
Οι ευρωπαϊκές μετοχές έκλεισαν σε αρνητικό έδαφος την Τετάρτη (7/1), καθώς εντείνονται οι ανησυχίες στις αγορές λόγω των δηλώσεων του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, σχετικά με τη Γροιλανδία, ενώ το διεθνές περιβάλλον παραμένει ασταθές μετά την αμερικανική επέμβαση στη Βενεζουέλα και τη σύλληψη του Ν. Μαδούρο.
Ο πανευρωπαϊκός δείκτης Stoxx 600 έχασε για λίγο το πρόσημο στο κλείσιμο της συνεδρίασης (604,96 μονάδες, -0,05%), με τους περισσότερους κλάδους και τα μεγάλα περιφερειακά χρηματιστήρια να εμφανίζουν μεικτή εικόνα, όπως αποτυπώνεται παρακάτω:
- CAC 40: 8.233,92 μονάδες, -0,04%
- FTSE MIB: 45.558,68 μονάδες, -0,43%
- FTSE 100: 10.048,21 μονάδες, -0,74%
- DAX: 25.098,53 μονάδες, +0,83%
- IBEX 35: 17.596,40 μονάδες, -0,29%
Ποιες μετοχές βρέθηκαν στο επίκεντρο
Οι ευρωπαϊκές μετοχές του αμυντικού κλάδου κινήθηκαν ανοδικά, με τον δείκτη Stoxx Europe Aerospace and Defense να καταγράφει άνοδο 3% στη διάρκεια της συνεδρίασης, σημειώνοντας την τέταρτη συνεχόμενη ημέρα κερδών.
Σε επίπεδο μεμονωμένων μετοχών, η εταιρεία logistics InPost υποχώρησε κατά 5,9%, μετά το άλμα 28% που είχε καταγράψει την Τρίτη, όταν ανακοίνωσε ότι έλαβε μη δεσμευτική πρόταση για την εξαγορά του συνόλου των μετοχών της.
Στον αντίποδα, η Thales κατέγραψε τη μεγαλύτερη άνοδο στον ευρωπαϊκό δείκτη, με κέρδη 8,3%, αφού ένα τσιπ ασφαλείας της Samsung, το οποίο βασίζεται στο ασφαλές λειτουργικό σύστημα της Thales, απέσπασε το βραβείο «Καλύτερη Καινοτομία στην Κυβερνοασφάλεια» στο τεχνολογικό συνέδριο CES 2026.
Η Thyssenkrupp AG ενισχύθηκε κατά 6,8%, έπειτα από πληροφορίες ότι ο γερμανικός βιομηχανικός όμιλος εξετάζει τη σταδιακή πώληση του χαλυβουργικού του τομέα στην ινδική Jindal Steel.
Παράλληλα, οι μετοχές της Bayer σημείωσαν άνοδο 0,8%, μετά την ανακοίνωση της εταιρείας ότι κατέθεσε αγωγές κατά των Pfizer, BioNTech και Moderna, υποστηρίζοντας ότι οι εταιρείες χρησιμοποίησαν την τεχνολογία mRNA της Bayer για την ανάπτυξη των εμβολίων κατά της Covid-19. Στις αγωγές που κατατέθηκαν την Τρίτη σε ομοσπονδιακό δικαστήριο του Ντέλαγουερ, η Bayer κατηγορεί τις εταιρείες για παραβίαση πατεντών.
«Η Moderna είναι ενήμερη για τη δικαστική διαμάχη και θα υπερασπιστεί τον εαυτό της απέναντι σε αυτούς τους ισχυρισμούς», δήλωσε εκπρόσωπος της εταιρείας την Τετάρτη (7/1). «Πέραν αυτού, δεν έχουμε κάποιο περαιτέρω σχόλιο», σημείωσε.
Τέλος, τα προκαταρκτικά στοιχεία για τον πληθωρισμό της Ευρωζώνης τον Δεκέμβριο, που δημοσίευσε η Eurostat, διαμορφώθηκαν στο 2%, σε ευθυγράμμιση με τον στόχο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και τις προβλέψεις οικονομολόγων σε δημοσκόπηση του Reuters.
Το βλέμμα στραμμένο στη Γροιλανδία
Το παγκόσμιο επενδυτικό ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στις προθέσεις του προέδρου Τραμπ αναφορικά με τη Γροιλανδία, μετά τη στρατιωτική επιχείρηση των ΗΠΑ που οδήγησε στη σύλληψη του ηγέτη της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο.
Ο Αμερικανός πρόεδρος και η ομάδα του εξετάζουν «μια σειρά επιλογών» για την απόκτηση της Γροιλανδίας, συμπεριλαμβανομένης της «χρήσης του αμερικανικού στρατού», όπως δήλωσε στο CNBC την Τρίτη (6/1) η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου, Καρολάιν Λέβιτ.
Ο Τραμπ έχει επιμείνει ότι οι ΗΠΑ χρειάζονται το αρκτικό νησί για λόγους εθνικής ασφάλειας και αυτή την εβδομάδα αναφέρθηκε στις δραστηριότητες της Ρωσίας και της Κίνας στην περιοχή.
Τόσο η Γροιλανδία όσο και η Δανία έχουν επανειλημμένα δηλώσει ότι το νησί δεν είναι προς πώληση, ενώ Ευρωπαίοι ηγέτες εξέδωσαν την Τρίτη (6/1) κοινή δήλωση στην οποία ανέφεραν: «Η Γροιλανδία ανήκει στον λαό της. Μόνο η Δανία και η Γροιλανδία έχουν το δικαίωμα να αποφασίζουν για ζητήματα που τις αφορούν».
Σε ξεχωριστή ανακοίνωση χθες το βράδυ, ο Δανός υπουργός Άμυνας και αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Τρόελς Λουντ Πούλσεν, δήλωσε ότι η Δανία θα δαπανήσει 88 δισ. δανικές κορόνες (13,8 δισ. δολάρια) για την ενίσχυση της άμυνας της Γροιλανδίας, λόγω «της σοβαρής κατάστασης ασφάλειας που αντιμετωπίζουμε».
«Ελπίζω ότι και οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αναγνωρίσουν αυτή την πραγματικότητα και θα είναι έτοιμες να συνεργαστούν για το κοινό μας συμφέρον στην ασφάλεια της Αρκτικής», ανέφερε. «Η Δανία επιθυμεί να παραμείνει σύμμαχος των ΗΠΑ, όμως αυτό προϋποθέτει αμοιβαία διάθεση σεβασμού και συνεργασίας».

