Η εκτίμηση του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής ότι το πρωτογενές πλεόνασμα το 2025 θα ξεπεράσει το 4% του ΑΕΠ δεν είναι απλώς μια αισιόδοξη πρόβλεψη. Είναι μια δήλωση ισχύος για τα δημόσια οικονομικά, αλλά ταυτόχρονα ένα καμπανάκι για τις επιλογές που έρχονται. Γιατί τέτοια μεγέθη δεν είναι «δωρεάν» και σίγουρα δεν είναι πολιτικά ουδέτερα.
Τι σημαίνει στην πράξη το 4%+ πρωτογενές πλεόνασμα
Για να μιλήσουμε καθαρά: πρωτογενές πλεόνασμα άνω του 4% σημαίνει ότι το κράτος, πριν πληρώσει τόκους, παράγει καθαρό πλεόνασμα δεκάδων δισ. ευρώ. Σε ευρωπαϊκό πλαίσιο, αυτό το νούμερο είναι εξαιρετικά υψηλό. Λίγες χώρες μπορούν να το πετύχουν και ακόμη λιγότερες να το διατηρήσουν.
Δεν μιλάμε για μια οικονομία που «απλώς ισορροπεί». Μιλάμε για μια οικονομία που απορροφά κραδασμούς, χρηματοδοτεί το χρέος της και ταυτόχρονα εμφανίζεται πειθαρχημένη απέναντι στους νέους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες, οι οποίοι επανέρχονται με πιο αυστηρή μορφή από το 2024 και μετά.
Οι παράγοντες που οδηγούν στην υπεραπόδοση
Η ανάλυση του Γραφείου Προϋπολογισμού δείχνει ότι το πλεόνασμα δεν είναι προϊόν ενός μόνο παράγοντα, αλλά συνδυασμός εξελίξεων:
Πρώτον, η φορολογική συμμόρφωση έχει βελτιωθεί αισθητά. Η ψηφιοποίηση της φορολογικής διοίκησης, οι διασταυρώσεις και η μείωση της παραοικονομίας αυξάνουν τα έσοδα χωρίς νέες οριζόντιες επιβαρύνσεις.
Δεύτερον, οι πρωτογενείς δαπάνες παραμένουν υπό έλεγχο. Δεν έχουμε επιστροφή σε ανεξέλεγκτες παροχές, ενώ οι αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις κινούνται εντός προβλέψιμων ορίων.
Τρίτον, η ανάπτυξη. Όχι εκρηκτική, αλλά σταθερά υψηλότερη από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Αυτό μεταφράζεται σε περισσότερα φορολογικά έσοδα και χαμηλότερη πίεση στις κοινωνικές δαπάνες.
Με απλά λόγια, το κράτος δεν «στύβει» απλώς την οικονομία. Εκμεταλλεύεται μια περίοδο σχετικής κανονικότητας για να κλειδώσει πλεονάσματα.
Το μεγάλο στοίχημα του χρέους
Το πραγματικό όφελος από ένα πρωτογενές πλεόνασμα πάνω από 4% είναι η ταχεία μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ. Σε ένα περιβάλλον υψηλών επιτοκίων, αυτό είναι κρίσιμο. Όσο χαμηλότερος ο λόγος χρέους, τόσο μικρότερη η ευπάθεια της χώρας σε διεθνείς κρίσεις ή σε αλλαγές νομισματικής πολιτικής.
Εδώ η Ελλάδα αποκτά ένα στρατηγικό πλεονέκτημα: δείχνει ότι μπορεί να εξυπηρετεί το χρέος της χωρίς να εξαρτάται από ευνοϊκές συγκυρίες ή πολιτικές αποφάσεις τρίτων. Αυτό είναι που κοιτάζουν οι αγορές και όχι τα επικοινωνιακά συνθήματα.
Οι προσδοκίες και οι παγίδες
Όμως ας μην κοροϊδευόμαστε. Πλεόνασμα τέτοιου μεγέθους δημιουργεί πολιτική πίεση. Φοροελαφρύνσεις, κοινωνικές παροχές, αυξήσεις μισθών στο Δημόσιο, ενίσχυση του κοινωνικού κράτους. Όλα μπαίνουν στο τραπέζι.
Η παγίδα είναι προφανής: αν το πλεόνασμα αντιμετωπιστεί ως μόνιμο «λάφυρο» για διανομή, η δημοσιονομική υπεραπόδοση μπορεί να εξαφανιστεί γρήγορα. Η ιστορία της Ελλάδας είναι γεμάτη από περιόδους όπου η δημοσιονομική χαλάρωση ήρθε ακριβώς τη στιγμή που η χώρα άρχισε να στέκεται στα πόδια της.
Το Γραφείο Προϋπολογισμού ουσιαστικά λέει το εξής, χωρίς να το διατυπώνει ωμά: υπάρχει χώρος για παρεμβάσεις, αλλά όχι για επιστροφή σε λογικές προ κρίσης.
Πλεόνασμα χωρίς ανάπτυξη δεν έχει νόημα
Ένα ακόμη κρίσιμο σημείο: το πλεόνασμα από μόνο του δεν αρκεί. Αν δεν μετατραπεί σε εργαλείο ενίσχυσης της παραγωγικής βάσης, θα παραμείνει λογιστικό επίτευγμα. Οι δημόσιες επενδύσεις, η εκπαίδευση, η καινοτομία και οι υποδομές είναι το πραγματικό τεστ για τη δημοσιονομική πολιτική των επόμενων ετών.
Διαφορετικά, το πλεόνασμα κινδυνεύει να γίνει αυτοσκοπός, κάτι που μακροπρόθεσμα φθείρει την οικονομία και την κοινωνική συνοχή.
Συμπέρασμα
Πρωτογενές πλεόνασμα άνω του 4% του ΑΕΠ το 2025 σημαίνει ότι η Ελλάδα έχει περάσει σε μια νέα φάση δημοσιονομικής ωριμότητας. Δεν είναι μικρό επίτευγμα, ούτε αυτονόητο. Είναι όμως και μια λεπτή ισορροπία.
Από εδώ και πέρα, το ερώτημα δεν είναι αν η χώρα μπορεί να παράγει πλεονάσματα. Το αποδεικνύει ήδη. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να τα χρησιμοποιήσει χωρίς να επαναλάβει τα λάθη του παρελθόντος. Εκεί θα κριθεί αν το 4%+ του 2025 θα μείνει ως σημείο καμπής ή ως μια ακόμη χαμένη ευκαιρία.

