
Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα δομικό πρόβλημα που υπονομεύει την ανταγωνιστικότητά της: ο κατακερματισμός των κεφαλαιαγορών της δημιουργεί τριβές, αυξάνει το κόστος και αποθαρρύνει τις διασυνοριακές επενδύσεις. Σύμφωνα με νέα έκθεση του Citi Institute με τίτλο “Reimagining European Capital Markets”, η υποδομή μετασυναλλακτικών διαδικασιών της Ευρώπης παραμένει κατακερματισμένη, με το 63% των συμμετεχόντων σε σχετική έρευνα να επισημαίνει ότι υφίστανται σημαντικά κενά σε κανονισμούς, πολιτικές, φορολογία και λειτουργικές διαδικασίες που πρέπει να αντιμετωπιστούν.
Η έκθεση, που δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο του 2026, αποτυπώνει μια ανησυχητική εικόνα: μόλις το 7% των ερωτηθέντων πιστεύει ότι τα περισσότερα εμπόδια προς την εναρμόνιση έχουν αντιμετωπιστεί, ενώ το 30% θεωρεί ότι οι ευρωπαϊκές κεφαλαιαγορές είναι κατακερματισμένες ή πολύ κατακερματισμένες.
Το χάσμα σχηματισμού κεφαλαίου με τις ΗΠΑ
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά για την απόσταση που χωρίζει την Ευρώπη από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μεταξύ 2020 και 2025, η αξία των IPO στην ΕΕ αντιστοιχούσε μόλις στο 0,6% του ΑΕΠ, έναντι 2,1% στις ΗΠΑ. Παράλληλα, το ποσοστό των ευρωπαϊκών εταιρειών που επιλέγουν εισαγωγή στα αμερικανικά χρηματιστήρια έχει τριπλασιαστεί από το 2015, φτάνοντας το 22% του συνόλου των IPO ευρωπαϊκών εταιρειών σε αξία.
Η διαφορά αυτή αντικατοπτρίζεται και στην ανάπτυξη των κεντρικών αποθετηρίων τίτλων (CSDs). Μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, η αξία των τίτλων που εκδίδονται στα αμερικανικά CSDs διπλασιάστηκε φτάνοντας τα 180 τρισ. δολάρια (6,3 φορές το ΑΕΠ των ΗΠΑ), ενώ στα ευρωπαϊκά CSDs η αύξηση περιορίστηκε στο ένα τρίτο, φτάνοντας τα 45 τρισ. δολάρια (2,3 φορές το ΑΕΠ της ΕΕ).
Μονοπωλιακές δομές και υψηλές χρεώσεις
Ένας βασικός παράγοντας του κατακερματισμού είναι η ύπαρξη πολλαπλών υποδομών χρηματοπιστωτικών αγορών. Το 50% των ερωτηθέντων στην έρευνα της Citi θεωρεί ότι ο υψηλός αριθμός υποδομών (36 CSDs και 13 κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι σε 29 διαφορετικές αγορές) αποτελεί βασικό εμπόδιο για την ολοκλήρωση της αγοράς.
Οι συνέπειες αυτού του κατακερματισμού είναι μετρήσιμες. Σύμφωνα με ανάλυση της AFME (Οκτώβριος 2025), το μέσο κόστος διακανονισμού στα ευρωπαϊκά CSDs είναι 65% υψηλότερο από τα αντίστοιχα βορειοαμερικανικά. Οι χρεώσεις των Διεθνών CSDs (όπως η Euroclear και η Clearstream) είναι 300% υψηλότερες από τις αμερικανικές. Αντίστοιχα, οι χρεώσεις φύλαξης τίτλων είναι 160-500% υψηλότερες στην Ευρώπη.
Η εφαρμογή της τιμολόγησης των βορειοαμερικανικών CSDs στα ευρωπαϊκά θα μπορούσε να αποφέρει εξοικονόμηση περίπου 80%, ή 1 δισ. ευρώ ετησίως. Επιπλέον, τα ευρωπαϊκά CSDs εμφανίζουν κατά μέσο όρο 30% υψηλότερη κερδοφορία από τα αμερικανικά, με περιθώρια λειτουργικού κέρδους που συχνά υπερβαίνουν το 50%, υποδηλώνοντας έλλειψη ανταγωνισμού.
Η πολυπλοκότητα των χρεώσεων
Ενδεικτική της αδιαφάνειας που επικρατεί είναι η πολυπλοκότητα των τιμολογίων. Τα στοιχεία τιμολόγησης κυμαίνονται από 38 έως 242 γραμμές ανάλογα με το CSD, χωρίς τυποποίηση στην ορολογία και την κατηγοριοποίηση. Η έκθεση της Citi προτείνει ριζική απλοποίηση των δομών χρεώσεων, κατά το πρότυπο των “Key Fact Documents” που χρησιμοποιούνται στη λιανική τραπεζική.
Οι προτάσεις για εναρμόνιση
Η έκθεση προτείνει μια σειρά μέτρων για την αντιμετώπιση του κατακερματισμού. Πρώτον, τη μείωση του αριθμού των CSDs σε μονοψήφιο αριθμό (από 30+ σήμερα), οργανωμένων γύρω από τα μεγάλα χρηματοπιστωτικά κέντρα. Αν και η πρόταση του Mario Draghi για ένα ενιαίο CSD θεωρείται υπερβολικά φιλόδοξη, η συγκέντρωση σε λιγότερα από 10 κρίνεται εφικτή.
Δεύτερον, τη δημιουργία ενός κεντρικού ρυθμιστή για τις αγορές κινητών αξιών, με την ESMA να αποκτά εξουσίες άμεσης επιβολής αντίστοιχες με αυτές της ΕΚΤ στον τραπεζικό τομέα. Τρίτον, τη μετάβαση από οδηγίες (που ερμηνεύονται διαφορετικά από κάθε χώρα) σε κανονισμούς άμεσης εφαρμογής.
Σημαντική είναι επίσης η πρόταση για διεύρυνση του γεωγραφικού πεδίου πέραν της ΕΕ, ώστε να συμπεριληφθούν το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ελβετία, λαμβάνοντας υπόψη τη σημαντική δραστηριότητα κεφαλαιαγοράς τους.
Ο ρόλος της τεχνολογίας
Η έκθεση αναδεικνύει τον κρίσιμο ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν οι νέες τεχνολογίες στην εναρμόνιση. Το 36% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι η τεχνολογία κατανεμημένου καθολικού (DLT) και η τοκενοποίηση μπορούν να αποτελέσουν μοχλό για την ενοποίηση, μέσω αυτοματοποιημένων διαδικασιών σε πραγματικό χρόνο, βελτιωμένης κινητικότητας ασφαλειών και ενοποιημένων δεδομένων.
Παράλληλα, το ψηφιακό χρήμα on-chain (stablecoins, tokenized deposits, CBDCs) κρίνεται καθοριστικό για τον ατομικό διακανονισμό, όπου το σκέλος πληρωμής και το σκέλος περιουσιακών στοιχείων ολοκληρώνονται ταυτόχρονα. Σημειώνεται ότι μια κοινοπραξία μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζών εργάζεται για την κυκλοφορία ενός stablecoin ευρώ συμβατού με το MiCA το δεύτερο εξάμηνο του 2026.
Η τεχνητή νοημοσύνη αναδεικνύεται επίσης ως στρατηγικό εργαλείο. Συστήματα AI χρησιμοποιούνται ήδη για τη διαχείριση κινδύνου, τη διαχείριση ασφαλειών, τον εκκαθαρισμό και διακανονισμό, και τις εταιρικές πράξεις. Η έκθεση προτείνει την υιοθέτηση τυποποιημένων πρωτοκόλλων για την εφαρμογή AI σε όλο το οικοσύστημα υποδομών χρηματοπιστωτικών αγορών.
Η μετάβαση στο T+1 ως καταλύτης
Η προγραμματισμένη μετάβαση της Ευρώπης σε κύκλο διακανονισμού T+1 τον Οκτώβριο του 2027 αποτελεί ευκαιρία για ριζικό εκσυγχρονισμό. Ήδη το 40% της παγκόσμιας κεφαλαιοποίησης διακανονίζεται σε βάση T+1 (ΗΠΑ, Καναδάς, Κίνα, Ινδία), ποσοστό που αναμένεται να φτάσει το 75% καθώς περισσότερες αγορές επιταχύνουν τη μετάβαση.
Η συντόμευση του κύκλου διακανονισμού αναμένεται να μειώσει τις απαιτήσεις περιθωρίου στους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, να βελτιώσει τη ρευστότητα και να μειώσει τον κίνδυνο αντισυμβαλλομένου. Ωστόσο, η ΕΕ αντιμετωπίζει πρόσθετη πολυπλοκότητα λόγω του υψηλού ποσοστού συναλλαγών που περιλαμβάνουν μετατροπές νομισμάτων.
Το οικονομικό κόστος της αδράνειας
Η έκθεση εκτιμά ότι μια ενοποιημένη ευρωπαϊκή κεφαλαιαγορά θα μπορούσε να προσθέσει 150 δισ. ευρώ σε ετήσιες επενδύσεις και να επηρεάσει θετικά το ΑΕΠ κατά 1,5% σε διάστημα δέκας ετών. Αντίθετα, ο τρέχων κατακερματισμός οδηγεί σε διαρροή περίπου 300 δισ. ευρώ ετησίως από τις ευρωπαϊκές αποταμιεύσεις προς τις αμερικανικές αγορές, παρά το γεγονός ότι η Ευρώπη διαθέτει 33 τρισ. ευρώ σε ιδιωτικές αποταμιεύσεις.
Το 64% των ερωτηθέντων εκτιμά ότι η διαδικασία εναρμόνισης θα διαρκέσει 5-10 χρόνια. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Shahmir Khaliq, επικεφαλής υπηρεσιών της Citi: “Σε έναν κόσμο γεωπολιτικής και μακροοικονομικής αστάθειας, η Ευρώπη έχει την ευκαιρία να τοποθετηθεί ως ελκυστική εναλλακτική για επενδύσεις, καινοτομία και επιρροή. Η στιγμή για σταδιακές αλλαγές έχει παρέλθει.”
