
Οι απαιτήσεις του προέδρου Τραμπ να παραδώσει η Δανία τη Γροιλανδία στις ΗΠΑ, αλλιώς να αντιμετωπίσει εμπορικό πόλεμο και πιθανή στρατιωτική δράση, φέρνουν την Ευρώπη αντιμέτωπη με το αδιανόητο: ο βασικός της σύμμαχος για περισσότερα από 70 χρόνια έχει μετατραπεί σε μία από τις πιο επείγουσες απειλές της.
Η κατάρρευση της εμπιστοσύνης προς τις ΗΠΑ τον τελευταίο χρόνο, τόσο στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη όσο και στους ηγέτες της, αναγκάζει την ήπειρο να επανεξετάσει την εξάρτησή της — από την ασφάλεια έως το εμπόριο — από μια απρόβλεπτη κυβέρνηση Τραμπ, η οποία έχει εκφράσει αντιπάθεια προς την Ευρώπη και τώρα επιμένει να πάρει έδαφος συμμάχου.
Οι περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επιδιώκουν την αποκλιμάκωση της αντιπαράθεσης και θέλουν να αναβάλουν όσο γίνεται την ημέρα που θα αποσυνδέσουν την ασφάλεια και την οικονομία της περιοχής από τις ΗΠΑ. Το κόστος αντικατάστασης του ρόλου των ΗΠΑ ως στρατιωτικής δύναμης στην περιοχή, ενώ ενδεχομένως θα χρειαστεί και περιορισμός του εμπορίου και των επενδύσεων ώστε να μειωθούν οι κίνδυνοι, μοιάζει απαγορευτικό για ευρωπαϊκές χώρες που παλεύουν με χαμηλή ανάπτυξη και υπερφορτωμένα δημόσια οικονομικά.
Ακόμη κι αν βρεθεί συμβιβασμός για τη Γροιλανδία, ωστόσο, εξαπλώνεται στην Ευρώπη η αίσθηση ότι η ιστορικά μοναδική φιλία που είναι γνωστή ως «Δύση» δεν θα είναι ποτέ ξανά η ίδια. Η αναμέτρηση, πάνω σε άλλες εντάσεις με τον Τραμπ, κάνει σε πολλούς στην Ευρώπη σαφές ότι η σχέση έχει γίνει τοξική.
«Ο Ντόναλντ Τραμπ κατέστρεψε τη δυτική συνοχή», δήλωσε ο Κάρλο Καλέντα, κεντρώος Ιταλός γερουσιαστής και επί χρόνια ατλαντιστής, που πλέον υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση Τραμπ αποτελεί απειλή για τις ευρωπαϊκές δημοκρατίες. «Η Ευρώπη χρειάζεται να γίνει αδιαπέραστη σε κάθε παρέμβαση» από εξωτερικές δυνάμεις, είτε πρόκειται για τις ΗΠΑ είτε για τη Ρωσία, είπε. Αλλά μέχρι στιγμής, πρόσθεσε, «οι Ευρωπαίοι δεν έχουν τη δύναμη».
Η Ευρώπη έχει καταλάβει εδώ και χρόνια ότι πρέπει να κάνει περισσότερα για τη δική της ασφάλεια — και έχει αρχίσει να επανεξοπλίζεται, τόσο λόγω αμερικανικών πιέσεων όσο και λόγω της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία. Όμως μέχρι τον τελευταίο χρόνο, οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες στόχευαν σε μια πιο ισότιμη εταιρική σχέση με την Ουάσινγκτον μέσα στο ΝΑΤΟ. Τώρα βλέπουν το μέλλον αυτής της συνεργασίας να καταρρέει.
«Το περασμένο Σαββατοκύριακο έμοιαζε σαν σημείο καμπής», είπε η Ρέιτσελ Έλεχους, γενική διευθύντρια του λονδρέζικου think tank Royal United Services Institute και πρώην κορυφαία σύμβουλος των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ. Η Έλεχους είπε ότι ήταν εντυπωσιακό να βλέπει κανείς χιλιάδες ανθρώπους τόσο στη Γροιλανδία όσο και στη Δανία — παραδοσιακά από τους πιο στενούς συμμάχους των ΗΠΑ — να διαδηλώνουν κατά των αμερικανικών ενεργειών.
Η διάλυση θα ήταν δύσκολη και για τις ΗΠΑ. Το ΝΑΤΟ έχει δώσει στην Ουάσινγκτον πολιτική επιρροή σε όλη την Ευρώπη και ένα δίκτυο βάσεων που βοηθά την αμερικανική προβολή ισχύος παγκοσμίως. Οι ευρωπαϊκές χώρες είναι επίσης από τους μεγαλύτερους πελάτες των αμερικανικών αμυντικών εταιρειών, καθώς και ένας από τους σημαντικότερους εταίρους των ΗΠΑ σε εμπόριο και επενδύσεις γενικότερα. Η Έλεχους είπε ότι αναμένει πως η Ευρώπη θα στηριχθεί πλέον περισσότερο στις δικές της αμυντικές βιομηχανίες για τον επανεξοπλισμό.
Αξιωματούχοι από την Ευρώπη, τη Δανία και τη Γροιλανδία συναντήθηκαν στις Βρυξέλλες τη Δευτέρα.
Από την οικονομία έως την ασφάλεια, η σχέση ΗΠΑ–Ευρώπης είναι από τις πιο στενές και βαθιές που έχει γνωρίσει ποτέ ο κόσμος, άρα το «ξετύλιγμά» της δεν θα γίνει γρήγορα. Ορισμένοι αναλυτές λένε επίσης ότι η συμμαχία έχει αντέξει και άλλες κρίσεις στο παρελθόν, όπως όταν βρέθηκαν σε αντίπαλα στρατόπεδα στην κρίση του Σουέζ τη δεκαετία του 1950.
«Νομίζω ότι σε λίγες εβδομάδες αυτό θα έχει λυθεί», είπε ο Μάθιου Κρένιγκ, αντιπρόεδρος του think tank Atlantic Council. Παρότι η απειλή χρήσης στρατιωτικής ισχύος εναντίον συμμάχου στο ΝΑΤΟ είναι πρωτοφανής, ο Τραμπ συχνά κλιμακώνει για να πετύχει μια συμφωνία και συχνά υποχωρεί όταν υπάρχει πραγματική αντίδραση. Και οι δύο πλευρές, είπε ο Κρένιγκ, θα συνειδητοποιήσουν ότι έχουν περισσότερα να χάσουν παρά να κερδίσουν από τη σύγκρουση.
Αν όχι, αναμένεται η Ευρώπη να απαντήσει. Παρά την επιθυμία της Ευρώπης να εκτονώσει τη διαφορά για τη Γροιλανδία, «υπάρχει έντονη αίσθηση ότι πρέπει να τραβηχτεί μια γραμμή», είπε ο Μουτζτάμπα Ράχμαν, επικεφαλής Ευρώπης στην εταιρεία πολιτικού κινδύνου Eurasia Group. «Η απόκτηση της Γροιλανδίας από τις ΗΠΑ με εχθρικά μέσα — είτε με στρατιωτική είτε με οικονομική εξαναγκαστική πίεση — θα ήταν απαράδεκτη και θα δημιουργούσε ένα πολύ επικίνδυνο προηγούμενο», είπε.
Ευρωπαίοι διπλωμάτες περιγράφουν τη σχέση με τον Λευκό Οίκο ως διολίσθηση σε καθαρά συναλλακτική λογική. Λένε ότι στο θέμα της Γροιλανδίας θα μπορούσαν δυνητικά να βρεθούν δημιουργικές λύσεις, αλλά αυτό είναι προς το παρόν αδύνατο λόγω των απειλών και των απαιτήσεων του Τραμπ, καθώς και της αβεβαιότητας για το γιατί πραγματικά θέλει τον έλεγχο του νησιού. Το να κρατούν χαμηλά το κεφάλι και να αποφεύγουν τη σύγκρουση με τον Τραμπ δεν λειτουργεί πια, λένε οι διπλωμάτες, άρα είναι αναγκαία κάποια ευρωπαϊκή αντίδραση.
Ο Μάρτιν Τζέικομπ, ειδικός σε θέματα εμπορίου και φορολογίας στο IESE Business School στην Ισπανία, είπε ότι αυξάνεται ο αριθμός των Ευρωπαίων που είναι πρόθυμοι να πληρώσουν οικονομικό τίμημα αν ξεσπάσει εμπορικός πόλεμος για τη Γροιλανδία. Υπάρχει επίσης η αίσθηση ότι ο Τραμπ πρέπει να αντιμετωπιστεί, αλλιώς δεν θα σταματήσει. «Τι ακολουθεί, η Ισλανδία;» είπε.
Δημοσκόπηση της YouGov τη Δευτέρα έδειξε ότι το 67% των Βρετανών στηρίζει αντίποινα με δασμούς αν ο Τραμπ προχωρήσει σε επιπλέον δασμούς κατά ευρωπαϊκών συμμάχων, με μόλις 14% να είναι αντίθετο. Ακόμη και τα δεξιά αντισυστημικά κόμματα στην Ευρώπη, που είναι οι «φυσικοί» σύμμαχοι του Τραμπ στην ήπειρο, έχουν επικρίνει τις απειλές του, συμπεριλαμβανομένου του Βρετανού λαϊκιστή Νάιτζελ Φάρατζ.
Τον τελευταίο χρόνο, ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς κατηγόρησε σφοδρά τους ευρωπαίους συμμάχους σε διάσκεψη ασφαλείας στο Μόναχο, ο Βανς και ο Τραμπ ταπείνωσαν τον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι στον Λευκό Οίκο, ο Τραμπ απείλησε επανειλημμένα τις ευρωπαϊκές χώρες με δασμούς και ο Λευκός Οίκος πίεσε να τερματιστεί ο πόλεμος Ρωσίας–Ουκρανίας με όρους ευνοϊκούς για τη Μόσχα, ενώ ταυτόχρονα επιτέθηκε σε ευρωπαίους συμμάχους στη νέα εθνική στρατηγική ασφαλείας των ΗΠΑ.
Για μεγάλο μέρος της χρονιάς, αξιωματούχοι του Λευκού Οίκου μιλούσαν για το ΝΑΤΟ σαν να ήταν μια ξένη οντότητα — όχι μια συμμαχία που οι ΗΠΑ ίδρυσαν και ηγούνται. Το σχέδιο ειρήνης για την Ουκρανία που πρότεινε η κυβέρνηση Τραμπ παρουσίαζε τις ΗΠΑ ως διαμεσολαβητή ανάμεσα στο ΝΑΤΟ και τη Ρωσία.
«Το ΝΑΤΟ, για τους Ευρωπαίους, ήταν θρησκεία. Οδήγησε τους Ευρωπαίους στο να μην παίρνουν σοβαρά την άμυνα. Ξαφνικά καταλαβαίνουμε ότι αν η αμερικανική δέσμευση προς τους Ευρωπαίους συμμάχους δεν είναι πραγματική, τότε καμία συνθήκη δεν πρόκειται να σε υπερασπιστεί», είπε ο Ιβάν Κράστεφ, πολιτικός επιστήμονας και επικεφαλής του Centre for Liberal Strategies, think tank στη Σόφια της Βουλγαρίας.
«Ζούμε σε επαναστατικούς καιρούς», είπε ο Κράστεφ. «Βλέπεις το σοκ των ευρωπαϊκών πολιτικών ελίτ. Στην Ευρώπη η συζήτηση θα είναι ότι, κάποια στιγμή, θα αποσυνδεόμαστε από τις ΗΠΑ, και τι σημαίνει αυτό;»
Αυτό που κάνει τη διευρυνόμενη αποξένωση από την Αμερική του Τραμπ ακόμη πιο δύσκολη για την Ευρώπη είναι ότι το υπόλοιπο παγκόσμιο γεωπολιτικό περιβάλλον προσφέρει ελάχιστη ανακούφιση.
Η Κίνα έχει μετατραπεί από προσοδοφόρο πελάτη για την Ευρώπη σε βιομηχανικό οδοστρωτήρα που απειλεί να συνθλίψει τους ευρωπαϊκούς μεταποιητικούς κλάδους, από τα αυτοκίνητα έως τα μηχανήματα. Η Ρωσία του προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν επιχειρεί όχι μόνο να υποτάξει την Ουκρανία, αλλά και να ξαναγράψει το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και να ανασυστήσει τη σφαίρα επιρροής της Ρωσίας στην ανατολική Ευρώπη.
Όλο και περισσότερο στριμωγμένη ανάμεσα σε πιο «μυώδεις» παγκόσμιες δυνάμεις, η Ευρώπη προσπαθεί να αντισταθμίσει εμβαθύνοντας τους εμπορικούς δεσμούς της με τη Λατινική Αμερική, καθώς και με ασιατικές δημοκρατίες.
Οι προοπτικές της Ουκρανίας να επιβιώσει από τη ρωσική εισβολή κινδυνεύουν να χαθούν μέσα στο διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης. Οι ΗΠΑ έχουν μειώσει σημαντικά τη βοήθεια προς το Κίεβο από τότε που ο Τραμπ επέστρεψε στον Λευκό Οίκο, αλλά εξακολουθούν να παρέχουν κρίσιμες πληροφορίες, καθώς και ορισμένες στρατιωτικές προμήθειες.
Υπάρχει βαθιά ανησυχία μεταξύ ευρωπαίων αξιωματούχων ότι ο Τραμπ μπορεί να απειλήσει να γυρίσει την πλάτη εντελώς στην Ουκρανία για να πιέσει την Ευρώπη στο θέμα της Γροιλανδίας, λένε διπλωμάτες. Λένε ότι από τότε που ο Τραμπ κλιμάκωσε τις απειλές του για τη Γροιλανδία τις τελευταίες δύο εβδομάδες, έχει σημειωθεί σχεδόν μηδενική πρόοδος στην οριστικοποίηση του αμερικανικού ρόλου στις εγγυήσεις ασφαλείας για την Ουκρανία. Ο Τραμπ κατηγορεί ξανά την Ουκρανία ότι μπλοκάρει τις προσπάθειές του να τερματίσει τον πόλεμο.
Η Μόσχα πρέπει να απολαμβάνει την άνοδο των εντάσεων ΗΠΑ–Ευρώπης, λένε πολλοί βετεράνοι της διατλαντικής συμμαχίας.
«Ακόμη πιο σημαντικός και στρατηγικός για τον Πούτιν από το Ντονμπάς και όλη την Ουκρανία είναι ο διαχρονικός ρωσικός στόχος να διχαστεί η διατλαντική συμμαχία. Άρα οι πρόσφατες αμερικανικές ενέργειες που σπάνε τη συνοχή και την εμπιστοσύνη μέσα στο ΝΑΤΟ είναι δώρο για τον Πούτιν», είπε ο Νταγκ Λουτ, πρώην πρέσβης των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ και απόστρατος αντιστράτηγος του αμερικανικού στρατού.
Για την Ευρώπη, το κόστος της αποσύνδεσης από τις ΗΠΑ θα πήγαινε πολύ πέρα από τα χρήματα. Η περιοχή αναγκάζεται να επανεξετάσει ολόκληρη τη σχέση της με την ισχύ, συμπεριλαμβανομένης της στρατιωτικής δύναμης. Μετά από δύο καταστροφικούς παγκόσμιους πολέμους που ρήμαξαν την ήπειρο στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, πολλές ευρωπαϊκές χώρες «επαναπρογραμμάτισαν» την πολιτική τους ταυτότητα ώστε να δίνουν έμφαση στους κανόνες και στους συμβιβασμούς αντί στην επίδειξη ισχύος.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, με τη δυσκίνητη κουλτούρα συναίνεσης και αμοιβαίων υποχωρήσεων, ήταν η πιο περίτεχνη έκφραση αυτού του πολιτικού τρόπου ζωής. Τώρα η ήπειρος που ήλπιζε να ξεπεράσει την ωμή πολιτική ισχύος βλέπει τον ευρύτερο κόσμο να επιστρέφει σε αυτήν.
«Η ΕΕ ιδρύθηκε όταν ο κόσμος ήταν επίπεδος», είπε ο Καλέντα, αναφερόμενος στα χρόνια κορύφωσης της αισιοδοξίας ότι η παγκοσμιοποίηση θα δημιουργούσε ίσους όρους ανταγωνισμού για ανθρώπους, επιχειρήσεις και κράτη. «Στα χρόνια του ‘τέλους της ιστορίας’, μπορούσες να είσαι αργός, συμπεριληπτικός και να πιστεύεις ότι η δύναμη δεν μετράει. Τώρα, όχι πια.»
Ενώ πολλοί ευρωπαίοι ηγέτες συνεχίζουν να αποδίδουν —έστω και τυπικά— σημασία στην ανάγκη συνεννόησης με τις ΗΠΑ και στη σημασία του ΝΑΤΟ, η κοινή γνώμη στην Ευρώπη ήδη έδειχνε σημάδια αντίδρασης απέναντι στην Αμερική πριν ο Τραμπ αυξήσει την πίεσή του για τη Γροιλανδία.
Μόνο το 16% των Ευρωπαίων βλέπει τις ΗΠΑ ως σύμμαχο που μοιράζεται τις ίδιες αξίες, από 21% το 2024, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα που διεξήχθη τον Νοέμβριο από το European Council on Foreign Relations, ένα διεθνές think tank.
Η πτώση στο Ηνωμένο Βασίλειο, επί μακρόν τον πιο στενό ευρωπαϊκό σύμμαχο των ΗΠΑ, ήταν έντονη: στο 25%, από 37% έναν χρόνο νωρίτερα.
Οι Ευρωπαίοι έχουν και την περηφάνια τους και δεν τους αρέσει να βλέπουν τις χώρες τους να σπρώχνονται από άλλους, είπε ο Ζερεμί Γκαλόν, Γάλλος ειδικός στις διεθνείς σχέσεις και επικεφαλής Ευρώπης στην εταιρεία συμβούλων McLarty Associates.
«Ο κόσμος αρχίζει να νιώθει ότι το αίσθημα ταπείνωσης και “βασαλοποίησης” έχει φτάσει σε σημείο που είναι απαράδεκτο», είπε.
