Ο Παρασκευάς “Πάρις” Κουκουλόπουλος είναι ένα όνομα που ανακυκλώνεται στην πολιτική ζωή της χώρας εδώ και δεκαετίες, αλλά όσο περνάει ο καιρός τόσο καθίσταται σαφές ότι η εικόνα του είναι περισσότερο προϊόν «πολιτικού σίριαλ» παρά ουσιαστικής πολιτικής παρουσίας. Γεννημένος στην Κοζάνη το 1956 και με επαγγελματική εκκίνηση ως χημικός μηχανικός, η πορεία του από τα τοπικά της αυτοδιοίκησης και τα δημοτικά συμβούλια μέχρι τη Βουλή δεν κρύβει μόνο εμπειρία, αλλά και μια πολιτική μονοτονία που κουράζει.
Είναι εντυπωσιακό το πώς ένας πολιτικός που υπήρξε δήμαρχος για σχεδόν δύο δεκαετίες και έχει πολιτευτεί σε διάφορες θέσεις δεν έχει καταφέρει να σχηματίσει μια ξεκάθαρη αφήγηση επιτυχίας ή να δικαιολογήσει την παραμονή του στη δημόσια σκηνή με έργα που να έχουν απτή αξία για τους πολίτες πέρα από την Κοζάνη. Αντίθετα, η πολιτική του εικόνα μοιάζει αποκομμένη από τις πραγματικές ανάγκες και ακούγεται περισσότερο σαν επανάληψη φθαρμένων συνθημάτων.
Ο τελευταίος σταθμός αυτής της πολιτικής αμηχανίας ήταν η πρόσφατη εμπλοκή του στην προσχηματική περιοδεία του ΠΑΣΟΚ στην περιοχή της Πτολεμαΐδας — ένα επεισόδιο που ανέδειξε με τον πιο ωμό τρόπο τον ρόλο του ως βαρίδι στρατηγικής. Εκεί, αντί να ανοίξει τη συζήτηση για το μέλλον της ενέργειας, της πράσινης μετάβασης και των νέων επενδύσεων, παρέσυρε τον πρόεδρο Νίκο να μιλά για πράγματα που έχουν πεθάνει παγκοσμίως: τον λιγνίτη.
Σε μια εποχή που όλος ο πλανήτης εγκαταλείπει τα ορυκτά καύσιμα, που η Ευρώπη επενδύει δισεκατομμύρια στις ΑΠΕ και στις νέες τεχνολογίες, ο κ. Κουκουλόπουλος επιμένει να τραβά το κόμμα του πίσω, σε μια ρητορική ξεπερασμένη, βαριά και πολιτικά επικίνδυνη. Αντί για όραμα, σερβίρει νοσταλγία. Αντί για σχέδιο, ανακύκλωση παλιών συνθημάτων.
Η στάση αυτή δείχνει έναν πολιτικό που στοχεύει στην εντύπωση και όχι στην ουσία, που προτιμά να χαϊδεύει αυτιά με εύκολες αναφορές στο παρελθόν αντί να μιλήσει καθαρά για το αύριο. Δεν καταθέτει συγκεκριμένες προτάσεις για νέες θέσεις εργασίας, για μετάβαση της τοπικής οικονομίας, για επενδύσεις υψηλής προστιθέμενης αξίας. Προτιμά το ασφαλές καταφύγιο της «λιγνιτικής ρητορικής», ακόμα κι αν αυτή έχει τελειώσει διεθνώς.
Και το χειρότερο; Με αυτή τη στάση σέρνει και τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ σε πολιτικό αδιέξοδο, εγκλωβίζοντάς τον σε συζητήσεις που θυμίζουν δεκαετία ’80, την ώρα που η κοινωνία ζητά απαντήσεις για το 2030 και το 2040. Έτσι, αντί να ανοίξει δρόμους, τους κλείνει. Αντί να κοιτά μπροστά, γυρνά επίμονα πίσω.
Την ίδια στιγμή, αποφεύγει κάθε σοβαρή αυτοκριτική για τη συνολική πορεία του κόμματος. Με το ΠΑΣΟΚ να παραμένει στάσιμο δημοσκοπικά και να μην πείθει ότι αποτελεί εναλλακτική πρόταση εξουσίας, ο ίδιος μιλά για «εσωτερικές συζητήσεις» και διαδικασίες, λες και το πρόβλημα είναι οργανωτικό και όχι πολιτικό. Λες και δεν φταίει ο λόγος, οι θέσεις και οι επιλογές.
Συνολικά, η εικόνα που προκύπτει για τον Πάρη Κουκουλόπουλο είναι αυτή ενός πολιτικού εγκλωβισμένου στο χθες, που αντί να βοηθά το κόμμα του να πάει μπροστά, το τραβάει πίσω. Αντί να συμβάλει στη διαμόρφωση σύγχρονου προγράμματος, επιμένει σε ιδέες που έχουν ήδη απορριφθεί διεθνώς. Και κάπως έτσι, από «παλιός γνώριμος» της πολιτικής σκηνής, καταλήγει σύμβολο πολιτικής στασιμότητας.

