
Η συζήτηση για τη φορολογία στην Ελλάδα συνήθως κολλάει στους ονομαστικούς συντελεστές: πόσο είναι ο ΦΠΑ, πόσο είναι ο φόρος εισοδήματος, τι πληρώνει ο μισθωτός και τι ο ελεύθερος επαγγελματίας. Όμως αυτό που τελικά μετράει για την οικονομία, την ανταγωνιστικότητα και το διαθέσιμο εισόδημα δεν είναι μόνο οι κανόνες «στα χαρτιά», αλλά το τι αποδίδεται στην πράξη στο κράτος ως ποσοστό της πραγματικής οικονομικής δραστηριότητας. Εκεί μπαίνει η έννοια της πραγματικής φορολόγησης: ο πραγματικός (ή «έμμεσος») φορολογικός συντελεστής στην εργασία και στην κατανάλωση.
Με απλά λόγια, οι δείκτες αυτοί δείχνουν πόσο μεγάλο κομμάτι του συνολικού κόστους εργασίας ή της συνολικής καταναλωτικής δαπάνης «φεύγει» προς το Δημόσιο μέσω φόρων και εισφορών. Και επειδή λαμβάνουν υπόψη απαλλαγές, μειωμένους συντελεστές, τη δομή των φόρων και –κυρίως– την αποτελεσματικότητα είσπραξης, συχνά αποκαλύπτουν μια πολύ πιο ωμή εικόνα από αυτήν που αφήνουν οι ονομαστικοί συντελεστές.
Η μεγάλη ανατροπή μετά την κρίση: από «κάτω» από την ΕΕ, σταθερά «πάνω»
Τα στοιχεία δείχνουν μια καθαρή μετατόπιση της Ελλάδας στη διάρκεια της κρίσης και, το πιο κρίσιμο, μια παγίωση μετά. Στην κατανάλωση, η Ελλάδα το 2009 βρισκόταν χαμηλά: πραγματικός συντελεστής 13,3%, έναντι 16,0% στην ΕΕ. Δηλαδή πριν από την κρίση η κατανάλωση φορολογούνταν αισθητά λιγότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Μέσα σε λίγα χρόνια, όμως, η εικόνα άλλαξε: το 2012 ο δείκτης ανέβηκε στο 16,4% και μέχρι το 2019 έφτασε στο 17,8%, επίπεδο που διατηρήθηκε και το 2023.
Αυτό σημαίνει δύο πράγματα: πρώτον, ότι σε σχέση με το 2009 η πραγματική επιβάρυνση της κατανάλωσης αυξήθηκε κατά 4,5 ποσοστιαίες μονάδες. Δεύτερον, ότι η Ελλάδα από χώρα «κάτω» από την ΕΕ πέρασε «πάνω»: το 2023 η ΕΕ ήταν στο 16,4%, ενώ η Ελλάδα στο 17,8% — δηλαδή περίπου 1,4 μονάδες υψηλότερα.
Στην εργασία η εικόνα είναι πιο βαριά. Το 2009 η Ελλάδα είχε πραγματικό συντελεστή 35,0%, έναντι 36,9% στην ΕΕ. Ήταν δηλαδή λίγο πιο ελαφριά από τον μέσο όρο. Το 2012 ήρθε το σημείο καμπής: η Ελλάδα «εκτινάχθηκε» στο 39,5% και πέρασε τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το 2019 ανέβηκε στο 40,2% και το 2023 στο 40,5% — σχεδόν ίδιο επίπεδο με το 2019 και ελαφρώς κάτω από την κορύφωση του 2022. Σε σχέση με το 2009, η αύξηση είναι 5,5 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ η ΕΕ το 2023 ήταν στο 37,0%. Με άλλα λόγια, η εργασία στην Ελλάδα φορολογείται περίπου 3,5 μονάδες βαρύτερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Μια θέση… πρωταθλητισμού που κοστίζει: 2η υψηλότερη φορολόγηση εργασίας στην ΕΕ
Το 2023, η Ελλάδα βρέθηκε στη 2η θέση στην ΕΕ ως προς την πραγματική φορολογική επιβάρυνση της εργασίας, με 40,5%. Μπροστά είναι μόνο η Ιταλία με 44%, ενώ κοντά στην κορυφή κινούνται χώρες όπως η Αυστρία, το Βέλγιο και η Γαλλία. Αντίθετα, στην κατανάλωση η Ελλάδα είναι 14η στην ΕΕ: η επιβάρυνση είναι πάνω από τον μέσο όρο, αλλά όχι στις πιο «ακραίες» θέσεις.
Αυτό το μείγμα έχει σαφή οικονομική επίπτωση: υψηλό κόστος εργασίας για επιχειρήσεις και εργαζόμενους, ισχυρά αντικίνητρα για δηλωμένη εργασία και για αύξηση παραγωγικότητας μέσω καλύτερα αμειβόμενων θέσεων, αλλά και μια κατανάλωση που συνεχίζει να επιβαρύνεται μέσω ΦΠΑ και ειδικών φόρων. Είναι το κλασικό δίλημμα μιας χώρας που προσπάθησε να ισοσκελίσει ελλείμματα κυρίως με αύξηση εσόδων και όχι με δομική περικοπή δαπανών — και στη συνέχεια κράτησε μεγάλο μέρος του βάρους «κλειδωμένο» στη μισθωτή εργασία και στους έμμεσους φόρους.
Ο πληθωρισμός ως κρυφός φοροεισπράκτορας και το φαινόμενο της δημοσιονομικής ολίσθησης
Το πιο ύπουλο κομμάτι της ιστορίας είναι ότι η υψηλή πραγματική φορολόγηση μπορεί να παραμένει ψηλά ακόμη κι όταν μειώνονται ονομαστικά συντελεστές ή εισφορές. Ένας βασικός λόγος είναι η δημοσιονομική ολίσθηση (fiscal drag): όταν ο πληθωρισμός ανεβάζει ονομαστικά μισθούς και εισοδήματα, αλλά τα φορολογικά κλιμάκια δεν τιμαριθμοποιούνται, περισσότεροι φορολογούμενοι «σπρώχνονται» σε υψηλότερα κλιμάκια χωρίς πραγματική αύξηση αγοραστικής δύναμης. Αυτό εξηγεί και γιατί το 2022 καταγράφηκε κορύφωση στην πραγματική επιβάρυνση της εργασίας.
Παράλληλα, τα στοιχεία για τους μισθούς δείχνουν το πρόβλημα στην πράξη: ο μέσος πλήρως προσαρμοσμένος μισθός πλήρους απασχόλησης στην Ελλάδα υποχώρησε την περίοδο 2015–2019 (από περίπου 17 χιλ. σε 16 χιλ. ευρώ), ενώ μετά το 2019 αυξήθηκε και έφτασε το 2024 περίπου στα 18 χιλ. ευρώ. Όμως η αύξηση αυτή ήρθε σε περιβάλλον έντονων πληθωριστικών πιέσεων, με σωρευτικό πληθωρισμό περίπου 16,5% την περίοδο 2020–2024, άρα μεγάλο μέρος «εξανεμίστηκε» στην καθημερινότητα. Η ΕΕ στο ίδιο διάστημα είδε πολύ μεγαλύτερη σωρευτική αύξηση ονομαστικών μισθών, γεγονός που κρατά ανοιχτό το χάσμα.
Περισσότερη συμμόρφωση, περισσότερα έσοδα — αλλά το βάρος δεν φεύγει από την πλάτη της εργασίας
Η βελτίωση της οικονομίας και της εισπραξιμότητας έχει παίξει επίσης ρόλο στο να διατηρείται υψηλή η πραγματική επιβάρυνση. Με τη μείωση της ανεργίας (από 17,9% το 2019 σε 8,2% τον Νοέμβριο του 2025) και την αύξηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, η φορολογική βάση διευρύνθηκε και τα έσοδα «έγραψαν» καλύτερα. Σε μια ενδεικτική εικόνα υπεραπόδοσης, εκτιμάται ότι το 2025 τα έσοδα από φόρους κινήθηκαν περίπου 2,8% πάνω από τις προβλέψεις, με σημαντικές αποκλίσεις σε κατηγορίες όπως ο ΦΠΑ και ο φόρος εισοδήματος φυσικών προσώπων.
Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η επιτυχία εισπραξιμότητας δεν μεταφράζεται αυτόματα σε ελάφρυνση της εργασίας. Αντιθέτως, αν δεν αλλάξει ο τρόπος που κατανέμεται το βάρος, η «καλή είσπραξη» απλώς παγιώνει το μοντέλο: κράτος με ισχυρή εξάρτηση από φόρους κατανάλωσης και μισθωτής εργασίας.
Τι αλλάζει το 2026 και τι λείπει για να γίνει πραγματική στροφή
Από το 2026 μπαίνουν σε εφαρμογή αλλαγές στην κλίμακα φόρου εισοδήματος που περιορίζουν μέρος του προβλήματος, όπως η μεταφορά του ανώτατου συντελεστή 44% σε υψηλότερο επίπεδο εισοδήματος (από τα 40.000 στα 60.000 ευρώ). Αυτό είναι ανάσα για ένα κομμάτι της μεσαίας-ανώτερης τάξης και για στελέχη υψηλής εξειδίκευσης.
Όμως δεν αρκεί. Η βασική τρύπα παραμένει: όταν ο ανώτατος συντελεστής ενεργοποιείται σχετικά νωρίς και όταν οι εισφορές συνεχίζουν να κρατούν ψηλά το συνολικό μη μισθολογικό κόστος, η χώρα δυσκολεύεται να κρατήσει και να προσελκύσει ανθρώπους υψηλής παραγωγικότητας. Και χωρίς παραγωγικότητα, δεν υπάρχει βιώσιμη αύξηση μισθών. Η πιο καθαρή διαρθρωτική απάντηση θα ήταν η τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας (ώστε ο πληθωρισμός να μη λειτουργεί σαν κρυφή αύξηση φόρων) σε συνδυασμό με περαιτέρω μείωση της επιβάρυνσης στην εργασία, ειδικά στα σημεία όπου «χτυπά» τη νόμιμη απασχόληση και την εξέλιξη αποδοχών.
Το συμπέρασμα είναι απλό και σκληρό: η Ελλάδα δεν έχει πλέον το «ελαφρύτερο» φορολογικό προφίλ σε εργασία και κατανάλωση που είχε πριν την κρίση. Αντίθετα, έχει μετακινηθεί σε μια θέση όπου η εργασία φορολογείται διαχρονικά βαρύτερα από την ΕΕ και η κατανάλωση έχει περάσει επίσης πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η συζήτηση, λοιπόν, δεν μπορεί να μένει στο πόσο είναι ο ΦΠΑ ή σε μεμονωμένες μειώσεις συντελεστών. Πρέπει να πιάνει την ουσία: πόσο κοστίζει πραγματικά η δουλειά και η κατανάλωση στη χώρα — και ποια πολιτική αλλαγή μπορεί να σπάσει την παγίδα της υψηλής επιβάρυνσης χωρίς να τινάξει στον αέρα τη δημοσιονομική σταθερότητα.
