Έναν χρόνο μετά την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, οι σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρώπης περιγράφονται από Ευρωπαίους αξιωματούχους με όρους που παραπέμπουν περισσότερο… σε έναν αποτυχημένο γάμο: συνεχείς καβγάδες, εντάσεις που δεν μπορούν να περιγραφούν στο πλήρες μέγεθός τους και μια διαρκής προσπάθεια διατήρησης των προσχημάτων στον δημόσιο λόγο. Ωστόσο, η απειλή του Αμερικανού προέδρου για επιβολή τιμωρητικών δασμών σε όποιον επιχειρήσει να εμποδίσει την προσάρτηση της Γροιλανδίας αποτέλεσε, για πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, το τελειωτικό χτύπημα. Για αρκετούς στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, το «διαζύγιο» με την Ουάσιγκτον μοιάζει πλέον αναπόφευκτο.
Σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις, Ευρωπαίοι αξιωματούχοι δεν κρύβουν την αγανάκτησή τους, χαρακτηρίζοντας την αμερικανική σπουδή για προσάρτηση ενός κυρίαρχου δανικού εδάφους ως «παράλογη» και «παρανοϊκή». Ορισμένοι – μετά και την επιστολή του στον Νορβηγό πρωθυπουργό, στην οποία έδειξε πως… δεν καίγεται, πλέον, για την ειρήνη – αναρωτιούνται αν ο Τραμπ λειτουργεί με «πολεμική διάθεση» μετά την περιπέτεια της Βενεζουέλας, υποστηρίζοντας ότι η Ευρώπη οφείλει να απαντήσει με τη σκληρότερη δυνατή αντίδραση σε αυτό που εκλαμβάνεται ως ξεκάθαρη και απρόκλητη «επίθεση» εναντίον των διατλαντικών συμμάχων.
«Εκλαμβάνεται ως ένα βήμα πέρα από κάθε όριο», δήλωσε Ευρωπαίος διπλωμάτης στο Politico, υπό τον όρο της ανωνυμίας. «Η Ευρώπη έχει δεχθεί κριτική ότι υπήρξε αδύναμη απέναντι στον Τραμπ. Υπάρχει μια δόση αλήθειας σε αυτό, αλλά υπάρχουν και κόκκινες γραμμές».
Στους ανώτερους κύκλους των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων κερδίζει έδαφος η άποψη ότι η Αμερική του Τραμπ δεν αποτελεί πλέον αξιόπιστο εμπορικό εταίρο – πόσο μάλλον εγγυητή ασφάλειας. «Υπάρχει μια μετατόπιση στην αμερικανική πολιτική και, σε μεγάλο βαθμό, είναι μόνιμη», σημειώνει ανώτερος Ευρωπαίος αξιωματούχος. «Η αναμονή μέχρι να περάσει δεν είναι λύση. Αυτό που απαιτείται είναι μια συντεταγμένη και συντονισμένη μετάβαση σε μια νέα πραγματικότητα».
Ο συντονισμός αυτός, σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, έχει ήδη ξεκινήσει, μαζί με μια ευρύτερη συζήτηση για το τι ακολουθεί. Αν δεν υπάρξει ριζική αλλαγή στάσης από την Ουάσιγκτον, η διαδικασία αυτή ενδέχεται να οδηγήσει σε βαθιά αναδιαμόρφωση της Δύσης, με ανατροπές στην παγκόσμια ισορροπία ισχύος. Οι συνέπειες εκτείνονται από σοβαρές οικονομικές απώλειες λόγω κλιμακούμενων εμπορικών εντάσεων έως αυξημένους κινδύνους ασφαλείας, καθώς η Ευρώπη θα επιχειρεί να υπερασπιστεί τον εαυτό της χωρίς την αμερικανική ομπρέλα, χωρίς να έχει προλάβει ακόμα να οχυρωθεί επαρκώς.
Το κόστος δεν θα είναι αμελητέο ούτε για τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς η ικανότητά τους να προβάλλουν στρατιωτική ισχύ σε περιοχές όπως η Αφρική και η Μέση Ανατολή βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στο ευρωπαϊκό δίκτυο βάσεων, αεροδρομίων και υλικοτεχνικής υποστήριξης.
Μέλλον χωρίς τις ΗΠΑ στο κάδρο
Παράλληλα με τις συζητήσεις για τα εμπορικά αντίποινα, διπλωμάτες και κυβερνητικοί αξιωματούχοι εξετάζουν πλέον σοβαρά τι θα σήμαινε μια μακροπρόθεσμη ρήξη με την Ουάσιγκτον. Για τους περισσότερους, η προοπτική είναι οδυνηρή, καθώς θα έβαζε τέλος σε οκτώ δεκαετίες συνεργασίας και θα έπληττε καίρια το ΝΑΤΟ στη σημερινή του μορφή. Αρκετές κυβερνήσεις επιδιώκουν να διασώσουν ό,τι είναι δυνατόν, ενώ η πρωθυπουργός της Ιταλίας, Τζόρτζια Μελόνι προσπαθεί να κρατήσει ισορροπίες και αποκαταστήσει τους διαύλους επικοινωνίας, εκμεταλλευόμενη τη συμπάθεια που της τρέφει ο Τραμπ.
Για άλλους, ωστόσο, ένα «μετά τις ΗΠΑ» μέλλον δεν φαντάζει ως μη αντιμετωπίσιμο. Κατά τη δεύτερη θητεία Τραμπ, ευρωπαϊκά κράτη – εντός και εκτός ΕΕ, όπως η Βρετανία και η Νορβηγία – έχουν συνεργαστεί στενά σε ένα σχήμα που λειτουργεί ήδη χωρίς την Αμερική: τον λεγόμενο «συνασπισμό των προθύμων» για τη στήριξη της Ουκρανίας.
Σύμβουλοι εθνικής ασφάλειας από 35 χώρες βρίσκονται σε συνεχή επαφή, με τακτικές συναντήσεις και άτυπη επικοινωνία μέσω μηνυμάτων. Η εμπιστοσύνη μεταξύ τους θεωρείται ισχυρή, ενώ οι ίδιοι οι ηγέτες έχουν αναπτύξει στενότερους προσωπικούς δεσμούς. Ευρισκόμενοι στο ίδιο «τραπέζι» ανταλλάσσουν μηνύματα ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ, ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, ο πρόεδρος της Φινλανδίας Αλεξάντερ Στουμπ, καθώς και η Μελόνι.
Η άτυπη αυτή ομάδα, γνωστή ως «Ομάδα της Ουάσιγκτον», έχει αναπτύξει μια ρουτίνα άμεσου συντονισμού κάθε φορά που ο Τραμπ προκαλεί αναταράξεις. Μέχρι πρόσφατα, η στρατηγική τους ήταν να απαντούν ψύχραιμα στις πολιτικές του κινήσεις, αποφεύγοντας την κλιμάκωση. Η κρίση της Γροιλανδίας, όμως, φαίνεται να αλλάζει τα δεδομένα.
Ακόμη και ο συνήθως προσεκτικός Στάρμερ χαρακτήρισε δημοσίως «λανθασμένη» την απειλή δασμών, φέρεται μάλιστα να το επεσήμανε και σε απευθείας επικοινωνία με τον Τραμπ. Το ζήτημα έχει επαναφέρει επιτακτικά το ερώτημα του πώς η Ευρώπη μπορεί να πορευτεί χωρίς τις ΗΠΑ στο πλευρό της.
Ποιος χρειάζεται το ΝΑΤΟ – Η δυναμική που προσδίδει η Ουκρανία
Για ορισμένους, το τρέχον σχήμα συνεργασίας θα μπορούσε να αποτελέσει την αρχή μιας νέας αρχιτεκτονικής ασφάλειας. Μια τέτοια συμμαχία δεν θα απέκλειε τη συνεργασία με την Αμερική, αλλά δεν θα τη θεωρούσε δεδομένη. Στις συνομιλίες συμμετέχει και ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι, γεγονός που προσδίδει ιδιαίτερο βάρος, καθώς η Ουκρανία διαθέτει σήμερα τον πιο ενεργό στρατό της Ευρώπης και τεχνογνωσία πολέμου μοναδική για την Γηραιά Ήπειρο.
Η ιδέα της ένταξης στο ΝΑΤΟ, που για χρόνια αποτελούσε στρατηγικό στόχο του Κιέβου, μοιάζει πλέον λιγότερο ελκυστική, καθώς οι αμερικανικές εγγυήσεις εμφανίζονται ολοένα και πιο αβέβαιες. Εάν η ουκρανική στρατιωτική ισχύς προστεθεί σε εκείνη χωρών όπως η Γαλλία, η Γερμανία, η Πολωνία και το Ηνωμένο Βασίλειο, το δυναμικό του συνασπισμού θα ήταν τεράστιο, περιλαμβάνοντας πυρηνικά και μη πυρηνικά κράτη.
Στις Βρυξέλλες, η συζήτηση έχει ήδη ενταθεί. Ο Ευρωπαίος επίτροπος Άμυνας Άντριους Κουμπίλιους πρότεινε πρόσφατα τη δημιουργία μόνιμου ευρωπαϊκού στρατού 100.000 ανδρών και την αναβίωση ενός Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ασφαλείας, ενώ η Φον ντερ Λάιεν μιλά για νέα Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφάλειας. Η κοινή παραδοχή είναι ότι οι αποφάσεις δεν μπορούν να περιμένουν.
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες αναμένεται να συναντηθούν εκτάκτως τις επόμενες ημέρες για να καθορίσουν την απάντησή τους στις απειλές για τη Γροιλανδία, με το βλέμμα στραμμένο και στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός, όπου ενδέχεται να υπάρξουν απευθείας επαφές με τον Τραμπ. Όπως δήλωσε η Φον ντερ Λάιεν μετά από συνομιλίες με Ευρωπαίους ηγέτες και τον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, «η Ευρώπη θα μείνει σταθερή στην προστασία της Γροιλανδίας», επιδεικνύοντας όχι μόνο την απαιτούμενη αποφασιστικότητα, αλλά και δημιουργική σκέψη για το μέλλον της ευρωπαϊκής ασφάλειας.

