεια σε CHF η λύση θα περνά υποχρεωτικά μέσα από τον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών, με συνδυασμό κουρέματος, επιμήκυνσης και μετατροπής σε ευρώ, στο πλαίσιο των ήδη ισχυόντων κανόνων για τα κόκκινα δάνεια.
Από πλευράς τραπεζικού συστήματος, εκτιμάται ότι το συνολικό κόστος της παρέμβασης –σε όρους κουρέματος και επιδότησης ισοτιμίας– μπορεί να φτάσει το 25%-30% του υπολοίπου του χαρτοφυλακίου σε CHF, με τις τράπεζες που έχουν το μεγαλύτερο όγκο τέτοιων δανείων να γράφουν τις μεγαλύτερες ζημιές. Δημοσιεύματα αναφέρουν ότι η Eurobank, η οποία έχει περίπου τα 2/3 του σχετικού χαρτοφυλακίου, ενδέχεται να σηκώσει τη μεγαλύτερη επιβάρυνση.
Οι γκρίζες ζώνες και οι ενστάσεις
Παρά το ότι η κυβέρνηση παρουσιάζει τη ρύθμιση ως «οριστική λύση», δεν λείπουν οι επιφυλάξεις. Φορείς δανειοληπτών αλλά και νομικοί κύκλοι επισημαίνουν ότι:
- Το «κούρεμα» γίνεται έμμεσα, μέσω βελτίωσης της ισοτιμίας, και όχι με ευθεία διαγραφή κεφαλαίου.
- Η επιμήκυνση της διάρκειας μειώνει τη δόση αλλά μπορεί να αυξήσει το τελικό ποσό που θα πληρώσει ο δανειολήπτης, αν και σε μια πιο διαχειρίσιμη ροή.
- Κάποιοι από τους πιο αδύναμους δανειολήπτες, που ήδη έχουν χάσει το σπίτι ή βρίσκονται σε προχωρημένα στάδια αναγκαστικής εκτέλεσης, ίσως να μην μπορέσουν να επωφεληθούν επαρκώς.
- Το σχήμα δεν διορθώνει «εκ των υστέρων» τη συζήτηση για το αν τα προϊόντα αυτά ήταν στην ουσία νομισματικά παράγωγα που διατέθηκαν σε ανυποψίαστους καταναλωτές χωρίς επαρκή ενημέρωση.
Την ίδια στιγμή όμως, οι δανειολήπτες γνωρίζουν ότι το εναλλακτικό σενάριο –να περιμένουν μια ευνοϊκή απόφαση του Αρείου Πάγου ή του Δικαστηρίου της ΕΕ που θα έκρινε καταχρηστική τη ρήτρα ισοτιμίας– παραμένει αβέβαιο μετά από χρόνια αντιφατικής νομολογίας. Γι’ αυτό και πολλοί βλέπουν το νομοσχέδιο ως «ρεαλιστική διέξοδο», έστω και αν δεν αποκαθιστά πλήρως τη ζημία.
Από τη «φθηνή δόση» στο συναλλαγματικό σοκ – το ιστορικό των δανείων σε CHF
Η ιστορία των δανείων σε ελβετικό φράγκο στην Ελλάδα ξεκινά στα μέσα της δεκαετίας του 2000. Σε μια περίοδο χαμηλών επιτοκίων, οι τράπεζες προώθησαν επιθετικά στεγαστικά σε CHF, αξιοποιώντας δύο βασικά επιχειρήματα:
- Σημαντικά χαμηλότερο επιτόκιο σε σχέση με τα στεγαστικά σε ευρώ.
- Σταθερό νόμισμα «καταφυγίου» με φήμη ασφάλειας.
Χιλιάδες νοικοκυριά πείστηκαν ότι θα έχουν μόνιμα χαμηλότερες δόσεις χωρίς ουσιαστικό ρίσκο. Στις περισσότερες περιπτώσεις η σύνδεση με την ισοτιμία περνούσε μέσα από γενικούς συμβατικούς όρους, που οι δανειολήπτες αγνοούσαν ή δεν κατανοούσαν πλήρως.
Μετά το 2008, η εικόνα αντιστράφηκε βίαια:
- Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και η φυγή προς τα «ασφαλή καταφύγια» οδήγησαν σε ισχυρή ανατίμηση του ελβετικού φράγκου έναντι του ευρώ.
- Το 2015, όταν η κεντρική τράπεζα της Ελβετίας εγκατέλειψε το «πάτωμα» 1,20 CHF/EUR, η ισοτιμία εκτινάχθηκε, πολλαπλασιάζοντας το βάρος των δανείων σε ευρώ.
Στην πράξη, για χιλιάδες δανειολήπτες, ενώ είχαν πληρώσει για χρόνια τις δόσεις τους, η οφειλή όχι μόνο δεν μειώθηκε αλλά φούσκωσε ακόμη και κατά 60%-70% σε σχέση με το αρχικό κεφάλαιο λόγω της ανατίμησης του φράγκου.
Η εικόνα αυτή δεν ήταν ελληνική ιδιαιτερότητα. Παρόμοια προβλήματα εμφανίστηκαν σε χώρες όπως η Ουγγαρία, η Πολωνία, η Κροατία και η Ρουμανία, όπου επίσης είχαν διατεθεί μαζικά στεγαστικά σε ξένο νόμισμα. Η διαφορά είναι ότι αρκετά από αυτά τα κράτη επέλεξαν άμεσες θεσμικές λύσεις, είτε με νομοθετικό «πάγωμα» ισοτιμιών είτε με υποχρεωτική μετατροπή δανείων σε εγχώριο νόμισμα με μεγάλο κούρεμα της ισοτιμικής διαφοράς.
Δικαστικές μάχες, συλλογικές αγωγές και η απόφαση 4/2019
Στην Ελλάδα, αντίθετα, το θέμα οδηγήθηκε κυρίως στις αίθουσες των δικαστηρίων. Δεκάδες ατομικές και συλλογικές αγωγές ασκήθηκαν, στηριγμένες στον νόμο για την προστασία του καταναλωτή, με κεντρικό επιχείρημα ότι:
- Ο όρος περί αποπληρωμής με βάση την τρέχουσα συναλλαγματική ισοτιμία ήταν καταχρηστικός,
- οι τράπεζες δεν ενημέρωσαν επαρκώς για το συναλλαγματικό ρίσκο,
- και στην ουσία πώλησαν σε ιδιώτες ένα σύνθετο «νομισματικό παράγωγο σε στεγαστική συσκευασία».
Η νομολογία των κατώτερων δικαστηρίων υπήρξε αντιφατική: άλλα δικαστήρια δικαίωσαν δανειολήπτες, άλλα στάθηκαν με το μέρος των τραπεζών. Το σημείο καμπής ήταν η απόφαση 4/2019 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία έκρινε ότι ο όρος για την ισοτιμία είναι «δηλωτικός» –δηλαδή περιγράφει απλώς τον τρόπο λειτουργίας του δανείου– και άρα δεν υπόκειται σε έλεγχο καταχρηστικότητας. Με επόμενη απόφαση (ΑΠ 948/2021) η ίδια λογική επιβεβαιώθηκε σε συλλογική αγωγή καταναλωτών.
Για τους δανειολήπτες, η απόφαση αυτή θεωρήθηκε ουσιαστικά «νομιμοποίηση» του κινδύνου που μεταφέρθηκε πάνω τους. Για τις τράπεζες, αποτέλεσε νομική θωράκιση ότι δεν παραβίασαν το δίκαιο προστασίας καταναλωτή.
Παρά την απόφαση του 2019, οι συλλογικές αγωγές δεν σταμάτησαν. Στις 5 Δεκεμβρίου 2025, τρεις τέτοιες υποθέσεις επανήλθαν στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, με τους Δικηγορικούς Συλλόγους Αθήνας, Πειραιά και Θεσσαλονίκης να παρεμβαίνουν υπέρ των δανειοληπτών, ζητώντας μεταξύ άλλων να τεθεί προδικαστικό ερώτημα προς το Δικαστήριο της ΕΕ για τη νομιμότητα της ρήτρας ισοτιμίας.
Η έκβαση αυτών των υποθέσεων θα επηρεάσει όχι μόνο το πώς θα κριθεί το παρελθόν, αλλά και το πώς θα διαβαστεί πολιτικά η νέα νομοθετική πρωτοβουλία: ως κίνηση αποκατάστασης μιας αδικίας ή ως προσπάθεια κλεισίματος του φακέλου πριν υπάρξουν πιο σκληρές ευρωπαϊκές αποφάσεις.
Από την πίεση των δανειοληπτών στην πολιτική λύση
Την τελευταία διετία η πίεση για πολιτική λύση κλιμακώθηκε. Οργανωμένα σωματεία δανειοληπτών πραγματοποίησαν αλλεπάλληλες συγκεντρώσεις και παρεμβάσεις σε Υπουργείο Οικονομικών και Δικαιοσύνης, ενώ κόμματα της αντιπολίτευσης κατηγόρησαν την κυβέρνηση ότι «σιωπά» απέναντι σε μια ανοιχτή κοινωνική αδικία.
Παράλληλα, στο πολιτικό πεδίο είχαν γίνει κατά καιρούς προσπάθειες για στοχευμένες ρυθμίσεις – όπως τροπολογίες για την προστασία των δανειοληπτών σε CHF – χωρίς όμως να δημιουργηθεί ένα σταθερό πλαίσιο.
Η σημερινή πρωτοβουλία του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών έρχεται στο σταυροδρόμι τριών παραγόντων:
Της πολιτικής πίεσης από δεκάδες χιλιάδες νοικοκυριά που βλέπουν την οφειλή τους να έχει εκτοξευθεί χωρίς δική τους υπαιτιότητα.
- Της ανάγκης των τραπεζών και των servicers να κλείσουν ένα «παλιό κεφάλαιο» πριν αυτό μετατραπεί σε νέο κύμα δικαστικών και ευρωπαϊκών κινδύνων.
- Της ευρύτερης ατζέντας για τα κόκκινα δάνεια, όπου το κράτος αναζητά ισορροπία ανάμεσα στην κοινωνική προστασία και την κουλτούρα πληρωμών.
Τι σημαίνει το νέο πλαίσιο στην πράξη
Αν αποτυπώσουμε το σχέδιο σε ένα πρακτικό παράδειγμα, η εικόνα έχει ως εξής:
- Δανειολήπτης που πήρε στεγαστικό το 2007, π.χ. 166.000 ευρώ σε CHF, έχει σήμερα υπόλοιπο ~207.000 ευρώ λόγω ισοτιμίας, παρότι έχει ήδη καταβάλει σχεδόν 100.000 ευρώ σε δόσεις.
- Με την εφαρμογή της ρύθμισης, το υπόλοιπο μετατρέπεται σε ευρώ με βελτιωμένη ισοτιμία (ανάλογα με την κατηγορία του), το επιτόκιο κλειδώνει σε χαμηλό σταθερό (2,3%-2,9%), και η μηνιαία δόση μπορεί να μειωθεί έως και κατά 40%–43% εφόσον επιλεγεί και επιμήκυνση της διάρκειας.
Ο δανειολήπτης, έτσι, αποκτά:
- προβλεψιμότητα – γνωρίζει τι θα πληρώνει μέχρι τη λήξη,
- ανάσα ρευστότητας – ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον αυξημένου κόστους ζωής,
- οριστικό κλείσιμο του συναλλαγματικού ρίσκου.
Από την άλλη πλευρά, χάνει οριστικά την πιθανότητα να κερδίσει μια μελλοντική δικαστική ανατροπή του μοντέλου σε ευρωπαϊκό επίπεδο και αποδέχεται ότι ένα μέρος της ζημιάς θα το επωμιστεί ο ίδιος, είτε μέσω της επιμήκυνσης είτε μέσω ενός «κουρέματος» μικρότερου από αυτό που θα ήθελε.
Συμπέρασμα: πολιτικός συμβιβασμός σε ένα τοξικό κεφάλαιο
Το νομοσχέδιο για τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο δεν είναι «μαγική λύση». Είναι, όμως, ένας πολιτικός συμβιβασμός πάνω σε ένα τοξικό κεφάλαιο της τραπεζικής πρακτικής πριν την κρίση, που άφησε χιλιάδες οικογένειες εγκλωβισμένες μεταξύ νομισματικού ρίσκου και νομικής αβεβαιότητας.
Για τους δανειολήπτες, η ρύθμιση δίνει μια πρώτη πραγματική δυνατότητα να κλείσουν οριστικά τον λογαριασμό με ένα προϊόν που ουδέποτε κατανόησαν πλήρως, να φέρουν τη δόση τους σε ανεκτά επίπεδα και να διασώσουν –όσοι δεν την έχουν ήδη χάσει– την κύρια κατοικία τους.
Για τις τράπεζες και τους servicers, σημαίνει ελεγχόμενη ζημιά σήμερα, αντί για ανοιχτό μέτωπο για χρόνια, με κίνδυνο δυσμενέστερων ευρωπαϊκών εξελίξεων αύριο.
Το αν αυτός ο συμβιβασμός είναι «δίκαιος» ή απλώς «ανεκτός» θα κριθεί στην πράξη:
- από το πόσο γρήγορα και χωρίς γραφειοκρατικά εμπόδια θα εφαρμοστεί,
- από το πόσο θα καλύψει και τους πιο ευάλωτους, που βρίσκονται ήδη ένα βήμα πριν τον πλειστηριασμό,
- και, τελικά, από το αν θα συνοδευτεί με μια καθαρή πολιτική παραδοχή ότι τέτοιου τύπου τραπεζικά προϊόντα δεν μπορούν να διατίθενται ξανά σε μαζική κλίμακα χωρίς αυστηρότατους κανόνες ενημέρωσης και εποπτείας.
Σε κάθε περίπτωση, η ρύθμιση για τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο δεν «γυρίζει το ρολόι πίσω», αλλά μπορεί να σηματοδοτήσει το κλείσιμο μιας πληγής που έμεινε ανοιχτή για σχεδόν δύο δεκαετίες – και μια δύσκολη αλλά αναγκαία συνεννόηση ανάμεσα σε κράτος, τράπεζες και δανειολήπτες για το πώς μοιράζεται, τελικά, ο λογαριασμός.
