
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις απέτυχαν να καταλήξουν σε συμφωνία για τη διοχέτευση των παγωμένων ρωσικών κρατικών περιουσιακών στοιχείων στην Ουκρανία, έπειτα από μια μαραθώνια σύνοδο 16 ωρών στις Βρυξέλλες. Η αποτυχία αυτή συνιστά σοβαρό πολιτικό πλήγμα τόσο για τον Γερμανό καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς όσο και για την πρόεδρο της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και, κυρίως, αποκαλύπτει με ωμό τρόπο τα όρια της ευρωπαϊκής γεωπολιτικής ισχύος.
Αντί για μια τολμηρή απόφαση που θα έστελνε ξεκάθαρο μήνυμα στη Μόσχα, οι «27» κατέφυγαν σε ένα σχέδιο ανάγκης: κοινό ευρωπαϊκό δανεισμό. Το Plan B, που προωθούσε επί εβδομάδες ο Βέλγος πρωθυπουργός Μπαρτ ντε Βέβερ και μέχρι λίγες ώρες πριν θεωρούνταν απίθανο, τελικά επικράτησε. Ακόμη κι έτσι, η ενότητα της ΕΕ ράγισε, καθώς Ουγγαρία, Σλοβακία και Τσεχία αρνήθηκαν να συμμετάσχουν.
«Το κάτω-κάτω, μετά από σήμερα, η στήριξή μας προς την Ουκρανία είναι εγγυημένη», δήλωσε η Δανή πρωθυπουργός Μέτε Φρέντερικσεν στις 3 τα ξημερώματα. Όμως πίσω από τη δήλωση αισιοδοξίας κρύβεται μια πιο άβολη αλήθεια: η Ευρώπη δεν τόλμησε να χρησιμοποιήσει τα εργαλεία ισχύος που διαθέτει.
Η συμφωνία προβλέπει κοινό δανεισμό 90 δισ. ευρώ για τη χρηματοδότηση δανείου προς την Ουκρανία διάρκειας δύο ετών, με εγγύηση τον κοινοτικό προϋπολογισμό. Πρόκειται για μια κρίσιμη οικονομική ανάσα για μια χώρα που κινδυνεύει με δημοσιονομική ασφυξία ήδη από την άνοιξη, καθώς ο πόλεμος με τη Ρωσία μπαίνει στον τέταρτο χρόνο του. Αλλά δεν ήταν αυτό που επεδίωκαν το Βερολίνο και η Κομισιόν.
Για εβδομάδες, Γερμανία και Ευρωπαϊκή Επιτροπή πίεζαν για τη χρήση έως και 210 δισ. ευρώ από παγωμένα ρωσικά κρατικά κεφάλαια. Ένα μέτρο που θα είχε σαφή πολιτικό και γεωπολιτικό συμβολισμό: ότι η ΕΕ είναι διατεθειμένη να μετατρέψει την οικονομική της δύναμη σε στρατηγικό όπλο. Ο ντε Βέβερ φρόντισε –για δεύτερη φορά μέσα σε λίγους μήνες– να τορπιλίσει αυτή την επιλογή.
«Κάποιοι θέλουν να τιμωρήσουν τον Πούτιν παίρνοντας τα λεφτά του. Όμως η πολιτική δεν είναι συναισθηματική δουλειά», δήλωσε κυνικά ο Βέλγος πρωθυπουργός, προσθέτοντας ότι «επικράτησε η λογική». Στην πράξη, επικράτησε ο φόβος.
Ο λόγος ήταν ξεκάθαρος: το μεγαλύτερο μέρος των ρωσικών κεφαλαίων βρίσκεται στην Euroclear, εταιρεία εγκατεστημένη στο Βέλγιο. Ο ντε Βέβερ απαίτησε απεριόριστες εγγυήσεις από τους εταίρους του σε περίπτωση ρωσικών αντιποίνων. Ακόμη και οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές της κατάσχεσης των ρωσικών assets χαρακτήρισαν το αίτημα «λευκή επιταγή» και το απέρριψαν.
Το αποτέλεσμα; Μια Ευρώπη που συζητά επί ώρες, εξαντλείται σε νομικές λεπτομέρειες και τελικά επιλέγει τη λιγότερο συγκρουσιακή λύση. Μια Ευρώπη που δανείζεται για να βοηθήσει, αλλά δεν τολμά να κατασχέσει. Που φοβάται το ρίσκο, ακόμη κι όταν απέναντί της βρίσκεται ένας ανοιχτός αναθεωρητισμός.
Η υπόθεση της Ουκρανίας μπλέχτηκε με άλλα μεγάλα μέτωπα της Συνόδου: τη συμφωνία Mercosur και τον επόμενο κοινοτικό προϋπολογισμό. Ο Μερτς, πιεσμένος στο εσωτερικό από την άνοδο της ακροδεξιάς AfD, δεν μπορούσε να επιστρέψει στο Βερολίνο χωρίς «τρόπαιο». Αντίθετα, η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι, σε ρόλο πραγματίστριας, φρέναρε τόσο τη Mercosur όσο και το σχέδιο για τα ρωσικά assets, σε αγαστή συνεργασία με το Βέλγιο.
«Η κοινή λογική επικράτησε», δήλωσε η Μελόνι. Όμως για πολλούς στις Βρυξέλλες, αυτό που επικράτησε δεν ήταν η κοινή λογική, αλλά η ευρωπαϊκή αδυναμία: η μόνιμη δυσκολία της ΕΕ να λειτουργήσει ως γεωπολιτικός παίκτης και όχι απλώς ως λογιστής κρίσεων.
Την ώρα που ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται αμφίθυμος για τη στήριξη της Ουκρανίας και ο Βλαντίμιρ Πούτιν μιλά ολοένα και πιο ανοιχτά για «νίκη», η Ευρώπη έστειλε ένα μήνυμα προσεκτικό, αλλά όχι ισχυρό. Και στη σημερινή γεωπολιτική συγκυρία, η προσοχή συχνά εκλαμβάνεται ως αδυναμία.
