Ασφυκτικές πιέσεις στα κράτη μέλη ασκεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν προκειμένου να συμφωνήσουν στη σύνοδο κορυφής της προσεχούς Πέμπτης στην κατάσχεση των «παγωμένων» ρωσικών κεφαλαίων σε ευρωπαϊκές τράπεζες.
Ανεβάζοντας μάλιστα τον πήχη κατά της Μόσχας, η Κομισιόν πιέζει, εκτός από τα 140 δισεκατομμύρια ευρώ στο βελγικό αποθετήριο Euroclear, να κατασχεθούν συνολικά 210 δισεκατομμύρια ευρώ της ρωσικής Κεντρικής Τράπεζας που είναι δεσμευμένα και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Πηγές στις Βρυξέλλες ανέφεραν στη Ναυτεμπορική ότι «οι νομικοί σύμβουλοι της Κομισιόν επεξεργάζονται πρόταση, σύμφωνα με την οποία τα κεφάλαια αυτά δεν αποτελούν πλέον ιδιοκτησία του Κρεμλίνου, δεδομένου ότι οι κυρώσεις της ΕΕ εμποδίζουν την επιστροφή αυτών των χρημάτων στη Μόσχα»
Το νομικό επιχείρημα της Επιτροπής βασίζεται στο γεγονός ότι τα περιουσιακά στοιχεία έχουν μετατραπεί σε μεγάλο βαθμό σε μετρητά από τότε που δεσμεύτηκαν, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022. «Τα ταμειακά υπόλοιπα, ωστόσο, δεν ανήκουν στην Κεντρική Τράπεζα της Ρωσικής Ομοσπονδίας και δεν υπόκεινται σε κρατική ασυλία»
Από την πλευρά της, και η επικεφαλής της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ θεωρεί το σχέδιο για δάνειο στην Ουκρανία ως το πιο νομικά δικαιολογημένο. «Το δάνειο επανορθώσεων των 210 δισεκατομμυρίων ευρώ θα είχε ως στόχο να σηματοδοτήσει στους επενδυτές ότι δεν ισοδυναμεί με απαλλοτρίωση», δήλωσε η Λαγκάρντ σε εκδήλωση των Financial Times . «Πιστεύω ότι αυτό το μοντέλο… είναι αυτό που είναι μέχρι στιγμής πιο συμβατό με τις αρχές του διεθνούς δικαίου, από οποιαδήποτε προηγούμενη λύση». Ταυτόχρονα, προειδοποιεί ότι η απόλυτη νομική ασφάλεια είναι ζωτικής σημασίας για να αποφευχθεί η διακύβευση της εμπιστοσύνης στις ευρωπαϊκές χρηματοπιστωτικές αγορές»
Πώς θα ξεπεραστεί το βέτο της Ουγγαρίας
Το δεύτερο μεγάλο «αγκάθι» της Κομισιόν είναι πώς θα ξεπεραστεί το πιθανό βέτο της Ουγγαρίας του Βίκτορ Όρμπαν στη σύνοδο κορυφής.
Σύμφωνα με την Επιτροπή, δεν απαιτείται ομοφωνία για τη λήψη απόφασης. Η βάση είναι το Άρθρο 122 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο παρέχει στην Επιτροπή εξουσίες έκτακτης ανάγκης σε ορισμένες περιπτώσεις. «Αυτή η κίνηση μπορεί να εγκριθεί με ειδική πλειοψηφία χωρίς να απαιτείται ομοφωνία», αναφέρουν Ευρωπαίοι διπλωμάτες . Προειδοποιούν όμως ότι «αυτό θα αντιπροσώπευε μια σαφή γραμμή που θα χαράξουν οι Βρυξέλλες. Πρώτον, επειδή θα σηματοδοτούσε μια σκλήρυνση της θέσης της ΕΕ σε μια εποχή που ο κύριος σύμμαχος της ΕΕ, οι Ηνωμένες Πολιτείες, εργάζονται για μια λύση στη Ρωσο-ουκρανική σύγκρουση που αγνοεί την ευρωπαϊκή θέση και όταν η Μόσχα κατηγορεί τις Βρυξέλλες ότι υποδαυλίζουν τη σύγκρουση».
Επιμένει στο «όχι» το Βέλγιο
Ο πρωθυπουργός Μπαρτ Ντε Βεβέρ πάντως, επιμένει πώς εξετάζει το ενδεχόμενο να κινηθεί νομικά σε περίπτωση που τα ρωσικά δισεκατομμύρια στο Euroclear με έδρα τις Βρυξέλλες χρησιμοποιηθούν χωρίς την άδεια της βελγικής κυβέρνησης. Ο Φλαμανδός εθνικιστής πρωθυπουργός μιλά για «ριζικά εσφαλμένη» κίνηση και αρνείται να δώσει τη συγκατάθεσή του εφόσον δεν κοινοποιούνται «οι νομικοί και οικονομικοί κίνδυνοι έκτακτης ανάγκης», που επικαλείται η Κομισιόν.
Το Βέλγιο έχει υποβάλει πάντως εκτεταμένες τροποποιήσεις στο σχέδιο της Επιτροπής τις τελευταίες ημέρες, σύμφωνα με διπλωμάτες της ΕΕ. Αυτές περιλαμβάνουν την απαίτηση από άλλα κράτη μέλη της ΕΕ να παρέχουν απεριόριστες οικονομικές εγγυήσεις σε περίπτωση που το Κρεμλίνο μηνύσει με επιτυχία το Βέλγιο για ζημίες που υπερβαίνουν τη συνολική αξία του δανείου.
Απρόθυμη και η Γαλλία
Η Γαλλία, η οποία εκτιμάται ότι κατέχει έως και 19 δισεκατομμύρια ευρώ σε ρωσικά κρατικά περιουσιακά στοιχεία, είναι επίσης απρόθυμη να επιτρέψει τη δήμευσή τους από την Κομισιόν σύμφωνα με διπλωμάτες στο Παρίσι. Οι Γάλλοι , όπως και οι Βέλγοι προτρέπουν αντίθετα, τα μέλη της ΕΕ να αναλάβουν κοινό χρέος για να υποστηρίξουν το Κίεβο.
Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της ΕΕ, Αντόνιο Κόστα, διαβεβαίωσε βέβαια ότι μια συμφωνία για τη χρήση ρωσικών περιουσιακών στοιχείων είναι κοντά στο να επιτευχθεί. «Θα βρεθεί μια λύση που θα λάβει την έγκριση της ειδικής πλειοψηφίας των κρατών μελών στη σύνοδο κορυφής της ΕΕ στις 18 Δεκεμβρίου», τόνισε ο Κόστα. Πρόσθεσε πάντως ότι «αν χρειαστεί, η σύνοδος κορυφής θα παραταθεί έως τις 19 ή 20 Δεκεμβρίου μέχρι να επιτευχθεί θετικό αποτέλεσμα».

