
Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική σταθερότητα στηρίχθηκε επί μακρόν στον ρόλο του δολαρίου ως βασικού αποθεματικού νομίσματος, με την προσδοκία ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα θέτουν τους κανόνες και θα τους τηρούν. Καθώς η αμερικανική ηγεσία γίνεται ολοένα πιο αλλοπρόσαλλη, αυτή η εξάρτηση έχει μετατραπεί σε ευαλωτότητα, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για ένα πολυνομισματικό σύστημα.
ΠΑΡΙΣΙ – Οι αδιάκοπες επιθέσεις του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ κατά του προέδρου της Ομοσπονδιακής Τράπεζας (Federal Reserve) Τζερόμ Πάουελ, μαζί με την αποσταθεροποιητική εξωτερική του πολιτική – ιδίως τη σύλληψη του προέδρου της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο και τις επακόλουθες απειλές να βομβαρδίσει το Ιράν και να εισβάλει στη Γροιλανδία – έχουν θέσει υπό αμφισβήτηση ολόκληρη τη μεταπολεμική διεθνή τάξη, συμπεριλαμβανομένης της κυριαρχίας του δολαρίου. Δεν υπήρξε ποτέ καταλληλότερη στιγμή για να αναλογιστούμε τις δυναμικές που έχουν κρατήσει το διεθνές νομισματικό σύστημα σχετικά σταθερό τα τελευταία πενήντα χρόνια. Η σταθερότητα αυτή έχει διατηρηθεί παρά μια θεμελιώδη ασυμμετρία που είναι εγγενής στον ρόλο του δολαρίου ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος: για να προμηθεύει τον κόσμο με ρευστότητα σε δολάρια, οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να διατηρούν έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, αγοράζοντας περισσότερα από το εξωτερικό απ’ όσα πωλούν. Ταυτόχρονα, εκδίδουν χρέος το οποίο ξένες κυβερνήσεις και επενδυτές είναι πρόθυμοι να χρησιμοποιούν ως αποθεματικό περιουσιακό στοιχείο.
Ως αποτέλεσμα, το κόστος δανεισμού των ΗΠΑ παραμένει σταθερά χαμηλό, επιτρέποντας στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση να διευρύνει τον δημοσιονομικό της χώρο αξιοποιώντας ξένες αποταμιεύσεις. Αυτό είχε κατά νου ο τότε υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας, Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εστέν, όταν τη δεκαετία του 1960 παραπονέθηκε περίφημα για το «υπερβολικό προνόμιο» (exorbitant privilege) του δολαρίου.
Δεν είχε άδικο. Όπως παρατήρησε ο πρώην διοικητής της Λαϊκής Τράπεζας της Κίνας, Ζου Σιαοτσουάν, μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, η παγκόσμια νομισματική σταθερότητα εξαρτάται από ένα νόμισμα που εκδίδεται από ένα κυρίαρχο κράτος, του οποίου οι πολιτικές τελικά καθοδηγούνται από εγχώριες προτεραιότητες. Οι διαχυτικές επιπτώσεις (spillovers) των πολιτικών «Πρώτα η Αμερική» του Τραμπ δείχνουν τι συμβαίνει όταν αυτές οι προτεραιότητες αποκλίνουν από τα συμφέροντα του υπόλοιπου κόσμου. Το 2009, ο Ζου πρότεινε να διερευνηθεί ένα παγκόσμιο νόμισμα αποσυνδεδεμένο από τις εσωτερικές έγνοιες οποιουδήποτε μεμονωμένου εκδότη. Παράλληλα, άρχισε να προωθεί τη διεθνοποίηση του ρενμίνμπι. Μέχρι τότε, η Κίνα – ο μεγαλύτερος εξαγωγέας στον κόσμο – βασιζόταν σχεδόν αποκλειστικά στο δολάριο για την τιμολόγηση και τον διακανονισμό του εξωτερικού της εμπορίου. Αυτή η εξάρτηση οδήγησε σε μια τεράστια συσσώρευση αποθεμάτων σε δολάρια, τα οποία κορυφώθηκαν στα 3,8 τρισ. δολάρια το 2014.
Η μείωση της εξάρτησης από το δολάριο και η διαφοροποίηση μακριά από ένα και μόνο αποθεματικό περιουσιακό στοιχείο είχαν τότε νόημα για την Κίνα, και εξακολουθούν να έχουν. Ως μεγάλη, εξαγωγικά προσανατολισμένη οικονομία, η Κίνα αναλαμβάνει διαρκείς κινδύνους, ουσιαστικά αναθέτοντας στις ΗΠΑ το σύστημα πληρωμών και τις αποταμιεύσεις της. Αυτό βοηθά να εξηγηθεί γιατί οι κινεζικές συμμετοχές σε ομοσπονδιακό χρέος των ΗΠΑ έχουν μειωθεί σε περίπου 700 δισ. δολάρια από περίπου 1,3 τρισ. δολάρια το 2015. Οι ανησυχίες για τις παγκόσμιες ανισορροπίες – που τώρα έχουν επιστρέψει στην ατζέντα της G7 υπό τη γαλλική ηγεσία – δεν είναι καθόλου νέες. Είχαν προβληθεί έντονα στις συζητήσεις της G20 στις αρχές της δεκαετίας του 2010, όταν οι Κινέζοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής έβλεπαν ένα πιο ισορροπημένο διεθνές νομισματικό σύστημα ως εκείνο που θα κατανέμει πιο δίκαια τα βάρη προσαρμογής, θα μειώνει την εξάρτηση της Κίνας από το δολάριο και θα προσφέρει μεγαλύτερη επιλογή σε πληρωμές και επενδύσεις, ενισχύοντας έτσι τη σταθερότητα. Η υποκείμενη λογική ήταν απλή: μια συστημικά σημαντική οικονομία όπως η Κίνα θα πρέπει να διαθέτει ένα πραγματικά διεθνές νόμισμα.
Καθοριστικό είναι ότι αυτό το όραμα στηριζόταν στη συνεργασία πολιτικής, μετά την κρίση, μέσω της G20. Το υποστήριξαν οι πολυμερείς χρηματοπιστωτικοί θεσμοί, ιδίως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), το οποίο ενθάρρυνε τη διεθνοποίηση του ρενμίνμπι ως τρόπο να ενταχθεί η Κίνα πιο πλήρως στην παγκόσμια οικονομία.
Η ένταξη του ρενμίνμπι το 2016 στο καλάθι νομισμάτων που συνθέτουν τα Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα (SDR, το αποθεματικό περιουσιακό στοιχείο του ΔΝΤ) θεωρήθηκε ένα βήμα προς ένα πολυνομισματικό νομισματικό σύστημα. Κατά την κινεζική προεδρία της G20 το 2016, μια τέτοια μετατόπιση εκλαμβανόταν ευρέως ως επωφελής όχι μόνο για την Κίνα αλλά και για την παγκόσμια σταθερότητα.
Την επόμενη δεκαετία, ωστόσο, αυτή η συναίνεση σε μεγάλο βαθμό αποσυντέθηκε, καθώς οι γεωπολιτικές εντάσεις αυξάνονταν. Η επικρατούσα άποψη, όπως αποτυπώνεται στην τελευταία έκθεση της Γενεύης από το Center for Economic and Policy Research, είναι ότι ένα πολυνομισματικό σύστημα υπό τέτοιες συνθήκες θα μπορούσε να βαθύνει τον κατακερματισμό και να επιδεινώσει τους συστημικούς κινδύνους. Χωρίς ισχυρούς μηχανισμούς συντονισμού, ο ανταγωνισμός νομισμάτων μπορεί να αποδειχθεί αποσταθεροποιητικός.
Όμως, η βαριά εξάρτηση από το δολάριο ενέχει και τους δικούς της κινδύνους, ιδίως δεδομένης της απρόβλεπτης και συχνά συναλλακτικής (transactional) χάραξης πολιτικής του Τραμπ. Με την παγκόσμια χρηματοπιστωτική σταθερότητα να κρατείται ουσιαστικά όμηρος της αμερικανικής εσωτερικής πολιτικής, η Κίνα αναπτύσσει ένα διεθνές νόμισμα ανάλογο με το αυξανόμενο οικονομικό της αποτύπωμα. Το επιχείρημα υπέρ ενός διεθνούς νομισματικού συστήματος που δεν εξαρτάται από ένα και μόνο κυρίαρχο νόμισμα παραμένει σήμερα εξίσου πειστικό όσο ήταν πριν από μια δεκαετία. Ο δρόμος προς τα εμπρός βρίσκεται σε μια προσεκτικά συντονισμένη μετάβαση προς ένα τέτοιο σύστημα. Αλλά χωρίς συνεργασία πολιτικής για να το συγκρατήσει, είναι πιθανό να ακολουθήσουν αστάθεια και περαιτέρω κατακερματισμός.
Βεβαίως, ως τρέχουσα προεδρεύουσα χώρα της G20 και ως βασικός μέτοχος τόσο του ΔΝΤ όσο και της Παγκόσμιας Τράπεζας, οι ΗΠΑ πρέπει να συνεχίσουν να διαδραματίζουν ηγετικό ρόλο. Όμως υπό τον Τραμπ, η G20 κινδυνεύει να εκφυλιστεί σε ένα φόρουμ συναλλακτικής πολιτικής και διχασμού αντί για πολυμερή συνεργασία, αφήνοντάς την ανεπαρκώς εξοπλισμένη να διαχειριστεί – πόσο μάλλον να αποτρέψει – παγκόσμιες κρίσεις. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα σήμαινε το τέλος της διεθνούς οικονομικής τάξης βασισμένης σε κανόνες, όπως την γνωρίζουμε.
Παρότι οι ΗΠΑ διατηρούν δυσανάλογη επιρροή στα διεθνή χρηματοοικονομικά, αυτή ακριβώς η συγκέντρωση ισχύος είναι από μόνη της μια ευαλωτότητα, καθώς η παγκόσμια σταθερότητα εξαρτάται από έναν και μόνο παίκτη που θέτει τους κανόνες και τους τηρεί. Δεδομένης της αυξανόμενης προθυμίας της κυβέρνησης Τραμπ να παραβιάζει αυτούς τους κανόνες όποτε περιορίζουν τα άμεσα συμφέροντά της, αυτή η διευθέτηση δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένη.
Παρά ταύτα, αξιόπιστες εναλλακτικές δεν έχουν ακόμη αναδυθεί. Ελλείψει αλλαγής στην αμερικανική πολιτική ή εμφάνισης μιας βιώσιμης μορφής πολυμερισμού που μπορεί να λειτουργήσει χωρίς τις ΗΠΑ, η παγκόσμια οικονομία θα παραμείνει βυθισμένη στην αβεβαιότητα και την αστάθεια.
Paola Subacchi is Professor and Chair in Sovereign Debt and Finance at Sciences Po
