
Οι πρόσφατες δηλώσεις του Γιάνη Βαρουφάκη για τη χρήση ναρκωτικών ουσιών δεν αποτελούν απλώς μια άστοχη στιγμή ειλικρίνειας. Συνιστούν ένα επικίνδυνο δημόσιο αφήγημα που θολώνει τα όρια ανάμεσα στην προσωπική εμπειρία και την κοινωνική ευθύνη. Όταν ένας πολιτικός με διεθνή προβολή, με πρόσβαση σε μέσα, ακροατήρια και νέους ανθρώπους, μιλά με ελαφρότητα για ουσίες, δεν «ανοίγει διάλογο». Αποσυντονίζει.
Ας το πούμε καθαρά: δεν είναι ζήτημα πουριτανισμού. Είναι ζήτημα μηνύματος. Σε μια χώρα που παλεύει με εξαρτήσεις, με οικογένειες διαλυμένες, με νέους ανθρώπους που χάνονται ανάμεσα σε «πειράματα» και αυταπάτες, το να παρουσιάζεται η χρήση ως αφήγηση ζωής, χωρίς σαφή αποδοκιμασία, χωρίς όρια, χωρίς επίγνωση του κοινωνικού βάρους, είναι ανεύθυνο. Όχι απλώς άκομψο. Ανεύθυνο.
Η πολιτική δεν είναι stand-up comedy. Και η δημόσια σφαίρα δεν είναι θεραπευτικό καναπέ. Όταν επιλέγεις να μιλήσεις δημόσια, επιλέγεις και να σταθμίσεις τις συνέπειες. Εδώ, αυτή η στάθμιση απουσιάζει. Το μήνυμα που περνά —είτε σκόπιμα είτε από αφέλεια— είναι ότι οι ουσίες είναι κάτι που «δοκιμάζεις», «ξεπερνάς», «αφηγείσαι». Ότι δεν υπάρχει κόστος, παρά μόνο μια ιστορία να πεις. Αυτό είναι ψευδές και επικίνδυνο.
Υπάρχει και μια δεύτερη, βαθύτερη διάσταση: η κανονικοποίηση. Όταν δημόσια πρόσωπα μιλούν χαλαρά για τέτοια ζητήματα, μετακινούν το πλαίσιο της κοινωνικής αποδοχής. Δεν χρειάζεται να προτρέψουν ρητά. Αρκεί να εξωραΐσουν. Η κοινωνία δεν λειτουργεί με νομικούς αστερίσκους, λειτουργεί με σύμβολα. Και εδώ το σύμβολο είναι λάθος.
Η ειρωνεία είναι ότι ο ίδιος ο Βαρουφάκης αυτοπαρουσιάζεται ως διανοούμενος που «λέει τα πράγματα με το όνομά τους». Όμως εδώ αποφεύγει το βασικό: ότι οι ουσίες δεν είναι προσωπικό lifestyle choice χωρίς κοινωνικές επιπτώσεις. Ότι δεν είναι «εμπειρία», αλλά συχνά παγίδα. Ότι δεν είναι αφήγημα, αλλά πρόβλημα δημόσιας υγείας. Το να μιλάς χωρίς να τοποθετείσαι καθαρά απέναντι σε αυτά δεν είναι ειλικρίνεια. Είναι υπεκφυγή.
Και εδώ φτάνουμε στο πιο σοβαρό σημείο: την ακαδημαϊκή ιδιότητα. Ένας πανεπιστημιακός δάσκαλος —ή κάποιος που επικαλείται αυτόν τον ρόλο— δεν εκπροσωπεί μόνο τον εαυτό του. Εκπροσωπεί έναν θεσμό που βασίζεται στην κρίση, στη σοβαρότητα, στην ευθύνη λόγου. Το πανεπιστήμιο δεν είναι χώρος «προσωπικών αφηγήσεων χωρίς φίλτρο». Είναι χώρος διαμόρφωσης σκέψης και αξιών.
Όταν λοιπόν ένας πανεπιστημιακός εμφανίζεται να μιλά δημόσια για χρήση ναρκωτικών χωρίς σαφή καταδίκη, χωρίς θεσμική σοβαρότητα, χωρίς επίγνωση του παραδειγματισμού που ασκεί, τότε δεν πλήττει μόνο τον εαυτό του. Πλήττει το ίδιο το κύρος της ακαδημαϊκής κοινότητας. Και αυτό δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο.
Γι’ αυτό το συμπέρασμα είναι σκληρό αλλά αναγκαίο: το πανεπιστήμιο στο οποίο υποτίθεται ότι διδάσκει οφείλει να εξετάσει την αφαίρεση της έδρας του. Όχι ως ηθικό δικαστήριο για το παρελθόν του, αλλά ως θεσμική πράξη αυτοπροστασίας. Η ακαδημαϊκή ελευθερία δεν ταυτίζεται με την ακαδημαϊκή ασυδοσία. Και ο δημόσιος λόγος δεν είναι χωρίς συνέπειες.
Σε μια κοινωνία που έχει πληρώσει ακριβά την ανοχή, το «έτσι είμαι εγώ» δεν αρκεί. Όταν έχεις μικρόφωνο, έχεις και ευθύνη. Και εδώ, αυτή η ευθύνη απουσιάζει εκκωφαντικά.
Ι.Α.Φ

