
Οι αμερικανικές μετοχές κινήθηκαν πτωτικά την Τετάρτη (14/1) για δεύτερη συνεχόμενη ημέρα, απομακρυνόμενες περαιτέρω από τα επίπεδα-ρεκόρ, καθώς οι επενδυτές αξιολογούσαν ένα νέο κύμα εταιρικών αποτελεσμάτων και παρακολουθούσαν τις γεωπολιτικές εξελίξεις.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο δείκτης S&P 500 υποχώρησε κατά 0,48% κινούμενος στις 6,930.06 μονάδες, ενώ ο Dow Jones Industrial Average έχασε περίπου 42 μονάδες, ή περίπου 0,1%. Την ίδια στιγμή, ο Nasdaq Composite κατέγραψε απώλειες 1% στις 23,471.75 μονάδες.
Στα αξιόλογα της μέρας, ο τεχνολογικός κλάδος άσκησε έντονες πιέσεις στη συνολική αγορά. Ιδιαίτερα οι μετοχές των εταιρειών μικροτσίπ βρέθηκαν στο επίκεντρο των απωλειών, με τη Broadcom να σημειώνει πτώση 4%, ενώ οι Nvidia και Micron Technology σημειώση πτώση μεγαλύτερη από 1% η καθεμία.
Να σημειωθεί εδώ ότι το Reuters, επικαλούμενο πηγές με γνώση του θέματος, μετέδωσε ότι οι κινεζικές τελωνειακές αρχές έχουν ενημερώσει τους τελωνειακούς υπαλλήλους πως τα τσιπ H200 της Nvidia δεν επιτρέπεται να εισέλθουν στη χώρα.
Επιπλέον, η Wells Fargo βρέθηκε μεταξύ των μεγαλύτερων χαμένων της συνεδρίασης, σημειώνοντας πτώση άνω του 4%, μετά την ανακοίνωση εσόδων τέταρτου τριμήνου που ήταν χαμηλότερα των προσδοκιών. Οι μετοχές των Bank of America και Citigroup κινήθηκαν επίσης πτωτικά, παρά το γεγονός ότι τα αποτελέσματά τους ξεπέρασαν τις εκτιμήσεις της αγοράς, καθώς οι επενδυτές έκριναν ότι δεν ήταν αρκετά ισχυρά για να στηρίξουν μια αγορά που διαπραγματεύεται κοντά σε ιστορικά υψηλά.
Οι απώλειες αυτές προστίθενται στη συνολική πτώση της εβδομάδας, μετά την έκκληση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ την Παρασκευή για μεταρρύθμιση στα επιτόκια των πιστωτικών καρτών. Η Citigroup έχει υποχωρήσει πάνω από 7% από την αρχή της εβδομάδας, ενώ η Bank of America καταγράφει απώλειες περίπου 6%. Η Wells Fargo έχει χάσει σχεδόν 7% έως το κλείσιμο της Τετάρτης.
Επισημαίνεται ότι οι μετοχές κινήθηκαν χαμηλότερα, παρά το γεγονός ότι τα καθυστερημένα στοιχεία για τον δείκτη τιμών παραγωγού (PPI) και τις λιανικές πωλήσεις του Νοεμβρίου ήταν ισχυρά.
«Αν μεταφράσει κανείς αυτό το νούμερο του PPI σε αυτό που θα δούμε στον βασικό δείκτη PCE, πιστεύω ότι θα βγει λίγο “καυτός”», δήλωσε ο Tom Graff, επικεφαλής επενδύσεων της Facet. «Αν αυτό ισχύει, τότε πρόκειται για σοβαρό πρόβλημα για τη Fed. Εντείνει τις ανησυχίες σχετικά με την ανεξαρτησία της Ομοσπονδιακής Τράπεζας».
Υπενθυμίζεται ότι οι επιθέσεις του Τραμπ κατά του προέδρου της Federal Reserve, Τζερόμ Πάουελ, συνεχίστηκαν την Τρίτη (13/1), εν μέσω αυξανόμενων ανησυχιών για την ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας, καθώς το Υπουργείο Δικαιοσύνης διεξάγει ποινική έρευνα εις βάρος του επικεφαλής της Fed. Παγκόσμιοι κεντρικοί τραπεζίτες έχουν έκτοτε εκφράσει τη στήριξή τους προς τον Πάουελ.
«Τι θα συμβεί αν φτάσουμε, ας πούμε, στο δεύτερο μισό της χρονιάς, υπάρχει νέος πρόεδρος στη Fed και ίσως η Fed θα έπρεπε να αυξάνει τα επιτόκια ή σίγουρα να μην τα μειώνει, επειδή η οικονομία έχει σταθεροποιηθεί και ο πληθωρισμός έχει επιστρέψει;» ανέφερε ο Graff. «Οι επενδυτές θα αρχίσουν να ανησυχούν έντονα γι’ αυτό».
Η γεωπολιτική αβεβαιότητα επηρέασε το επενδυτικό κλίμα
Η γεωπολιτική αβεβαιότητα επιβάρυνε επίσης το επενδυτικό κλίμα την Τετάρτη. Οι τιμές του πετρελαίου κινήθηκαν ανοδικά στο μεγαλύτερο μέρος της συνεδρίασης, λόγω φόβων για διαταραχές στην προσφορά εξαιτίας της πολιτικής αναταραχής στο Ιράν — βασικό μέλος του OPEC — και της κλιμάκωσης των εντάσεων μεταξύ Τεχεράνης και Ουάσινγκτον. Ωστόσο, αργότερα υποχώρησαν, αφού ο Τραμπ άφησε να εννοηθεί ότι ενδέχεται να μην επιτεθεί στο Ιράν.
Πιο συγκεκριμένα, οι τιμές του Brent κινούνται αυτή τη στιγμή πτωτικά κατά 1,54% στα 64,45 δολάρια το βαρέλι, ενώ αντίστοιχη πτώση καταγράφει και το αμερικανικό αργό κατά 1,65% στα 64,45 δολάρια ανά βαρέλι.
«Μας έχουν ενημερώσει ότι οι δολοφονίες στο Ιράν σταματούν. Έχουν σταματήσει. Σταματούν και δεν υπάρχει σχέδιο για εκτελέσεις», δήλωσε στους δημοσιογράφους στο Οβάλ Γραφείο.
Υπενθυμίζεται εδώ ότι ο Τραμπ είχε ακυρώσει όλες τις συναντήσεις με Ιρανούς αξιωματούχους την Τρίτη και είπε στους διαδηλωτές ότι «η βοήθεια είναι καθ’ οδόν». Οι τιμές του αργού πετρελαίου αυξήθηκαν πάνω από 2% εκείνη την ημέρα, ενώ την Τετάρτη βρέθηκαν να υποχωρούν πάνω από 2%.

